Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2024 13:03

«Παραπεταμένοι», οι ταξιδευτές του ρεμπέτικου που το θεωρούν ως μία ζώσα κληρονομιά

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

ets37Η μουσική ομάδα, που ιδρύθηκε το 1999 και έκτοτε φροντίζει να δίνει το «παρών» με σπουδαίες μουσικές βραδιές αλλά και με τη διοργάνωση της Διεθνούς Συνάντησης για το Ρεμπέτικο κάθε καλοκαίρι στη Σκύρο, μιλάει στον Θανάση Λαζαρίδη γι’ αυτό που αγαπά περισσότερο.

Η μουσική ομάδα των «Παραπεταμένων» -Σπύρος Γκούμας, Γιώργος Μακρής, Φωτεινή Καράμπαμπα, Δημήτρης Μακρής, Σοφία Κονταράτου, Μυρτώ-Κατερίνα Φατούρου- από την ίδρυση της, το 1999, ασχολείται με τη διατήρηση και τη διάδοση του ρεμπέτικου τραγουδιού. Κοινός τους τόπος η αγάπη για το ρεμπέτικο και το λαϊκό γενικότερα, αλλά και η επιλογή τους να παίζουν ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια μέχρι το 1955.

Στις πολλές δράσεις τους ξεχωριστή θέση έχει η διοργάνωση του Διεθνούς Σεμιναρίου-Συνάντησης για το Ρεμπέτικο Τραγούδι (Αστικό λαϊκό τραγούδι) στη Σκύρο την τρίτη εβδομάδα του Ιουλίου κάθε χρόνο από το 2009 μέχρι σήμερα. Τα υπόλοιπα; Τα λένε σ’ αυτή τη συζήτηση που κάναμε, μεταξύ «τυρού και αχλαδίου», με τους Σπύρο Γκούμα, Γιώργο Μακρή, και Φωτεινή Καράμπαμπα «για μια ιστορία που αφορά μια ιστορία: το παραμελημένο μέχρι χθες μουσικό ιδίωμα του ρεμπέτικου στην Ελλάδα».

 

● Γιατί «Παραπεταμένοι»;

Γιώργος Μακρής: Το όνομα δόθηκε από έναν ανιψιό μου ένα βράδυ σε μια ταβέρνα, όλοι τρώγαν και πίναν κι εμείς παίζαμε: «Ελάτε να φάτε κάτι, πώς είσαστε εκεί... σαν παραπεταμένοι»... Εμείς... εκεί, σταχανοβίτες, παίζαμε και το κρατήσαμε. Μέχρι που μια χρονιά, στην Αλόννησο, συναποφασίσαμε να κάνουμε μια συνάντηση για το ρεμπέτικο τραγούδι. Για την αυθεντικότητα, την έντονη και ειλικρινή αναφορά του στα κοινωνικά προβλήματα.

Το πρώτο Σεμινάριο έγινε στο Εθνογραφικό και Λαογραφικό Μουσείο Φαλτάιτς στη Σκύρο και το δεύτερο είχε τη συμμετοχή του Σπύρου Γκούμα ως δασκάλου. Ηταν μια μαγική συνεύρεση, είχαμε μια συναντίληψη γι’ αυτό που λέγεται ρεμπέτικη μουσική. Συνεργαστήκαμε με τον Δήμο Σκύρου, πάντοτε σε ανθρώπινα μεγέθη και το πράγμα μακροημέρευσε. Δεν είναι μόνο η μουσική που παίζουμε, είναι ο κόσμος που έρχεται, ο περίγυρος που τον συνοδεύει και όλοι γινόμαστε κατ’ αρχήν μία παρέα που προσπαθεί να διασκεδάσει και ν’ ανταλλάξει απόψεις. Κάποιοι από αυτούς απόκτησαν μια μόνιμη σχέση με το σεμινάριο. Πολλοί είναι πάρα πολύ καλοί μουσικοί, άλλοι είναι ερασιτέχνες. Οι συμμετέχοντες είναι από την Τουρκία, Αγγλία, Φινλανδία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κύπρο, Ισραήλ, Ολλανδία, Γερμανία έως και από την Ιαπωνία.

● Σπύρο, πώς συνδέεσαι με τους «Παρατεταμένους»;

 

Σπύρος Γκούμας: Γεννήθηκα το 1964 σ’ ένα σπίτι με λαϊκή μουσική. Από τον πατέρα μου, τον παππού μου, τον αδελφό τού παππού μου, τα αδέλφια του πατέρα μου που, όπως και όλοι στη γειτονιά, παίζανε ρεμπέτικα τραγούδια. Ο παππούς μου, γεννημένος το 1900, έπαιζε κιθάρα, ο αδελφός του, ο Φίλιππας, έπαιζε σαντούρι κι ήταν συγκροτηματάρχης με σαντουροβιόλια την περίοδο των Μικρασιατών στην ευρύτερη περιοχή της Παλιάς Κοκκινιάς. Γεννήθηκα σε ένα σπίτι με τη λαϊκή μουσική να υπάρχει από τότε που ήμουν στην κοιλιά της μάνας μου κι απ’ όταν βγήκα έξω, αυτό που θυμάμαι -συναντήσεις, συνευρέσεις και σε κάθε γιορτή, χωρίς κανένας να είναι επαγγελματίας-, να παίζουν όλα αυτά τα τραγούδια τα οποία στην πορεία συνειδητοποίησα ότι είναι τα ρεμπέτικα τραγούδια. Ας παρακάμψουμε την περίοδο που αποφασίζω ότι θέλω να γίνω μουσικός, που έχω συνεργασίες στο χώρο κτλ... Εχει φτάσει όλο αυτό σε ένα σημείο που στις περιοδείες, μετά από το πέρας κάθε βραδιάς, πηγαίναμε όλοι μαζί κάπου να φάμε. Ηταν πολύ συχνό το φαινόμενο σε μια άκρη της ταβέρνας, να υπάρχει κάποιο γκρουπάκι, που παίζει λαϊκά τραγούδια. Πάντα με συγκινούσε αυτό γιατί μου θύμιζε αυτό που είχα γνωρίσει σαν παιδί. «Αυτά είναι τα πιο ωραία, τι καλά να ήμουν κι εγώ εκεί» έλεγα, αλλά δυστυχώς το πούλμαν έπρεπε να φύγει για την επόμενη συναυλία. Κάποια στιγμή, ενώ έχω όλη αυτή την επαγγελματική δραστηριότητα, δέχομαι ένα τηλεφώνημα απ’ τον Γιώργο που μου λέει: έλα να γνωριστούμε. Τους βρήκα με μεγάλη χαρά και μόνο παραπεταμένοι δεν είναι, είναι οι αφανείς μουσικοί που ταξίδεψαν τη λαϊκή μουσική. Ονομάζω έτσι όλους εκείνους δίπλα στους οποίους βρέθηκα, στη γειτονιά μου, εκεί που μεγάλωσα, εκεί που αγάπησα αυτή τη μουσική την οποία με τόση λαχτάρα και αγάπη υπηρετώ, πολύ συνειδητά. Εκανα έναν πολύ μεγάλο κύκλο ως μουσικός για να μπορέσω να συνειδητοποιήσω από πού προέρχομαι, από πού κατάγομαι, τι μου παραδόθηκε προφορικά και τι θέλω να κάνω με αυτό. Κι από τότε, έτσι με ξέρετε κιόλας, αρκετά χρόνια. Αυτοί είναι οι «Παραπεταμένοι» για μένα.

Γιώργος Μακρής: Θέλουμε να προβάλουμε αυτή την αστική, λαϊκή μουσική, χωρίς να εξωραΐζουμε τα πράγματα.

Φωτεινή Καράμπαμπα: Το ρεμπέτικο είναι ζώσα κληρονομιά που δημιουργήθηκε πριν από πολλά χρόνια μέσα σε συγκεκριμένες συγκυρίες, έζησε και άντεξε γιατί εκφράζει τους νέους. Νέοι άνθρωποι τραγουδάνε, παίζουνε, μαθαίνουν το ρεμπέτικο στο σεμινάριο, στις παραστάσεις και στις συναυλίες μας. Ερχονται άνθρωποι από το εξωτερικό, με πολύ σεβασμό απέναντι στον Σπύρο, τώρα πια και στον Δημήτρη Γκούμα, αφού είναι δάσκαλος στην κιθάρα, η επόμενη γενιά.

● Γιατί να μην είναι το δημοτικό τραγούδι αυτό;

Σπ.Γκ.: Θέτεις ένα ερώτημα που θα απαντηθεί σε μία από τις επόμενες εκδηλώσεις μας, που συσχετίζει τη ρεμπέτικη μουσική με την παραδοσιακή και τη βυζαντινή μουσική. Θα δούμε ότι υπάρχει άμεση συσχέτιση καθώς οι ήχοι που έχουν χρησιμοποιηθεί είναι οι ίδιοι.

Γ.Μ.: Πολλά ρεμπέτικα έχουν τη βάση τους σε παραδοσιακά τραγούδια. Υπάρχει μια ενότητα της ελληνικής μουσικής, δημοτικά, ρεμπέτικα, μια αλληλουχία που φτάνει στο σήμερα. Ας μην ξεχνάμε ότι η βυζαντινή υμνωδία και τα ρεμπέτικα αναγνωρίστηκαν και ανήκουν στην Αϋλη Πολιτιστική Κληρονομιά της ανθρωπότητας. Συμβάλλαμε, μεταξύ άλλων, στην ετοιμασία του υλικού και στην υποβολή του φακέλου. Το 2017, μετ’ επαίνων, έγινε η αναγνώριση του ρεμπέτικου ως στοιχείου της άυλης κληρονομιάς.

Φ.Κ.: Η εμπειρία του Γιώργου από την Αμερική οδήγησε στην καταγραφή των βιωμάτων σε θεατρική μορφή. Ξεκίνησε με τις αρχές του αιώνα, με το έργο «Μινόρε της Αμερικής», πώς είχε βιώσει την ιστορία της μετανάστευσης, στη συνέχεια προχώρησε στο «Κάποτε στα Λεμονάδικα»…

Γ.Μ.: Με τον ερχομό των Σμυρνιών και τις πρώτες κατοικίες απάνω εκεί στην πλατεία Καραϊσκάκη με τα εκδοτήρια των εισιτηρίων, που είχανε κάποια μαγαζάκια, μετεξελίχθηκαν σε κατοικίες, τους τα κάψανε δυο-τρεις φορές για να φύγουν από εκεί γιατί ήταν ένα «μίασμα» για την ανερχόμενη αστική τάξη του κέντρου του Πειραιά. Το τρίτο θεατρικό είναι «Η Μετακόμιση», στις συνθήκες μετά τον Εμφύλιο, από το ’53 και μετά, με τον Παπαϊωάννου, που ξεκίνησε η μετακόμιση μουσικών στην Αμερική με αρκετή γνώση πια του ρεμπέτικου.

Σπ.Γκ.: Το ένα οδηγεί στο άλλο. Το «Μινόρε της Αμερικής» πραγματεύεται το πρώτο μεταναστευτικό ρεύμα που δεν έγινε απαραίτητα κάτω από συνθήκες πίεσης, η κουλτούρα της πατρίδας μεταφέρθηκε σε «ουδέτερο» έδαφος στην Αμερική κι εκεί πέρα έχουν γίνει ηχογραφήσεις στις οποίες αφηγούνται αυτό που συνέβαινε, όπως το ζήσανε. Αυτό φτάνει μέχρι το «Μινόρε του τεκέ» με τον Γιάννη Χαλικιά που αποτελεί τη σπίθα που θα δώσει σε όλους όσοι το άκουσαν και το λάτρεψαν να ρωτήσουν ποιο είναι αυτό το όργανο; Οπως λέει ο Παπαϊωάννου: «όταν το άκουσα αυτό, τρελάθηκα». Παράτησε την κιθάρα και το μαντολίνο που έπαιζε τότε και πήρε το μπουζούκι. Στο έργο «Κάποτε στα Λεμονάδικα» ξαναρχίζει σιγά-σιγά το ρεμπέτικο: τι έγινε, πώς έγινε, κάτω από ποιες συνθήκες διαδραματίζεται όλο αυτό; Σ’ ένα καφενείο της εποχής σαν εκείνο του Μπάτη, που είναι και παράνομος τεκές, μέσα στο λιμάνι του Πειραιά. Λίγο μετά τον πόλεμο αλλάζει το σκηνικό. Είναι ώριμες οι συνθήκες πια, υπάρχουν μπουζουκτζήδες που έχουν πολύ μεγάλη επιτυχία και καλούνται από τους συμπατριώτες της Αμερικής να πάνε να παίξουν. Οσο για το «Η Μετακόμιση», κάποιοι έμειναν εκεί, κάποιοι γύρισαν. Δεν είναι ότι δεν έχει γραφτεί κάτι άλλο στην πορεία, ούτε το μαχόμαστε, ούτε το κατηγορούμε. Απλά εμείς ασχολούμαστε με ένα ρεπερτόριο που ξεκινάει στη δεκαετία του ’30 και ολοκληρώνεται στη δεκαετία του ’50. Μέχρι εκεί. Το υπόλοιπο είναι για άλλους.

 Γ.Μ.: Γράφεται συχνά-πυκνά ότι το ρεμπέτικο είναι ένα δημιούργημα της παραβατικότητας. Θα λέω πάντα όσο κι αν γίνομαι μονότονος ότι αυτό είναι ένα μέρος της αλήθειας του. Η παραβατικότητα υπάρχει μέσα στην κοινωνία. Το καλλιτεχνικό δημιούργημά της είναι τεράστιο: Τουλούζ Λοτρέκ, Μοντιλιάνι, Ναζίμ Χικμέτ, Εντγκαρ Αλαν Πόε, Καραβάτζιο... Εμείς είμαστε με το αποτύπωμα της δουλειάς αυτών των ανθρώπων. Δεν κοιτάμε από την κλειδαρότρυπα για ό,τι μπορεί να ταράζει τον αστό που λέει: α, τι καλά που εμείς δεν είμαστε έτσι. Ολες οι λαϊκές μουσικές, το ρεμπέτικο, το φλαμένγκο, το μπλουζ, το τάνγκο, το φάντο βασίζονται πάνω σε λαϊκά ακούσματα και μουσικές.

● Τι άλλο ακούγεται εκτός από ρεμπέτικα εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα;

Γ.Μ.: Εχουμε μια περίοδο τεράστιας μετοικεσίας στα αστικά κέντρα. Οταν μιλάμε για Ελλάδα, αρχίζουμε να εννοούμε τα αστικά κέντρα. Από το 1837 έρχεται κόσμος από τα νησιά, από τη Σμύρνη, πριν ακόμα από τη συμφορά, και κουβαλάνε τις μουσικές τους, τις ντοπιολαλιές τους. Ενα χαρακτικό το 1835 του Δανού περιηγητή Rørbye (Ρέερμπυ), όπου εικονίζεται ο οργανοποιός Λεωνίδας Γάιλας μ’ ένα τοίχο γεμάτο από τζουράδες, μπαγλαμάδες, κιθάρες, μας δείχνει ότι από τότε υπάρχουν άνθρωποι που νταραβερίζονται με αυτά τα μουσικά όργανα. Λέγεται ότι ο Γάιλας έφτιαξε το όργανο του Μακρυγιάννη.

● Η ανερχόμενη αστική τάξη στρέφει την πλάτη στο ρεμπέτικο και στα δημοτικά. Τι ακούει;

Γ.Μ.: Αυτή η ιστορία αρχίζει από την περίοδο που ήρθε ο πρώτος βασιλιάς. Στα σαλόνια τους ακούν ευρωπαϊκή μουσική από τις μπάντες των Βαυαρών, αλλά δεν ακούγονται πουθενά οι παραδοσιακές που παίζονταν τότε. Σε μια γιορτή για το νέο έτος, ήρθε το βασιλικό ζεύγος στην Αγία Ειρήνη, παιάνισαν οι μπάντες, έφυγαν και πήγαν στο σπίτι τους που ήταν στην πλατεία Κλαυθμώνος, η Αμαλία εκεί είχε διαμορφώσει ένα τεράστιο κήπο, μαζεύτηκε ο κόσμος κι αρχίσαν τα νταούλια, οι νταϊρέδες κι οι φλογέρες με τους παραδοσιακούς χορούς απ’ το Λιόπεσι, απ’ το Καπανδρίτι... Το ζεύγος αισθάνθηκε άσχημα και μπήκε μέσα, αλλά ο λαός με αυτά διασκέδαζε. Σιγά-σιγά μέσα στον αστικό χώρο οι ήχοι αυτοί αποτέλεσαν τον προάγγελο της ρεμπέτικης μουσικής, όπως και τα σμυρναίικα που ήρθαν με τους πρόσφυγες.

Σπ.Γκ.: Εγινε, στις αρχές του περασμένου αιώνα, μια απόπειρα να έρθει αυτή η γνώση σε λόγιο επίπεδο, όταν το 1904 ήρθε ο Κωνσταντίνος Ψάχος, πρωτοψάλτης από την Κωνσταντινούπολη, στο Ωδείο Αθηνών και ίδρυσε την πρώτη σχολή Βυζαντινής Εκκλησιαστικής μουσικής. Μετέπειτα κάνει δικό του ωδείο που λειτούργησε για τρία χρόνια. Εκεί διδάσκει βυζαντινή μουσική, δημοτική μουσική και τα μακάμια. Στα τρία χρόνια δεν μπόρεσε να φτιάξει ένα μαθητολόγιο και να κάνει διασπορά της γνώσης. Ηταν όμως η πρώτη απόπειρα που έγινε από την καθεστηκυία τάξη.

Γ.Μ.: Οι «Παραπεταμένοι» μαζί με τον πολυχώρο «Διέλευσις», τον Ομιλο Ελληνικών Τεχνών και τις εκδόσεις «Εύμαρος» θα παρουσιάσουμε μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2024 το «Ταξίδι των ήχων μέσα στον χρόνο». Ενα πρόγραμμα με δύο θεωρητικά εργαστήρια και τρεις μεγάλες συναυλίες.

Σπ.Γκ.: Θα υπάρχει βυζαντινή χορωδία που θα ψάλλει έναν ύμνο, από κάτω θα υπάρχει δημοτική ορχήστρα από βιολί, κλαρίνο, λαούτο και νταϊρέ όπου θα πούνε το αντίστοιχο παραδοσιακό κομμάτι στον ίδιο ήχο κι εμείς θα παίζουμε το ρεμπέτικο κομμάτι στον ίδιο ήχο.

Γ.Μ.: Φέτος θα ξαναπαρουσιάσουμε θεατρικά τη βιογραφία του Μητσάκη, από το βιβλίο του Ν. Οικονόμου, στη «Διέλευσις». Κάνουμε δουλειές με έναν ερωτικό, ερασιτεχνικό ενθουσιασμό και επαγγελματική αφοσίωση.

Πηγή: efsyn.gr/nisides

Σ.Δ. Συναυλία 15ου σενιναρίου για το ρεμπέτικο στη Σκύρο.Το Σάββατο 20 Ιουλίου 2024 ολοκληρώθηκε το 15ο διεθνές σεμινάριο-συνάντηση για το ρεμπέτικο στη Σκύρο. Η συναυλία που παρακολουθείτε αποτυπώνει το σύνολο των τραγουδιών που αναλύθηκαν στη διάρκεια του σεμιναρίου. Η συναυλία σηματοδοτεί και την επέτειο των 7 χρόνων από την αναγνώριση του ρεμπέτικου ως στοιχείου της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας από την UNESCO.Τα τραγούδια ξεκινούν μετά το 7'.  

 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2024 10:31
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση