Εδώ δεν υπήρχε «εκλέπτυνση» αλλά αυθεντικότητα.
Ο ήχος ήταν κραυγή, κάλεσμα ή και διαμαρτυρία.
Η αντιπαράθεση δεν είναι απόλυτη, πολλές φορές η μουσική του δρόμου εισχώρησε στα σαλόνια (όπως τα βαλς που ξεκίνησαν ως λαϊκοί
χοροί) και η μουσική του σαλονιού βρήκε τη θέση της στους δρόμους, όταν οι μελωδίες έγιναν τραγούδια του λαού.
Έτσι, τα δύο είδη δεν αποτελούν αντίθετους κόσμους αλλά συγκοινωνούντα δοχεία που δείχνουν πως η μουσική εκφράζει διαφορετικά
κοινωνικά σώματα, μα πάντοτε υπηρετεί την ίδια ανάγκη.
Να ενώνει τους ανθρώπους.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, η ευρωπαϊκή αστική τάξη απολάμβανε στα σαλόνια της τις νοκτούρνες του Σοπέν.
Αυτά τα έργα ήταν γραμμένα για λίγους εκλεκτούς, με πιάνο σε ευγενικές αίθουσες, όπου η μουσική είχε χαρακτήρα εσωτερικής συγκίνησης
και προσωπικής καλλιέργειας.
Την ίδια εποχή, στους δρόμους του Παρισιού, το chanson (τραγούδι του δρόμου) και οι οργανικές μπάντες συνόδευαν γιορτές, λαϊκά
πανηγύρια ή πολιτικές διαδηλώσεις.
Η μουσική εκεί δεν ζητούσε εκλέπτυνση αλλά συμμετοχή, δεν απευθυνόταν στο άτομο αλλά στο πλήθος.
Αυτή η αντίθεση δείχνει πώς ο ίδιος αιώνας μπορούσε να γεννήσει δύο τελείως διαφορετικούς μουσικούς κόσμους.
Τον κόσμο της σιωπηλής συγκέντρωσης στο σαλόνι και τον κόσμο της ζωντανής συλλογικής εμπειρίας στον δρόμο.
Φίλοι Τρίτου Προγράμματος • Maestro

Fotios Katsiroubas. Η μουσική του σαλονιού, ιδιαίτερα τον 19ο αιώνα, θεωρήθηκε φορέας αστικής καλλιέργειας.