Με τέσσερις επαγγελματίες ηθοποιούς από διαφορετικές χώρες του κόσμου (Βοσνία, Ελλάδα, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και Λίβανο), μάρτυρες εμπόλεμων συγκρούσεων, αδελφοκτόνων, εμφύλιων ή πολιτικών πολέμων (όπως μεταφέρεται στα ελληνικά ο αγγλικός όρος civil war απογυμνώνοντας τις αιτίες κάθε ένοπλης σύρραξης), συνδιαλέγεται με το ντοκιμαντέρ και τη μυθοπλασία, το θέατρο και τον κινηματογράφο, το αρχαίο κείμενο και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Και αναδεικνύει το τόσο κοινό βίωμα σε μια οικουμενική αφήγηση, φιλοδοξώντας να ανοίξει ένα παράθυρο διαλόγου και επαναδιαπραγμάτευσης που ίσως επιδράσει θεραπευτικά στον πόνο που διατυπώνεται.
Πολυσήμαντος συμβολισμός σε έναν ιερό χώρο (το Ασκληπιείο) αφιερωμένο στον θεό της Ιατρικής που ανάμεσα στα άλλα τελετουργικά της ίασης χρησιμοποιούσε και το θέατρο. Αυτά και πολλά ακόμη μας είπε ο Παντελής Φλατσούσης για το έργο «Θήβα: A global civil war» που συνέθεσε για τον κύκλο Contemporary Ancients, σκηνοθετεί και παρουσιάζει αυτήν την Παρασκευή και το Σάββατο στο Μικρό Θέατρο της αρχαίας Επιδαύρου.
● Με έναν πόλεμο σε εξέλιξη στην Ευρώπη η ερώτηση «Τι σας οδήγησε στην επιλογή του έργου» είναι απλά η αφετηρία για τη συζήτηση.
Δύο είναι οι βασικοί λόγοι. Κατ’ αρχάς το ίδιο το κείμενο του Αισχύλου «Επτά επί Θήβας», που πραγματεύεται έναν πόλεμο, όχι ακριβώς εμφύλιο αλλά αδελφοκτόνο, έπαιξε μεγάλο ρόλο στην επιλογή μας. Κι ακόμη ότι στο έργο του Αισχύλου κεντρικό ρόλο παίζει ο Χορός των άμαχων γυναικών που μένουν πίσω, ενώ οι άντρες πολεμάνε. Βλέποντας την πραγματικότητα του πολέμου, όντας σε μια πολύ ρευστή εποχή, πάμε να μιλήσουμε όχι ακριβώς μόνο για το σήμερα, αλλά για την απειλή του πολέμου, με μαρτυρίες είτε των ίδιων των ηθοποιών, είτε ανθρώπων που έχουν βιώσει τον πόλεμο, είτε έχουν ως κληροδοτημένη μνήμη εμπειρίες συγκρούσεων που έχουν χαρακτηριστικά εμφυλίου στις χώρες τους. Αναδεικνύουμε πόσο πολιτικός είναι ο πόλεμος, ακόμη και ο εμφύλιος.
Διερωτώμαστε, αν συνέβαινε ένας Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος κατά πόσο θα ήταν εμφύλιος στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, όπου το τοπικό είναι παγκόσμιο και το παγκόσμιο τοπικό. Συχνά στα ελληνικά χρησιμοποιούμε την λέξη «εμφύλιος», τείνοντας να αγνοούμε την πολιτική διάσταση που έχει ένας εμφύλιος πόλεμος που ταυτόχρονα είναι και παγκόσμιος, καθώς πάντα υπάρχει ο διεθνής παράγοντας. Το civil war αντανακλά πολύ καλύτερα αυτήν την πραγματικότητα κάθε εμφυλίου και κάθε πολέμου που στοχεύει στην αναδιανομή εξουσίας και πλούτου, άρα έχει εξόχως πολιτικά χαρακτηριστικά, που υπάρχουν στο κείμενο του Αισχύλου. Με τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο αναρωτιέσαι μήπως ζούμε τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό το ερώτημα, όμως αυτό το ερώτημα τίθεται στη διαχρονία, γιατί σε κανέναν δεν αρέσει ο πόλεμος, όμως είναι η αλήθεια ότι ο πόλεμος είναι αυτό που παράγει την ιστορία του ανθρώπου από τότε που δημιουργήθηκαν πόλεις και οι άνθρωποι άρχισαν να συμβιώνουν. Αυτές οι αναζητήσεις ήταν το έναυσμά μας.
● Πώς το προσεγγίζετε σκηνοθετικά;
Ενα 10% είναι το κείμενο του Αισχύλου και το 90% του κειμένου είναι οι μαρτυρίες είτε των επαγγελματιών ηθοποιών της παράστασης, είτε των συνεντεύξεων της έρευνας που προηγήθηκε από ανθρώπους από διάφορες χώρες. Σε αυτή την παράσταση με την έντονη πολιτική διάσταση, με ενδιαφέρει η λειτουργία της αφήγησης που έχει κάτι ουσιωδώς δημοκρατικό και παρηγορητικό με την έννοια της παραμυθίας που γιατρεύει κάτι όταν ανοίγεις ένα θέμα. Η αφήγηση, για τη βιωμένη ή κληροδοτημένη μνήμη των μεγάλων ατομικών και συλλογικών τραυμάτων, έχει τη δυνατότητα να ρίξει μια γέφυρα μεταξύ σκηνής και κοινού, να τους ενώσει. Η αφήγηση δεν κλείνει τα μάτια· γιατρεύει πληγές και βοηθά την κοινωνία να επεξεργαστεί το τραύμα και να πάει μπροστά. Δυσκολευόμαστε να αγγίξουμε τα μεγάλα συλλογικά τραύματα, αλλά βοηθάει να φτιάξουμε μια αφήγηση γι’ αυτά. Στην πράξη, στη λειτουργία της αφήγησης, χρησιμοποιούμε μονταρισμένο υλικό και ζωντανή βιντεογράφηση, υπάρχει αλληλεπίδραση του θεάτρου με τον κινηματογράφο και είναι ένα στοίχημα το πώς αυτό λειτουργεί στο θέατρο της Επιδαύρου. Σημαντικό κομμάτι σε αυτό που κάνουμε είναι ότι καθιστούμε αυτά τα πρόσωπα από τις τέσσερις διαφορετικές χώρες του κόσμου αγγελιαφόρους διαχρονικών μηνυμάτων. Μία γυναίκα από το Κονγκό, τη στιγμή που οι καταστάσεις στην Αφρική είναι πολύ φρικτές, ένας μάρτυρας από τον εμφύλιο του Λιβάνου, που δεκαετίες μετά έχει ακόμη αγνοούμενους. Επίσης οι πολύ σκληρές καταστάσεις που βίωσε στην πολιορκία και τους βομβαρδισμούς στη Βοσνία η καλλιτεχνική διευθύντρια του κρατικού θεάτρου στο Σαράγεβο, στην πρώην Γιουγκοσλαβία.
Παραμένει ερωτηματικό η τότε στάση της Ελλάδας απέναντι σε εκείνο τον πόλεμο. Το έχουμε ξεχάσει, ήταν μια σφαγή δίπλα μας και η Ελλάδα υποστήριζε τους σφαγείς επειδή ήταν ορθόδοξοι και αυτό ίσως πρέπει να το επαναδιαπραγματευτούμε, καθώς ήταν μια συλλογικά λανθασμένη στάση που αντικατοπτρίστηκε και σε λάθος πολιτικές και κυβερνητικές επιλογές. Η πραγματικότητα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου είναι επουλωμένο τραύμα, κατά τη γνώμη μου, καθώς έχει γίνει πολύ μεγάλη συλλογική δουλειά: αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι μια μήτρα που παράγει ιστορία, ωστόσο έχουν υπάρξει διαδικασίες αναγνώρισης... Κι εκείνος ο πόλεμος ήταν ένας σκληρός και παγκόσμιος πόλεμος, δεν υπάρχει σύγκρουση με εμφύλια χαρακτηριστικά στην οποία να μην συμμετέχουν παγκόσμιοι δρώντες. Στο μυαλό μου έχω ένα σχήμα ο Ψυχρός Πόλεμος ξεκινά με τον εμφύλιο στην Ελλάδα και τελειώνει με τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Πόλεμοι με εμφύλια χαρακτηριστικά στους οποίους ανακατεύονται στρατοί χωρών από ολόκληρο τον κόσμο... Ο πόλεμος στη Συρία είναι εμφύλιος ή παγκόσμιος μέσω αντιπροσώπων; Ο πόλεμος με τη Ρωσία είναι μια ευθεία σύγκρουση και στην πλευρά της Ουκρανίας έχει ταχθεί αυτό που στον Ψυχρό Πόλεμο λέγαμε ο «ελεύθερος κόσμος». Το επικίνδυνο εδώ είναι ότι έχουμε μια ευθεία σύγκρουση στα ευρωπαϊκά εδάφη μιας μεγάλης δύναμης που επηρεάζει τις παγκόσμιες εξελίξεις με μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα που συνορεύει με πολλές ενωσιακές χώρες και αναρωτιέμαι αν είμαστε κοντά στον Γ’ Παγκόσμιο. Πέρα από τα τραύματα και την επεξεργασία αυτών των δεινών, χάρη στο καστ που προέρχεται από διαφορετικές χώρες, ακούμε έξι γλώσσες ώστε η παράσταση να δίνει μια αίσθηση οικουμενικότητας που μας λείπει σήμερα.
● Ποια δυναμική αναπτύσσεται με τους συντελεστές που προέρχονται από διαφορετικές τραυματικές καταγωγές σε σχέση με τον πόλεμο και τους εμφύλιους σπαραγμούς;
Υπάρχουν και συνεντεύξεις ανθρώπων, που είναι από την άλλη πλευρά από αυτήν που είναι οι ηθοποιοί μας, οπότε υπάρχουν σκηνές που αντιπαραβάλλονται οι δύο εμπειρίες, οι μνήμες του πολέμου. Με αυτήν την έννοια έχουμε αντικρουόμενα αφηγήματα, ωστόσο έχουμε επιλέξει κυρίως ανθρώπους που ήταν συλλογικά στην αμυνόμενη πλευρά-και δεν θέλω να πω στην πλευρά των θυμάτων, γιατί τίθεται το ερώτημα της δικαιοσύνης, του δίκαιου πολέμου. Επειδή εμπλέκεται η πολιτική και χωρίς απονομή δικαιοσύνης συλλογικά δεν προχωρά μια κοινωνία, το ποιος πόλεμος ήταν δίκαιος είναι ένα άλλο ερώτημα. Κάποιοι τον αποφασίζουν και κάποιοι συμμετέχουν. Χωρίς συλλογική νομιμοποίηση, αν μια κοινωνία δεν τον θεωρήσει δίκαιο, θεωρώ ότι δεν μπορεί να προχωρήσει. Αυτό ακριβώς είναι το θέμα με τη ρωσική κοινωνία, αν θα απονομιμοποιηθεί η εισβολή στην Ουκρανία στο εσωτερικό της Ρωσίας, σε ένα τόσο αυταρχικό καθεστώς που είναι δύσκολο να ακουστούν οι αντίθετες φωνές.
● Τι θέλετε να εκφράσετε μέσα από την παράσταση;
Θέλουμε να θέσουμε ερωτήματα, να επεξεργαστούμε μέσω της μνήμης -που είναι ό,τι πιο εύθραυστο έχουμε- το ατομικό και το συλλογικό. Δεν είναι μια στέρεη αλήθεια η πραγματικότητα, είναι διαμεσολαβημένη, αναδιαμορφώνεται διαρκώς ανάλογα με τον χρόνο. Οπότε με ενδιέφερε να μιλήσω για την πρόσληψη των πολέμων, τον οικουμενικό τους χαρακτήρα και να θέσουμε το ερώτημα «Γιατί ο πόλεμος, αν και κανείς δεν τον θέλει, συνεχίζει να διαμορφώνει τον ιστορικό χρόνο;».
● Στη χώρα μας, η πόλωση, ο εμφύλιος, από την αρχαιότητα μέχρι τον περασμένο αιώνα θεωρούνται πυρηνική κατάρα. Ποια είναι η γνώμη σας;
Δεν συμφωνώ. Πιστεύω ότι γι’ αυτό τον λόγο είναι τεράστιος και πολιτικά ο Θηβαϊκός Κύκλος. Η δημοκρατία είναι θεσμοθετημένη διαφωνία. Χωρίς αυτήν πηγαίνουμε σε μια συναίνεση, η οποία ισοδυναμεί με βία χωρίς τη διαφωνία. Αν δεν διαφωνούμε, τότε το δημοκρατικό πολίτευμα μαραζώνει. Δεν είναι κάποια ελληνική κατάρα. Λέει στον Λάιο ο χρησμός «ή θα κάνεις παιδιά και θα έχεις πολέμους ή δεν θα κάνεις παιδιά και θα είσαι ήσυχος»: ή θα είμαστε πολλοί και θα διαφωνούμε και οφείλουμε να φτιάξουμε θεσμούς για να διαφωνούμε ή δεν θα ζούμε μαζί, δεν θα συναποφασίζουμε να ορίσουμε το μέλλον μας και δεν θα πολεμάμε.
Η λύση πιστεύω είναι ότι πρέπει να συναποφασίζουμε για το μέλλον μας κι ας μη θέλουμε όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Πρέπει να υπάρχει διαφωνία και αγώνας, αυτό που λέει και η Σαντάλ Μουφ για την αγωνιστική δημοκρατία, αν εκλείψει ο αγώνας εκλείπει η ίδια η δημοκρατία, εκλείπει η δυνατότητα να πετύχουμε ευρείες πολιτικές συναινέσεις. Χωρίς αυτές καμία κοινωνία δεν πάει μπροστά. Συναινέσεις ουσιαστικές, γέφυρες που έχουν επιτευχθεί μέσα από διάλογο μεταξύ των αντικρουόμενων θέσεων, γέφυρες ικανές να στηρίξουν το όραμα για ένα κοινό μέλλον, όχι επιβεβλημένες από τη βία ή λόγω φόβου· ο φόβος δεν είναι χειραφετητικό εργαλείο. Η σύγκρουση είναι το ουσιώδες εργαλείο διαλόγου για να πάμε μπροστά και βοηθά να κατακτηθούν συναινέσεις. Οταν ο διάλογος εκπίπτει -και τα σόσιαλ μίντια δεν βοηθάνε σ’ αυτό βέβαια- τότε υπάρχει μια ανάλωση σύγκρουσης. Τότε πέφτει και η ποιότητα της δημοκρατίας...
???? Πληροφορίες: «Θήβα: A Global Civil War», εμπνευσμένο από τους Επτά επί Θήβας του Αισχύλου.
Σύνθεση κειμένου Παντελής Φλατσούσης και η ομάδα.
Σκηνοθεσία: Παντελής Φλατσούσης.
Δραματουργία: Παναγιώτα Κωνσταντινάκου.
Σκηνικά – κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης.
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Ανρί Κεργκομάρ.
Σχεδιασμός – επεξεργασία βίντεο: Κωνσταντίνος Νησίδης.
Σχεδιασμός φωτισμών: Χριστίνα Θανάσουλα.
Σχεδιασμός ήχου – ηχοληψία: Κώστας Μιχόπουλος.
Συνεργασία στη δραματουργία: Ιωάννα Λιούτσια.
Παίζουν: Vedrana Bozinovic, Racha Baroud, Albertine Itela, Γιώργος Κριθάρας.
Συμμετέχουν οι μουσικοί Αλέξανδρος Σιούπουλης, τσέλο, Ευαγγελία Νικολούζου, κλαρινέτο.
Mε την ομάδα συνεργάζεται, ως επιστημονικός σύμβουλος, ο Μάνος Αυγερίδης.
Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, 21-22/7 στις 21:30
Πηγή: efsyn.gr/theatro

Ιωάννα Σωτήρχου: