Συχνά, οι προσπάθειες «ανοίγματος» εξαντλήθηκαν σε μια συγκόλληση μηχανισμών, τάσεων και προσώπων, χωρίς ουσιαστική πολιτική και οργανωτική σύνθεση. Δημιουργήθηκαν συμμαχίες που λειτούργησαν περισσότερο ως παράλληλες συνυπάρξεις παρά ως ενιαία πολιτικά σώματα. Η συνύπαρξη αυτή, χωρίς βαθύτερη συμφωνία πάνω σε κοινές μεθόδους, αξίες και στόχους, αδυνατούσε να παράξει νέα πολιτική σκέψη και συλλογική δυναμική. Έτσι, η ανοιχτότητα μετατρεπόταν από εργαλείο υπέρβασης σε μηχανισμό αναπαραγωγής των ήδη υπαρχόντων διαχωρισμών.
Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η πολυφωνία. Η Αριστερά ιστορικά υπήρξε χώρος διαφορετικών θεωρητικών ρευμάτων, πολιτικών αναλύσεων και κοινωνικών αναφορών. Το ερώτημα ήταν και παραμένει αν αυτή η πολυφωνία μπορεί να αποκτήσει όρους σύνθεσης. Αν μπορεί να συγκροτήσει μια κοινή πολιτική κουλτούρα που να επιτρέπει τη διαφωνία χωρίς διάσπαση, τη διαφορετικότητα χωρίς περιχαράκωση, και την ενότητα χωρίς ομογενοποίηση.
Η ανοιχτότητα δεν μπορεί να σημαίνει απλώς «χώρος για όλους». Αντίθετα, προϋποθέτει συγκεκριμένες διαδικασίες και πολιτική βούληση. Προϋποθέτει εμπιστοσύνη, συλλογικότητα, δημοκρατική λειτουργία και την αποδοχή ότι κανείς δεν διαθέτει αποκλειστικά την πολιτική αλήθεια. Χωρίς αυτά, η επίκληση της ανοιχτότητας κινδυνεύει να λειτουργήσει ως επικοινωνιακή διακήρυξη χωρίς πραγματικό περιεχόμενο.
Ιδιαίτερα σήμερα, σε μια περίοδο όπου η κοινωνία αλλάζει γρήγορα, οι μορφές εργασίας μετασχηματίζονται, οι συλλογικότητες αποδυναμώνονται και η πολιτική εκπροσώπηση αμφισβητείται, η ανάγκη για νέα εργαλεία πολιτικής παρέμβασης γίνεται όλο και πιο επιτακτική. Η παραδοσιακή οργανωτική μορφή συχνά αποδεικνύεται ανεπαρκής για να συνομιλήσει με τις σύγχρονες κοινωνικές εμπειρίες, τις νέες γενιές και τα διάχυτα κοινωνικά αιτήματα.
Όμως κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να συγκεκριμενοποιήσει πλήρως ποια ακριβώς θα είναι αυτά τα νέα εργαλεία. Η ίδια η έννοιά τους παραμένει ανοιχτή, μεταβαλλόμενη, δυναμική. Ίσως γιατί δεν μπορούν να υπάρξουν ως έτοιμες συνταγές ή ως οργανωτικά μοντέλα που αντιγράφονται μηχανικά. Ίσως γιατί γεννιούνται μέσα από την ίδια την κοινωνική και πολιτική κίνηση, μέσα από την εμπειρία της συμμετοχής, της σύγκρουσης, της συνεργασίας και της συλλογικής αναζήτησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανοιχτότητα δεν αφορά μόνο μια καλύτερη εσωτερική λειτουργία. Θα μπορούσε να αποτελέσει η ίδια ένα νέο εργαλείο πολιτικής παρέμβασης; Μπορεί η ανοιχτότητα να μετατραπεί από γενική αναφορά σε ενεργή πολιτική πρακτική που παράγει σχέσεις εμπιστοσύνης, συμμετοχής και κοινωνικής κινητοποίησης;
Το ερώτημα αυτό δεν είναι θεωρητικό. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται σήμερα η πολιτική. Σε μια εποχή απογοήτευσης από τους θεσμούς, κρίσης εκπροσώπησης και διάχυτης δυσπιστίας απέναντι στα κόμματα και τις οργανώσεις, η δυνατότητα δημιουργίας πραγματικά ανοιχτών πολιτικών χώρων ίσως αποτελεί κρίσιμο όρο για την ανασυγκρότηση της συλλογικής δράσης.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και η προσπάθεια που γίνεται στην εφημερίδα Η Εποχή. Όχι ως ένας χώρος τυπικής συνύπαρξης διαφορετικών απόψεων, αλλά ως πεδίο ουσιαστικού διαλόγου ανάμεσα στα διαφορετικά ρεύματα της Αριστεράς. Η επιδίωξη δεν είναι απλώς να καταγραφούν οι διαφωνίες, αλλά να δημιουργηθούν οι όροι ώστε αυτές οι διαφορετικές εμπειρίες, αναλύσεις και πολιτικές παραδόσεις να μπορέσουν να συνομιλήσουν πραγματικά, να αναζητήσουν κοινούς τόπους, και τελικά να φτάσουν σε δυνατότητες σύνθεσης. Γιατί χωρίς χώρο διαλόγου, χωρίς κουλτούρα ακρόασης και χωρίς τη διάθεση υπέρβασης των περιχαρακώσεων, η έννοια της ανοιχτότητας παραμένει κενή.
Μια τέτοια ανοιχτότητα, όμως, δεν μπορεί να είναι ουδέτερη ή άμορφη. Δεν σημαίνει έλλειψη πολιτικού προσανατολισμού ούτε απουσία στρατηγικής. Αντίθετα, απαιτεί σαφή στόχο και ταυτόχρονα δημοκρατική διαδικασία. Απαιτεί την ικανότητα να συνδέονται οι διαφορετικές εμπειρίες και ιδέες σε μια κοινή προοπτική κοινωνικού μετασχηματισμού.
Η ενότητα, άλλωστε, δεν είναι κατάσταση ακινησίας ούτε αποτέλεσμα διοικητικών συμφωνιών κορυφής. Είναι διαρκής διαδικασία. Χτίζεται μέσα από τη συζήτηση, τη συμφωνία, τη διαφωνία, και τελικά τη σύνθεση. Χτίζεται όταν οι πολιτικές και οργανωτικές διαφορές δεν αντιμετωπίζονται ως απειλή αλλά ως δυνατότητα παραγωγής νέας σκέψης και νέας πρακτικής.
Η Αριστερά έχει μπροστά της μια δύσκολη αλλά αναγκαία πρόκληση, να αποδείξει ότι η ανοιχτότητα μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια διακηρυκτική αναφορά. Ότι μπορεί να αποτελέσει μια ζωντανή και λειτουργική συνθήκη πολιτικής συγκρότησης.
Πηγή: epohi.gr

Ιωάννης Κουτσουφλάκης.