Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2023 17:27

Αυτό που τραντάζει το δέρμα, της Στρατούλας Θεοδωράτου

Επιλέγουσα ή Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

efs2Μήπως είσαι η μάνα μου; Ε, μωρέ; Μην είσ’ η μάνα μου;

 

Ο σκύλος τον κοίταζει καλόβολα, έπειτα αναστενάζει κι απομακρύνεται, ψαχουλεύοντας τα πολύχρωμα σκουπίδια που αστράφτουν στον ήλιο.

-Ωρέ Μαρίνο, δεν τα βλέπεις που του κρέμονται; Είχε τέτοια η μάνα σου; 

 Φωνάζει κάποιος και ξεσπάνε όλοι στα γέλια. Οι τουρίστες χαμογελούν μηχανικά, από μια υπόγεια λαχτάρα να ανήκουν σ’ αυτόν τον ράθυμο, ηλιόλουστο κόσμο και κοιτούν τρυφερά το σκυλί. Η αγωνία του Μαρίνου πλέει παράταιρη στο φωτεινό μεσημέρι. Ο Μαρίνος ο Μούλος, το μπεκρόπιασμα. Από τότε που πέθανε η μάνα του γυρνάει στους δρόμους και την ψάχνει στα μάτια των σκύλων.

 -Μαρίνο, έλα, πάρ’ το! Μην το δώσεις πάλι του σκύλου! Εσύ να το φας!

 

Η Ρεγγίνα τού δίνει τον μεγαλύτερο πύραυλο απ’ το ψυγείο. Τ’ αφεντικό τη στραβοκοίταζει.

-Κράτα το απ’ αυτά που μου χρωστάς, του πέταει και πιάνει τον δίσκο της.

-Ρεγγίνα, για μαζέψου! Για μαζέψου γιατί… άντε!

Ας είχα έναν! Εναν! Να εγγυηθεί για δάνειο και θα σου’ λεγα ’γώ καθίκι… Ακουμπάει γελαστή τα πιάτα μπροστά στους τουρίστες. Δέρματα γυαλιστερά, δόντια ολόλευκα, ξανθά μαλλιά και φωτεινά μάτια. Οπως εκείνος, τότε… Αλλη ράτσα, άπιαστη, καλοκαιρινή.

Επιστρέφει στην κουζίνα κοιτάζοντας το πέλαγος που λάμπει μακριά. Ούτε ένα μπάνιο δεν έκανε φέτος, όλη μέρα δουλεύει μπας και βγάλει τα λεφτά για το σπίτι.

-Κουνήσου! Πάρ’ τα πόδια σου, Ρεγγίνα!

Σπίτι… Μαυρισμένα ντουβάρια, γδαρμένα αποκαΐδια. Τον πρώτο καιρό η Ρεγγίνα το έλεγε σε όποιον έβρισκε, οι ξένοι την κοιτούσαν με μια θλίψη φτενή στο πρόσωπο: my God, my poor girl, I am so sorry… και κατέβαζαν το βλέμμα στον χάρτη του τραπεζομάντιλου. Τι να πεις για μια σκάρτη μπαλαντέζα; Ενα φτηνόπραμα που σου διαλύει σε μια στιγμή τη ζωή; Κι ούτε σινιάλο κανένα μάνα, τίποτα για μας… εσύ που τα ’ξερες όλα, του σβέρτζονα τις βόλτες, της κουκουβάγιας το σκούξιμο, τι κάνει ο σκύλος για να στο πει, τι κάνει η γάτα, πότε έρχεται ο σεισμός, πότε ο μουσαφίρης και πότε ο θάνατος.

Διαπερνά τα λεπίδια του φωτός που σχίζουν τα νερά, τα ψάρια αστράφτουν αλαφιασμένα. Ξέρει κάθε βράχο από παιδί, ξέρει τις θαλασσινές σπηλιές, πού κρύβονται τα χταπόδια και πού γεννάνε οι φώκιες, ξέρει του γλάρου τη φωλιά, πού να πατήσει, πού να πιαστεί, κι όμως απ’ τον βυθό δεν μπορεί να βγει. Οσο και να ανεβαίνει, βλέπει τον ήλιο θαμπό μες στα νερά, μαζεύει, τεντώνεται, σπαρταράει, δεν τη φτάνει ο αέρας, ανοίγει το στόμα… Τινάζεται από το κρεβάτι ιδρωμένη. Αργησε στη δουλειά!

Ανεβαίνει νυσταγμένη στη μηχανή. Βγαίνει στον κεντρικό και το βλέπει από μακριά, στη μέση του δρόμου, δεν ξεχωρίζει αν είναι γατί ή σκαντζόχοιρος. Πλησιάζοντας αποστρέφει το βλέμμα, αλλά το έχει κιόλας δει, είναι ένα πουλί. Προσπερνάει γκαζώνοντας. Οχι άλλον θάνατο. Κι αν είναι ακόμα ζωντανό; Αν το πατήσει το επόμενο αμάξι; Φρενάρει απότομα. Αντέχει να δει ένα νεκρό πουλί; Το κοιτάζει απ’ τον καθρέφτη, ένα σημαδάκι λίγο πιο σκούρο απ’ την άσφαλτο. Κάνει αναστροφή.

Πλησιάζει φοβισμένη. Αίμα δεν έχει, μόνο που στέκει αφύσικα ακίνητο, παραιτημένο. Το κεφάλι γερτό, οι φτερούγες κρέμονται. Ακούει τ’ αμάξι που ’ρχεται, αρπάζει το πουλί και τρέχει στην άκρη. Νιώθει τη ζεστασιά του στην παλάμη της, το στέρνο του τινάζεται ρυθμικά, τραντάζοντας τις άκρες των δακτύλων της. Ενας μικρός κραδασμός που της κόβει την ανάσα. Το φέρνει στο ύψος του προσώπου της, το παρατηρεί, και τότε το πουλί στρέφει και την κοιτάζει, το βλέμμα του απύθμενο κι αλλόκοτα οικείο, μια στεναχώρια ανθρώπινη στο γερμένο του βλέφαρο, θλίψη απέραντη και πώς γίνεται τόσο μικρό μάτι να χωράει τέτοια θλίψη; Στέκει σαστισμένη κι αβοήθητη μες στη στιγμή που διαστέλλεται. Πρέπει να φύγει γρήγορα για το μαγαζί. Τ’ ακουμπά στα ξερόχορτα, είναι χελιδόνι, τώρα το πρόσεξε. Πισωπατάει. Τα χωράφια είναι γεμάτα γάτες, πού να το κρύψει; Το ξανακλείνει απαλά στα δάχτυλά της. Θα το πάρει μαζί της... πώς; πού; Οχι, δεν θα το δει να πεθαίνει… Χαϊδεύει το παλλόμενο στέρνο. Τεντώνει την παλάμη, γλιστράει το δάχτυλο απ’ το κεφάλι μέχρι την ουρά, σ’ έναν κυματισμό που της θυμίζει αόριστα ένα παιχνίδι παιδικό που είχε κάποτε. Ξαφνικά, το χελιδόνι τινάζει τα φτερά, κάνει δυο βήματα μέσα στο χέρι της και μ’ ένα τίναγμα απογειώνεται, γυρνά μια βόλτα πάνω από το κεφάλι της και χάνεται στον ελαιώνα.

Πατάει τη μανιβέλα τραγουδώντας. Εγώ σε πιστεύω, Μαρίνο! Στρίβει απότομα στον χωματόδρομο, μπροστά της η θάλασσα με όλα τα μπλε κι η αμμουδιά λευκή μες στο ακατάβλητο φως. Στέκεται γυμνή ψηλά στον βράχο. Ολη δική της η θάλασσα! Κι ο ήλιος και το φίνο αεράκι, ο ουρανός, ο βυθός, το πέλαγος! Να ’χε μια κραυγή να γιορτάσει τη χαρά της! Γελάει και τινάζεται, απλώνοντας τα χέρια προς το νερό.

* Το σπονδυλωτό αφήγημα της Στρατούλας Θεοδωράτου («Ο ουρανός της παλάμης», Αλεξάνδρεια, 2021) είναι το πρώτο βιβλίο της πεζογράφου και κινηματογραφίστριας. Το 2022 τιμήθηκε με το Βραβείο Κουμανταρέα της Εταιρείας Συγγραφέων

Υπό σκιάν

Δέκα πρωτοεμφανιζόμενοι πεζογράφοι γράφουν μια καλοκαιρινή ιστορία. Δέκα συγγραφείς, που τύπωσαν βιβλίο την τελευταία τριετία και απασχόλησαν κριτικούς και αναγνωστικό κοινό, ανταποκρίθηκαν στην πρόταση του Ανοιχτού Βιβλίου να θέσουν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους μια θερινή εμπειρία τους. Δέκα ανέκδοτα διηγήματα θα μας συντροφεύσουν ώς τις αρχές Σεπτεμβρίου, κουρδισμένα σε διαφορετική, όπως ήταν αναμενόμενο, τονικότητα: νοσταλγική, παιγνιώδη, αμφίθυμη, πολιτική, ενδοσκοπική, ανατρεπτική. Γι’ άλλη μια φορά οι βιβλιοφιλικές σελίδες της «Εφ.Συν.» κι αυτό το καλοκαίρι (κλείνοντας ένδεκα χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας), εκτός από αναγνωστική πυξίδα, σας προσφέρουν και αναγνωστική απόλαυση.

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση