Τετάρτη, 13 Μαΐου 2020 16:31

Το "Χρυσό βραχιόλι" της Θεσ/νικιάς Σοφίας Νικολαΐδου

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

vraxioliΗ φιλόλογος και συγγραφέας Σοφία Νικολαΐδου ( Θεσ/νίκη, 1968) από το 1992 εργάζεται στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κατά καιρούς έχει διδάξει σε διάφορα μεταπτυχιακά προγράμματα (  εδώ  ένα σύντομο βιογραφικό από την βιβλιονέτ).

Ο φίλος Νίκος.Μ πριν μερικά χρόνια με έφερε σε επαφή μαζί της χαρίζοντάς μου το μυθιστόρημά της "Απόψε δεν έχουμε φίλους". Η αλήθεια είναι ότι μου άρεσε, παρότι εισέπραξα μία ροπή σε μια κλασσικού τύπου τυποποίηση ανθρώπων και καταστάσεων που με κρύωνε που και που. Ένας επιπλέον λόγος από τους συνηθισμένους που μου άρεσε, ήταν λες και φιλοτέχνησε η συγγραφέας σε έναν από τους ήρωές της ένα πορτραίτο του φίλου μου στα ωραία του και τα καλά του να κυκλοφορεί μες τα χρόνια στην Θεσ/νίκη και τον επίμονο αγώνα του ν' ανθίσει έχοντας πάντα την αγωνία για την ανθοφορία και των πλησίων του.

 Από κεκτημένη ταχύτητα διάβασα το επόμενο βιβλίο της - "Χορεύουν οι ελέφαντες" -  που αν και δεν ταίριαξε απόλυτα με τα γούστα μου εντέλει με κέρδισε. Γι'αυτό η κα. Νικολαΐδου μ'αυτά τα δύο βιβλία της πέρασε μετά επαίνων την πόρτα του λογοτεχνικού μου παράσπιτου. Είναι έντιμη και διαφανής συγγραφέας με ένα λόγο και με μια πλοκή που σε παρασέρνει, έχοντας μία καλή αίσθηση της τρέχουσας καθημερινής πραγματικότητας αναδεικνύοντας παράλληλα την διάχυτη φανερή ή κρυμμένη ιστορία. 

Πριν μερικά χρόνια αποφάσισα να δωρίσω στη φίλη μου Αντωνία.Β το βιβλίο της  "Καλά και σήμερα - ένα χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος". Δυστυχώς οι αποφάσεις που δεν έχω πραγματοποιήσει στη ζωή μου για διάφορους και ποικίλους λόγους, αυξήθηκαν κατά μία ακόμα. 

Αυτές τις μέρες θα κυκλοφορήσει το τελευταίο της μυθιστόρημα "Το χρυσό βραχιόλι" από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο  λόγος που το αναφέρω είναι διότι φαίνεται να έχει στο κέντρο του παιδιά σαν κι εμάς, παιδιά δηλαδή από φτωχές όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτισμικά οικογένειες, που στους γονείς τους στην αρχή και στα ίδια στην συνέχεια σιγόκαιγε μέσα τους η φλόγα να σπουδάσουν. Κρίνοντας εξ ιδίων και σίγουρα αυθαιρετώντας μιλώντας εξ ονόματος των άλλων, νομίζω πως βοηθάει στην ανταλλαγή απόψεων όταν κάνουμε τέτοιες δύσκολες κρίσεις για αυτήν την επιλογή μας. Ναι λοιπόν, ισχυρίζομαι ότι πιο πολύ καλώς παρά κακώς, τελικά το καταφέραμε.    

Ακολουθεί μία παρουσίασή του από τον συγγραφέα Ηλία Μαγκλίνη και η προδημοσιεύση τριών αποσπασμάτων απ'αυτό το βιβλίο. 

Ανθρωποι που θέλουν να σπουδάσουν. Νέα παιδιά που επιθυμούν αυτό που έλεγαν οι παλιοί, «να προκόψουν» – «να αριστεύσουν», όπως λέμε σήμερα. Μπορεί να υπάρξει τίποτα πιο περιπετειώδες από αυτή την επιθυμία, αυτή την αποστολή; Φυσικά και μπορεί. Δύσκολα, όμως, θα βρούμε αντικειμενικό σκοπό πιο ευγενή, πιο άξιο από αυτόν.

Τέτοιες ιστορίες αφηγείται η χαρισματική Σοφία Νικολαΐδου στο νέο της βιβλίο «Το χρυσό βραχιόλι», που θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Μεταίχμιο: αληθινές ιστορίες αληθινών ανθρώπων, τις οποίες συγκέντρωσε ως ερευνήτρια, από τη μία, και σαν ρεπόρτερ, από την άλλη.

«Το βιβλίο αυτό είναι ένα μωσαϊκό φωνών», γράφει. «Σαν τα παλιά μωσαϊκά στα σπίτια όπου μεγαλώσαμε. Από το ατελείωτο υλικό, τις συνεντεύξεις, τις ηχογραφήσεις και τις σημειώσεις φτιάχτηκε ένα υφαντό αφηγήσεων. Μπορεί να είναι η ιδέα μου, όμως κάτω από τις παραλλαγές και τα μοτίβα που αναδεικνύονται ακούγεται ένα μουρμούρισμα που χάνεται σιγά σιγά. Είναι οι φωνές των παλιών, που πίστευαν ότι τα γράμματα σε κάνουν άνθρωπο».

Ομως, το βιβλίο δεν έχει να κάνει μονάχα με το χθες και το σήμερα, αλλά και με το αύριο. Σημειώνει η συγγραφέας: «Στο βιβλίο ακούγονται και οι φωνές μιας τρίτης γενιάς, της γενιάς των παιδιών μας. Κάποιοι από αυτούς ανήκουν σε νεότερα προσφυγικά σόγια, που έφτασαν κακήν κακώς στη χώρα. Παιδιά που γεννήθηκαν εδώ και μιλούν καλύτερα ελληνικά από αλβανικά ή ρωσικά, που είναι η μητρική τους γλώσσα. Παιδιά που πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν. Εχουν κίνητρο, το ισχυρότερο καύσιμο. Παιδιά που ξέρω καλά, γιατί πολλά από αυτά υπήρξαν φοιτητές μου. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι πρώτοι στην οικογένειά τους που σπούδασαν.

Ολοι τους φόρεσαν το χρυσό βραχιόλι. Το πτυχίο είναι χρυσό βραχιόλι στο χέρι του παιδιού, έτσι δεν έλεγαν οι παλιές γιαγιάδες;»

Προδημοσίευση

• Εψαχνα για δουλειά, για να μαζέψω λεφτά και να πάω Erasmus. Το Erasmus ήταν η ευκαιρία μου να βγω στο εξωτερικό, γιατί μέχρι τότε δεν είχα βγει ποτέ. Πήγα στη Γαλλία, που την ήθελα πάρα πολύ. Πήρα πτυχίο στο έκτο έτος. Είχα ήδη ξεκινήσει να δουλεύω και ήμουν τρισευτυχισμένη που βρήκα δουλειά στον τομέα μου, χωρίς να έχω πάρει ακόμα πτυχίο. Είχαν χτυπήσει μερικά τηλέφωνα και μου έλεγαν, έλα για συνέντευξη. Χωρίς να έχω στείλει βιογραφικά.

Δεν θέλω να πάει χαμένη η ζωή. Θέλω να κάνω πράγματα. Δεν ξέρω, δεν θέλω να πάει χαμένη
αυτή η ζωή.

• Μια φορά πήγα σε ένα σπίτι. Η μαμά του παιδιού ήταν φιλόλογος και ο πατέρας αρχιτέκτονας. Το σαλόνι τους ήταν γεμάτο βιβλία. Δεν υπήρχαν τοίχοι, μόνο βιβλία. Επαθα σοκ. Το λάτρεψα. Λέω, Χριστέ μου, εδώ είναι ο Παράδεισος. Τα πρώτα μου λεφτά ήταν από το γράψιμο. Ενα πενηντάρικο που δεν ήξερα πού να το κολλήσω, έλεγα, είναι σημαντικό, πρέπει να το κάνω κάτι καλό. Τελικά ξοδεύτηκε άδοξα σε κάποια έξοδο. Στο δεύτερο έτος είχα κάνει κάτι συνεντεύξεις με μουσικούς του δρόμου. Είχα στείλει το κείμενο αποδώ κι αποκεί, έλεγαν, κόψ’ το, κόψ’ το, κόψ’ το, εγώ δεν ήθελα. Τελικά το πήρε η Parallaxi. Ηταν τα πρώτα μου λεφτά, ήμουν τρισευτυχισμένη.

• Δεν μου αρέσει η Ελλάδα. Δεν μπορώ να με φανταστώ να ζω για πάντα εδώ. Μόνο για διακοπές θα ’ρχομαι. Ο κόσμος, η νοοτροπία, δεν μου ταιριάζει. Είμαστε πίσω στα πάντα. Ακόμα και αυτό το υπερβολικά ανοιχτό που έχουμε μου φαίνεται too much. Δεν λέω, μου αρέσει που έχει βραδινή ζωή, και όταν είχα πάει στη Γαλλία, μου είχε λείψει. Αλλά δεν νιώθω ότι ταιριάζω. Ούτε με τα ελληνικά που παίζουν το Πάσχα ούτε που γίνεται γλέντι στους γάμους ούτε που πρέπει στην πολυκατοικία να ξέρουν όλοι τι κάνω. Μου φαίνεται αδιανόητο. Να έχω τον παππού απέναντι που θα βγει σαν ραντάρ για να δει τι κάνω. Ελλάδα θα έρχομαι για διακοπές. Θα κάνω τη ζωάρα μου. Πολλά λέω όμως, ποτέ δεν ξέρουμε η ζωή πώς τα φέρνει (χαμογελάει). Μπορεί να μη φύγω καν. Και οι δικοί μου με σπρώχνουν. Τι μέλλον έχω εδώ; Κανείς δεν έχει μέλλον. Είναι πολύ δύσκολο να βρεις καλή δουλειά. Κάτι θα βρεις, σίγουρα θα βρεις κάτι, αλλά καλή δουλειά με καλό μισθό... Γιατί να μην πάω στο εξωτερικό, που θα παίρνω λεφτά που αντιστοιχούν στη δουλειά που θα κάνω; Ειδικά εδώ, που παίζει ο γνωστός του γνωστού... Εκεί μετράνε λίγο και τα πτυχία, ρε γαμώτο.

Πηγή:  kathimerini.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 14 Μαΐου 2020 19:08
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση