Ποιήματα του ενός ή των δύο στίχων, ελάχιστες ποιητικές καταθέσεις, ιστορίες συμπύκνωσης, στιγμών, ακαριαίων παρατηρήσεων.
Σε φωνάζω Γογγύλα/ Φανερώσου πάλι κοντά μου / Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς,/ νά ‘ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν / όμορφη, και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ, /μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει. (Σαπφώ μέσω Οδυσσέα Ελύτη)
Μέσα στην ιστορία της ποίησης με διαφορετικούς τρόπους και μέσα από διαφορετικά είδη, ο μικρός στίχος έρχεται στην επιφάνεια.
Το Ποίημα: Είναι ένα κομμάτι κρέας/ Που κουβαλά ένας διαρρήκτης/ Για να αποσπάσει την προσοχή του σκύλου. (Τσαρλς Σίμικ)
Ξεκινώντας από την αρχαία Ελλάδα και φτάνοντας μέχρι και τις μέρες μας, μέσα από διαφορετικές παραδόσεις και συρρικνώσεις.
Πολλοί άνθρωποι άσπρισαν/ γύρω μου. Γίνανε ασβέστης./ – Με την κιμωλία τους/ γράφω ποιήματα. (Γιάννης Κοντός, Τα οστά)
Ο μικρός στίχος είναι ένας εορτασμός της δομικής μονάδας του στίχου. Και ταυτόχρονα μια γιορτή της συμπύκνωσης, της αυτοτέλειας και αφαίρεσης. Μια σπουδή στο λίγο που γίνεται πολύ, πολλαπλασιασμένο ακριβώς από αυτό που λείπει.
Οδήγησε το κάρο και το αλέτρι σου πάνω από τα κόκκαλα των νεκρών (Ουίλιαμ Μπλέηκ, Οι παροιμίες της κόλασης)
Τα σύντομα ποιήματα μάς διδάσκουν ουσιαστικά την εστίαση στο ταυτόχρονο ξεκίνημα και κλείσιμο ενός ποιήματος. Είναι μια άσκηση με τον πυρήνα των ποιητικών πραγμάτων. Και κατακτώντας τον πυρήνα ουσιαστικά μπορούμε να πάμε οπουδήποτε.
Η νύχτα είναι παγερή/ και μ’ έχεις στήσει/ με γέλασες/ με γέρασες (Ντίνος Χριστιανόπουλος)
Σε μια εποχή βιαστική, σε μια εποχή που τίποτα δεν περισσεύει το βραχύσωμο ποίημα επιβιώνει σαν αναστεναγμός.
Κοινού ανθρώπου και όχι του Κροίσου/ βλέπεις τον τάφο./ Ανδρός χειρώνακτος ο μικρός αυτός τύμβος/ για μένα αρκετός όμως. (Παλατινή Ανθολογία, Α. Σιμωνίδου, μτφρ Γιώργος Ιωάννου)
Σε μια εποχή όπου κάθε τι συρρικνώνεται ώστε να είναι πρακτικό και να χωράει παντού, το σύντομο ποίημα αποκτά ένα νέο μέγεθος.
Παλιά λίμνη/ ένας βάτραχος μέσα πηδά/ ήχος νερού (Ματσούο Μπασό, Το χαϊκού του βατράχου)
Γιατί το σύντομο ποίημα δεν είναι απλώς αφαίρεση αλλά κυρίως συμπύκνωση.
Με μια καρδιά που άλλα της λες/ κι άλλα καταλαβαίνει. (Κώστας Μόντης, Άτιτλη στιγμή)
Ο μικρός στίχος δεν κουβαλάει τα άδειο του κενού αλλά το απόλυτα γεμάτο της πυκνότητας.
Ήτανε μια κοπέλα απ’ τη Σάμο/ που έχωσε το δεξί της στην άμμο/ και με τ’ άλλο το χέρι/ εκρατούσε ένα αστέρι/ ετούτη η κοπέλα απ’ τη Σάμο (Λίμερικ του Γιώργου Σεφέρη)
Η προσοχή μας έχει διασπαστεί. Όλο και περισσότεροι δυσκολεύονται να διαβάσουν. Ίσως το αντίδοτο να μην είναι πια το πιο πολύ, ούτε το πιο μεγάλο. Ίσως όμως να μην είναι ούτε μια παραχώρηση στο λιγότερο. Ίσως τελικά το αντίδοτο να είναι μια σπουδή στο πυκνό.
Η όψη εκείνων των προσώπων μες στο πλήθος:/ πέταλα σε υγρό, κλαδί μαύρο. (Σ’ ένα σταθμό του μετρό, του Έζρα Πάουντ, μτφρ Γιάννης Λειβαδάς)
Δεν ζητούμε το πολύ. Ζητούμε το λίγο. Το λίγο εκείνο που γίνεται πολύ όταν το πολύ δεν φτάνει. Τον μικρό στίχο. Που γίνεται πολύς ενώ οι λέξεις μας λιγοστεύουν.
Άνθισαν οι κερασιές. Κάτι πεθαίνει. Ετοιμαστείτε. (χαϊκού του Kobayashi Issa μεταγραφή: Γιώργος Μπλάνας)
Φωτο: Rudy and Peter Skitterians / Pixabay
Πηγή: epohi.gr

Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει