Τετάρτη, 23 Απριλίου 2025 20:02

Η τριπλή τέχνη του Αλέξη Πολίτη (Αθήνα, 1945 - 11 Απριλίου, 2025) του Παντελή Μπουκάλα

Επιλέγουσα ή Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

epoxi29Όσο περισσότερους δασκάλους έχει κανείς, που να τους διάλεξε ο ίδιος, και όσο περισσότερα τους χρωστάει, τόσο πλουσιότερος είναι. Και δεν είναι απαραίτητο να διαθέτουν όλοι τους τίτλους πανεπιστημιακούς ή να έχουν εκδώσει συγγράμματα. Στη δουλειά μου για το δημοτικό τραγούδι είχα την τύχη να με δασκαλέψουν αφενός συγγραφείς με βαρύ δημοσιευμένο έργο, συγγενείς εκ πνεύματος αυτοί, αφετέρου συγγενείς εξ αίματος, που μπορεί να μην είχαν γράψει τίποτε για την ποίηση των ανωνύμων, την αγαπούσαν όμως και τη σέβονταν σαν τα άγια των αγίων.

Στο λαϊκό τραγούδι με μύησε από την οδό του βιώματος ο μικρός μου αδερφός, ο Μάκος. Στο δημοτικό, και πάντα από την ίδια οδό, τρία πρωτοξάδερφά μου. Συμμαθητές μου στη σχολή της δημοτικής ποίησης, ήταν ταυτόχρονα και δάσκαλοί μου, με τον τρόπο του ο καθένας. Ο Δήμος Μαυρομμάτης, ο Πάνος Μπουκάλας και ο αδερφός του ο Παντελής, του Χρήστου αυτοί κι εγώ του Σπύρου. 

Ο Δήμος γνώριζε τα δημοτικά όσο βαθιά γνώριζε και την αρχαία ελληνική γραμματεία, κι αυτό σπανίζει εξαιρετικά. Πολίτης του κόσμου τους ένιωθε και ήταν, μέτοχος, όχι παρατηρητής. Τις κάποιες αδυναμίες του στο τραγούδι και στον χορό τις κάλυπταν και με το παραπάνω ο Πάνος και ο Παντελής, ο πιο μεγάλος από τους τρεις Παντελήδες που μοιραστήκαμε το όνομα του παππούλη μας, τρις συζευγθέντος μα πάντα ελεύθερου. Τραγουδισταράδες τα δύο αδέρφια και δεινοί χορευτές του τσάμικου. Ομολογημένη η ζήλια μου.

Δεν ζει κανείς από τους τρεις τους πια. Τελευταίος πέθανε ο Παντελής, δάσκαλος αγαπημένος γενιών και γενιών στο σχολείο του, τον «Διονύσιο Σολωμό». Αρχές του Απρίλη· ενός «σκληρού Απρίλη» που έκοψε το νήμα της ζωής και του Αλέξη Πολίτη, δασκάλου μου εκ πνεύματος αυτού. Κι ο Δήμος, Απρίλη είχε πεθάνει. Ο Πάνος Ιούνιο. Όπως και ο Γρηγόρης Σηφάκης, επίσης εκ πνεύματος δάσκαλός μου.

Επιπλέον, τα κείμενα που απαρτίζουν τον τόμο είναι δημιουργήματα ενός στοχαστικού ανθρώπου που εννοεί στην κυριολεξία του το χρέος στον αναστοχασμό, την αυτοαμφισβήτηση ακόμα. «Υπάρχει πρόοδος και στον τρόπο που διαβάζει κανείς» γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στο κείμενό του «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», κι αυτό ώρες ώρες μοιάζει με προτροπή περισσότερο (προς τον ατομικό αλλά και τον συλλογικό αναγνώστη) παρά με ασφαλή διαπίστωση.

Στην περίπτωση πάντως του Αλέξη Πολίτη και του τρόπου με τον οποίο διαβάζει τα δημοτικά τραγούδια δεν μπορεί να μη σημειώσει κανείς τη σπάνια επιστημονική τιμιότητά του. Δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο, κάθε άλλο, να ασκεί ένας συγγραφέας δημοσίως κριτική στον ίδιο του τον εαυτό, σε παλαιότερα κείμενά του, όπως πράττει ο Πολίτης στον παρόντα τόμο. Στο χρησιμότατο κεφάλαιο «Βασική βιβλιογραφία γαι το δημοτικό τραγούδι», και λίγο πριν ολοκληρωθεί το βιβλίο με τα τρία λειτουργικά ευρετήριά του, παρουσιάζει φυσικά και τη δική του έκδοση των Κλέφτικων, σημειώνοντας ωστόσο: «Εισαγωγή πλούσια σε ιστορικά στοιχεία και λεπτομέρειες, γραμμένη όμως από οπτική γωνία που ο επιμελητής έχει έκτοτε πολλαπλώς αναθεωρήσει». Για όσους η αναθεώρηση είναι αμάρτημα, παρότι αυτή είναι ή θα έπρεπε να είναι το μόνο «δόγμα» της επιστήμης και της έρευνας, μια τέτοια «ομολογία» είναι είτε περιττή είτε αυτοκαταστροφική, μια και υπονομεύει όλες τις περί αλαθήτου σιγουριές.

Αλλά η ίδια υψηλή επιστημονική ευθύνη είχε οδηγήσει τον Αλέξη Πολίτη ήδη στην ανατύπωση των Κλέφτικων (Ερμής, 1981) στην προσθήκη μιας επίσης «αυτοκαταστροφικής» σημείωσης: «Η κριτική της επιλογής αυτής από τον Σπ. Ι. Ασδραχά, ορισμένες παλαιότερες μελέτες που μου είχαν διαφύγει, τα νέα κείμενα που περιέχει το αρχείο του Fauriel στο Παρίσι, καινούριες ανιχνεύσεις και ιστορικές προσεγγίσεις με οδήγησαν σε επανεκτιμήσεις και διαφοροποιήσεις…»

Τρόποι και τις λειτουργίες της προφορικής λογοτεχνίας

Μια και δεν ζούμε πια στη δημοκρατία της προφορικότητας, είμαστε (η σκέψη μας δηλαδή και οι απόψεις μας, μπορεί και το αίσθημά μας) ό,τι κι όσο διαβάζουμε· αν, παρότι μελετητές, παύουμε να διαβάζουμε, βέβαιοι ότι μας δόθηκε ήδη η αλήθεια, ή βγάζουμε έξω από τον ορίζοντά μας ό,τι υποθέτουμε ή φοβόμαστε πως θα θέσει σε κίνδυνο τις σταθερές μας, τότε απλώς παύουμε να περνάμε κάπου αλλού, παύουμε δηλαδή να ζούμε το ρήμα «διαβάζω» στην κυριολεξία του, σαν δυνατότητα περάσματος προς κάτι νέο. Ψάχνοντας βρίσκει κανείς, κι άλλος τρόπος δεν υπάρχει, εκτός της επιφοίτησης βέβαια, για την οποία ωστόσο οι επιστήμονες είναι υποχρεωμένοι να αδιαφορούν.

Σε τούτο το ωραία αρμοσμένο φιλολογικό του αφήγημα, λοιπόν, ο Πολίτης μελετά τους τρόπους και τις λειτουργίες της προφορικής λογοτεχνίας, τη συμπλοκή της με τη συγκαιρινή της κοινωνία (ποιοι και πώς συνέθεταν τα κλέφτικα, λόγου χάρη, ποιοι οι «στραβοί με τες λύρες» που λέει ο Κολοκοτρώνης στη Διήγηση συμβάντων της ελληνικής φυλής, και οι οποίοι θυμίζουν τον τυφλό ζητιάνο του Σολωμού), και ποια μορφή έπαιρνε αυτό που γράφει ο Μακρυγιάννης, ότι «εις τα ’ρδιά [ορδιά] πάντοτες εγλεντούσαμεν», με ταμπουράδες και τραγούδι, και κυρίως ποια υπήρξε «η δεύτερη ζωή των δημοτικών τραγουδιών», φιλολογική και κοινωνική.

Προσδιορίζοντας ως «έτος γεννήσεως για το ελληνικό ενδιαφέρον γύρω από το δημοτικό τραγούδι» το 1852, οπότε ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος εξέδωσε τα Άσματα δημοτικά της Ελλάδος («συμπεπληρωμένα», όπως ο ίδιος προοιμιακά δήλωνε), ο Πολίτης, πατώντας στο ερευνητικό έδαφος που άρχισε να γεωργεί ο Γιάννης Αποστολάκης ήδη το 1929, παρακολουθεί στενά και καταγράφει τη νόθευση που υπέστη το δημοτικό τραγούδι (και προπαντός το κλέφτικο) από λογίους οι οποίοι, από υπερβάλλοντα καλλιτεχνικό ή εθνικό ζήλο (ή και για να γράφουν στη δημοτική όταν δέσποζε η καθαρεύουσα), «συμπλήρωναν» τα υπάρχοντα δημοτικά, ή και συνέγραφαν και δικά τους. Και μάλιστα χωρίς να αποσαφηνίζουν ότι πρόκειται για προσωπική ποίηση και όχι για ανώνυμη, δημοτική (το αντίθετο συνέβαινε με αρκετούς ανθολόγους ή συλλογείς: δήλωναν ότι παρουσιάζουν καταγραφές «από το στόμα του λαού» αλλά συμπεριλάμβαναν και ποιήματα προσωπικά, «ιδιόκτητα», του Διονύσιου Σολωμού λόγου χάρη ή του Παύλου Λάμπρου).

Στους δρόμους που ακολούθησε η συλλογική μας αυτογνωσία

Δεν είναι, κάθε άλλο, στενά φιλολογικού ενδιαφέροντος ερωτήματα του είδους «πόσα από τα κολοκοτρωναίικα είναι όντως κολοκοτρωναίικα» και όχι κατοπινές κατασκευές ή τι οδήγησε τον Ζαμπέλιο να προσθέσει στον θρήνο της Αλωσης τον στίχο «γιατ’ είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει», στίχο κοινόχρηστο έκτοτε, άρα, υπό μία και μόνη οπτική, λαϊκό, αφού από τη γραπτή πλέον δημιουργία πέρασε και εγκαταστάθηκε στην προφορική και από την ατομική στην κοινή.

Τα ερωτήματα αυτά έχουν να κάνουν με τους δρόμους που ακολούθησε η συλλογική μας αυτογνωσία, και με τους αναδρομικούς εξωραϊσμούς ή, να το πω έτσι, με τους εξηρωισμούς που χρησιμοποίησε σαν αχρείαστη βακτηρία. Μελετώντας και γράφοντας για το πώς και το γιατί, με την παρέμβαση λογίων, νοθεύτηκαν πολλά δημοτικά, και πώς, παρά τον νοθευτικό «εμπλουτισμό» τους (ενώ καμία ενίσχυση δεν χρειαζόταν ούτε το φρόνημά τους ούτε η ηθική τους ούτε η λογοτεχνική τους αξία), εξακολουθούν, λόγω και της καθηλωμένης και καθηλωτικής εκπαίδευσης, να (εκ)τιμώνται σαν ατόφια ελληνική φωνή, σαν η αυθεντικότερη έκφραση του δήμου, είναι σαν να γράφεις την ιστορία της μετεπαναστατικής Ελλάδας, με την ελπίδα ότι εκείνη η ελυτική «πρόοδος στην ανάγνωση» θα φτάσει κάποια στιγμή να αφορά και το σχολείο. Ότι δηλαδή κάποια στιγμή η λεγόμενη δημόσια ιστορία θα αποκτήσει στενότερη σχέση με την επιστημονική. Προς αυτήν την κατεύθυνση, η συμβολή του Αλέξη Πολίτη είναι καθοριστική. Τίποτα λιγότερο.

 

***

Αυτά προ δεκαπενταετίας. Στα χρόνια που ακολούθησαν έως τον θάνατό του, ο Αλέξης Πολίτης συνέχισε να καλλιεργεί την τέχνη του, όλο και πιο εντατικά, όλο και πιο ευρηματικά. Μια τέχνη τριπλή: του ακάματου ερευνητή-αναγνώστη των πηγών που εντόπιζε, του μεθοδικού οργανωτή του πλούσιου υλικού που συγκέντρωνε και του μαστορικού αφηγητή των ιδεών και των ιστοριών του.

Ας μνημονεύσω εδώ τρία έργα του, των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης όλα τους: 1) Η ρομαντική λογοτεχνία στο εθνικό κράτος 1830-1880. Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, πνευματική κίνηση, αναγνώστες (2017). 2) 1821 – 1831. Μαζί με την ελευθερία γεννιέται και η καινούρια λογοτεχνία: ποίηση, πεζογραφία, λογιοσύνη (2021). 3) Νικόλαος Κασομούλης: Με το σπαθί εις το χέρι και με το ντουφέκι – Στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. (2021). Εδώ ο Πολίτης υπογράφει το δοκίμιο «Η προσωπική εμπειρία ως Ιστορία» και συνθέτει σε ενιαία αφήγηση τα «μεσολογγίτικα» αποσπάσματα των Ενθυμημάτων του Μακεδόνα αγωνιστή.

Χάρη στα βιβλία του αυτά, και αυτά, το βλέμμα μας στον 19ο αιώνα είναι υποχρεωμένο να μαθητεύει αδιάλειπτα στη δική του ματιά, στην οξυδερκή ανάγνωσή του της ιστορίας και της λογοτεχνίας εκείνων των χρόνων, που αποτελούν την κοινή γενέτειρα όλων μας.

Σημείωση:

1. Βλ. τώρα Αλέξης Πολίτης, «Γρηγόρης Σηφάκης: Στον κόσμο της προφορικής λογοτεχνίας», The Book’s Journal, τχ. 84, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2018.

Πηγή: epohi.gr

Αλέξης Πολίτης: Πέθανε ο φιλόλογος με τη σπουδαία συμβολή στο δημοτικό τραγούδι  

Διαβάστηκε 359 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 23 Απριλίου 2025 20:28

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση