Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2020 19:42

Η γέννηση του Διόνυσου, του Γιώργου Τσιρίδη

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
semeliΈχω προειδοποιήσει πως θα παραθέσω μερικά κομμάτια του βιβλίου μου «Διόνυσος, ο αιώνιος έφηβος και το λυκόφως των θεών». Πραγματοποιώντας την απειλή μου, παραθέτω ένα απόσπασμα, το 3ο κεφάλαιο του βιβλίου. 
Εδώ περιγράφεται (απο την δική μου σκοπιά) ο γνωστός μύθος της γέννησης του Διόνυσου από τον μηρό του Δία αφού διακόπηκε απότομα στους έξι μήνες η κύησή του από την Σεμέλη, την κόρη του Κάδμου.
Το παραθέτω για να δει κανείς τον τρόπο γραφής πιο πολύ. κατά τ' άλλα ο μύθος είναι γνωστός. Μιλά σε πρώτο πρόσωπο ο Δίας και περιγράφει τον έρωτά του με την Σεμέλη και την γένηνηση του γιου του.
 

                                                           Γ' Πυρογενής και Σεμεληγενέτης

(μιλά ο θεός Δίας)
 
 
Είναι ένα βράδυ ατελείωτο που ο Ήλιος έχει αργήσει να βγει. Η Σελήνη έχει σκεπάσει τον δίσκο του για να κρύψει τις ντροπές του. Γιατί η μόνη αλήθεια είναι πως ο φωτοδότης έχει ξεχαστεί με την Ηώ. Τόσο όμορφο ήταν το παιχνίδι τους κείνο το βράδυ που έχει αργήσει πολύ να ξημερώσει. Πολύ σπάνια ο Ήλιος παρεκτρέπεται. Από τότε που επέβαλα την Ολύμπια τάξη των πραγμάτων στον κόσμο, δεν χαλά ποτέ η κανονικότητα της μέρας. Κι όμως, νά που απόψε -αυτό το γλυκό απόβραδο- έχει συμβεί. Τα χρυσά του άλογα χλιμιντρίζουν ανυπόμονα. Χτυπούν τις ουρές τους ανήσυχα. Σελωμένα, ξεκούραστα και χορτάτα είναι έτοιμα. Ανυπομονούν να κάνουν το ημερήσιο ταξίδι τους στον ουρανό. Έχει αργήσει πολύ να φέξει η αυγή. Όλο αυτό το βράδυ η Σεμέλη στενάζει στην αγκαλιά μου. Η ηδονή μας έχει ήδη χτυπήσει κόκκινο πολλές φορές. Οι ανθρώπινες αντοχές έχουν προ πολλού ξεπεραστεί αλλά εγώ ποθώ να συνεχίσουμε. Την θέλω κι άλλο. Την παρακαλώ, μέχρι που πέφτω στα πόδια της, κι όμως ... τίποτε.
«Δεν μπορώ άλλο, αγαπημένε» μου λέει.
«Σε παρακαλώ, γλυκό ρόδο της Θήβας, κάνε αυτή την χάρη στον πατέρα των θεών. Λιποθύμησε στα χέρια μου για μιαν ακόμη φορά.»
«Αυτό ξεπερνά τις δυνάμεις μου, εραστή» μου λέει με τα μάτια μισόκλειστα από κούραση και γλυκιά νύστα. «Ίσως εσύ να είσαι ένας στ' αλήθεια Θεός και να μην κουράζεσαι ποτέ. Όμως, αυτό το βράδυ είναι ατελείωτο. Λυπήσου, τουλάχιστον, εμένα την θνητή.»
 «Γιατί λες πως ίσως να είμαι αληθινός θεός, γλυκιά μου; Δεν γνωρίζεις πως ο άντρας που σε αγαπά είναι ο Δίας;»
«Συγχώρα με, αγαπημένε, που αμφιβάλλω. Θα πρέπει, όμως, να την χαίρεσαι αυτή την αμφιβολία. Εγώ έναν σταβλίτη φροντιστή αλόγων γνώρισα. Είναι όμορφος, έχει μάτια γεμάτα έρωτα και με συναρπάζει. Δεν είναι η θεϊκή του φύση που με υποχρεώνει να τον αποζητώ. Ο σταβλίτης με συναντά αυτά τα θεοσκότεινα βράδια. Αυτός με τριγυρνά ατέρμονα στους κήπους της Αφροδίτης. Αυτός με μεθά με τον έρωτά του. Πώς να ξεχωρίζω έναν σταβλίτη από έναν θεό;»
«Γιατί ο σταβλίτης φροντίζει μόνο τ' άλογα, ενώ εγώ μπορώ να εκπληρώσω κάθε σου επιθυμία.»
 Γελά κοροϊδευτικά. Δεν την αδικώ. Όλοι το ξέρουν πως εμείς οι θεοί παίζουμε με τους θνητούς. Μας αρέσει να τούς υποσχόμαστε χαρές που στο βάθος κρύβουν λύπες. Για μας οι άνθρωποι είναι σαν τα μικρά ζωάκια με τα οποία παίζουν τα μικρά παιδιά. Κι εμείς σαν μικρά παιδιά παίζουμε μ' αυτούς. Τάζουμε θριάμβους που καταλήγουν σε τραγωδίες. Όταν μας παραπονούνται, τους λέμε πως αυτοί φταίνε γιατί ξεπέρασαν το μέτρο κι έφτασαν στην ύβρι. Τούς κατηγορούμε πως έγιναν θρασείς και πως, έτσι, θέλησαν να γίνουν θεοί. Αυτοί φταίνε όταν το καλό που τούς κάναμε τούς βγαίνει στο τέλος ξινό. Γι αυτό οι θνητοί το μόνο που μας ζητούν είναι να διορθώσουμε κάποια άσχημα που τους συμβαίνουν. Δεν ζητούν χάρες ούτε ακούν τις υποσχέσεις μας. Όταν εμείς τους υποσχόμαστε ένα καλύτερο αύριο, μας κοιτούν με μισό μάτι. Γιατί μετά το αύριο υπάρχει το μεθαύριο και σε αυτό δεν υπάρχει υπόσχεση καμιά. Ποτέ δεν ξέρει ο άνθρωπος πότε θα τον κατηγορήσουν οι θεοί ότι ξεπέρασε τα όρια του.
«Υποσχέσεις από θεούς μόνο οι άφρονες δέχονται» μου λέει. «Εκτός κι αν ...»
Διακρίνω μιαν ευκαιρία και την αρπάζω.
«Εκτός κι αν ... τι;»
«Εκτός κι αν μου ορκιστείς στα νερά της Στυγός.»
Είναι φοβερός ο όρκος στα νερά της Στυγός. Για έναν θεό η παράβαση αυτού του όρκου συνεπάγεται εξορία από τον Όλυμπο. Ο παραβάτης χάνει την ανάσα του και μένει για ένα χρόνο χωρίς ζωή κλεισμένος στο παλάτι της Ωκεανίδας Στυγός. Επί εννιά χρόνια μένει αποκλεισμένος από τα συμπόσια των θεών. Αυτό κι αν είναι φυλακή!
Για εμένα η τιμωρία θα ήταν ακόμα χειρότερη. Ίσως να έχανα οριστικά τον θρόνο μου από τον αδελφό μου Άδη που καιροφυλακτεί. Ένας Δίας τιμωρημένος και κλεισμένος στον Τάρταρο, θα σήμαινε εξέγερση στον Όλυμπο. Είχα ξαναζήσει εξέγερση όταν ξεσηκώθηκαν εναντίον μου η Αθηνά κι η Ήρα. Μια καταπάτηση ενός όρκου μου στα νερά της Στυγός θα ήταν καταστροφή. Θα βρισκόμουν μεμιάς στο βασίλειο του κάτω κόσμου κι ο Άδης στον αιθέρα. Δεν παίζει κανείς θεός με τον όρκο αυτό, πολύ περισσότερο εγώ.
«Για ποια χάρη μου ζητάς να δώσω αυτόν τον όρκο;»
«Δεν ξέρω.»
«Με κοροϊδεύεις, κόρη του Κάδμου;»
«Αληθινά δεν ξέρω, αγαπημένε. Δεν ήμουν έτοιμη να σου ζητήσω κάτι και θέλω να το σκεφτώ. Εσύ ορκίσου μου πως θα πραγματοποιήσεις την επιθυμία μου όποια κι αν είναι.»
Ο,τι κι αν σκέφτεται να μου ζητήσει θα είναι για μένα παιχνίδι. Τι σημασία έχει αν θα μου ζητήσει τώρα την χάρη ή μιαν άλλη μέρα; Δέχομαι.
«Και θα έχω την ανταμοιβή μου τώρα την ρωτώ.
Με κοιτά στα μάτια. Περιμένει την υπόσχεση.
«Σου ορκίζομαι στα νερά της Στυγός. Ο,τι κι αν μου ζητήσεις θα γίνει. Στο λέει ο Δίας. Όρκος σαν αυτόν δεν έχει ξαναγίνει.»
Πέφτει στην αγκαλιά μου. Το κορμί της τρέμει από την προσμονή. Όλη αυτή η κουβέντα την έχει ανάψει.
«Προλαβαίνουμε για άλλη μια φορά, αγαπημένε, πριν ξημερώσει» μου λέει.
«Μα, έτσι κι αλλιώς αυτό το βράδυ δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ» σκέφτομαι από μέσα μου. Βλέπω τον Ήλιο να χαμογελάει ακόμα στην Ηώ. Μέχρι κι η Σελήνη, που σκεπάζει τις ντροπές τους, τούς κάνει χάζι.
..................................................
Αφήνω και πάλι τον Όλυμπο και περπατώ αμέριμνος προς την Θήβα. Το "πάλι" δεν σημαίνει ούτε κάποιες μέρες μετά ούτε κάποιες μέρες πριν. Για μένα δεν υπάρχει πριν και μετά, δεν υπάρχει παρελθόν και μέλλον, όλα είναι παρόν. Είμαι ο σταβλίτης, όμορφος και γερός. Αναπνέω τον καθαρό αέρα κι ακούω μέσα μου την μουσική των ουρανών.
Καθώς διασχίζω τη γη, νιώθω την μυρωδιά των φυτών και των λουλουδιών. Δεν είναι αόρατη για μένα η οσμή. Βλέπω να χρωματίζεται ο αγέρας από την ιδιαίτερη μυρωδιά που εκπέμπει κάθε πλάσμα της γης. Τα φυτά αναδύουν θαυμάσια χρώματα σε απίθανους συνδυασμούς. Ούτε είναι μόνο η οσμή και το χρώμα αυτά που νιώθω με τις αισθήσεις μου. Οι δικές μου αισθήσεις είναι περισσότερες από τις περιορισμένες των θνητών. Στην αύρα που εκπέμπουν βλέπω τα συναισθήματά τους. Η χαρά κι η λύπη τους είναι οντότητες ξεχωριστές για μένα. Ακούω να μου μιλούν. Μέσα στην πανδαισία των οσμών, των χρωμάτων, των συναισθημάτων και των ψιθύρων που με κατακλύζουν, προχωρώ.
Έχουν συνηθίσει τα λουλούδια και τα φυτά στο θεϊκό άγγιγμα. Κάθε μέρα τα ζεσταίνει ο Ήλιος, τα αγγίζει ο Άνεμος, τα υγραίνουν η Βροχή κι η Αύρα. Δεν τους λείπει το θεϊκό χάδι. Η δική μου παρουσία, όμως, τους προσφέρει όχι μόνο το χάδι αλλά κι ένα θέαμα μοναδικό. Γιατί με βλέπουν ταυτόχρονα και με τις δυο μου όψεις. Είμαι γυμνός κι αδύναμος, όπως νιώθω όταν με καταβάλει ο έρωτας. Ταυτόχρονα είμαι δυνατός και λαμπρός. Βλέπουν την φορεσιά του σταβλίτη, που φόρεσα για να πλησιάσω το παλάτι, βλέπουν και τα θεϊκά μου στολίδια. Νιώθουν να κοκκινίζω σαν πλησιάζω στου Κάδμου το μέγαρο. Με σχολιάζουν.
«Αεί παι! Δία, θεέ, είσαι πάντοτε παιδί. Ερωτευμένος κι ανταριασμένος» μου λέει ένα κιτρινωπό χαμομήλι. Αφήνει ένα φύλλο του να πέσει κάτω. «Ζευπάτερ, αυτό είναι το δώρο μου για σένα» μου λέει ντροπαλά.
«Πάντα παιδί» επαναλαμβάνει το αγκάθι και μαζεύει τις ακίδες του.
«Ζευ Άφθαρτε, που τρέχεις ντυμένος σαν τεχνίτης για τη ΣεμέληΣε περιμένει, η παρθένα κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας» μου ψιθυρίζει η δικότυλη ρίγανη.
«Πήγαινε, Παντοδύναμε, τρέξε να προλάβεις πριν πέσει η νύχτα» λέει ένας κότσυφας πάνω σε ένα κλαδί.
Τον κοιτάζω λοξά με βλέμμα αυστηρό.
«Είμαι κότσυφας» μου λέει. «Δεν έχεις εξουσία πάνω μου. Αν θες, Νεφεληγερέτη, με σκοτώνεις. Να με κάνεις, όμως, να πάψω, δεν μπορείς.»
Το ζωικό και το φυτικό βασίλειο δεν διαθέτουν λογική κι επομένως δεν υποτάσσονται. Αν θέλω τού κόβω την μιλιά, όμως, δεν το ξέρει και δεν φοβάται. Άφοβα όλα τα πλάσματα της γης εκτός από τον άνθρωπο. Γι αυτό έκανα πολύ καλά που οργάνωσα την ολύμπια τάξη πάνω στη γη με την βοήθεια του ανθρώπου. Με αυτόν βρίσκω την άκρη, σ' αυτόν πιάνουν οι απειλές μου και μετρούν οι προσφορές μου. Με αυτόν έχουν νόημα κι ισχύουν οι κανόνες μου. Με το γένος των ανθρώπων κυριαρχώ πάνω στη γη. Με αυτό πορεύομαι στους αιώνες, όχι με τους κότσυφες και τα χαμομήλια.
 «Είσαι χαρούμενος, σήμερα, Τερπικέραυνε» μου λένε οι ανεμώνες που σαλεύουν στο φύσημα του αγέρα.
«Αναψοκοκκίνισες, Φωτοδότη Δία, η καρδιά σου χτυπά δυνατά» λέει μια φουντωτή ανθισμένη αμυγδαλιά. Με βλέπει και μου γελά σαν να με κοροϊδεύει.
«Είσαι γεμάτη με άνθη και καρπούς» τής λέω. «Σίγουρα θα χτυπούσε κι η δική σου καρδιά δυνατά σαν μάζευες την γύρι». Ντρέπεται και μαζεύεται.
«Πωπώ, τι πάθος! Δεν κρατιέται ο πατέρας των θεών» διαπιστώνει με σοφία μια κάμπια. Την βλέπω που ισορροπεί με το ζόρι πάνω σε ένα φύλλο δάφνης.
Δεν έχω χρόνο να ξοδεύω με τα φυτά, τα πτηνά και τα ζώα. Αυτά μόνο να κουτσομπολεύουν ξέρουν τον περαστικό. Υπηρέτες-πλάσματα της φύσης είναι κι όχι των θεών. Φορώ τα ρούχα του σταβλίτη. Ο μανδύας μου μπλέκει στα χόρτα που είναι ψηλά και γέρνουν να με αγγίξουν. Η γενειάδα μου είναι γεμάτη με μικρά ζωύφια, αόρατα στο ανθρώπινο μάτι. Έχουν στήσει χορό.
«Φύγετε από το πρόσωπό μου» τους γνέφω.
Δεν θα τα βλέπει η Σεμέλη πάνω στη γενειάδα μου τόσο μικρά που είναι, όμως, και πάλι δεν τα θέλω. Συνηθίζουν να μεταδίδουν αμέσως ό,τι κάνουμε στα πουλιά που τριγυρνούν στον αέρα. Τα πουλιά που τιτιβίζουν ασταμάτητα, δεν θα χάσουν την ευκαιρία. Θα μεταδώσουν τα νέα στην Θήβα και πιο ψηλά, στους ουρανούς. Έτσι μαθαίνει κάθε φορά η Ήρα όλα όσα συμβαίνουν ανάμεσα μας. Χαϊδεύω τα γένια μου και διώχνω τα ενοχλητικά και μαρτυριάρικα ζωύφια από πάνω μου. Προτιμώ να την δω μόνος.
«Πάρε με μαζί σου» μου ζητά μια αειθαλής και ταπεινή μυρτιά που με ραίνει με το άρωμά της καθώς την προσπερνώ.
Με έχει δει να κοκκινίζω και ξέρει. Μυρίζει όμορφα. Είναι το σύμβολο της ομορφιάς και της νεότητας. Με τις δικές μου θεϊκές αισθήσεις νιώθω τα συναισθήματα των φυτών και της Μυρτιάς. Να μπορούσα, εγώ ο θεός των θεών, να νιώσω μια φορά όπως η Μυρτιά. Να ένιωθα την συμπόνοια της για όλα τα πλάσματα της γης γύρω της. Να ένιωθα την ατέρμονη αγάπη της για κάθε τι που γεννιέται και κάθε τι που πεθαίνει. Πόσο πιο ευτυχισμένη είναι η Μυρτιά από εμάς τους θεούς κι απο τους θνητούς ανθρώπους.
 «Σε μένα ακούμπησε η Αφροδίτη σαν βγήκε από την θάλασσα της Πάφου» μου υπενθυμίζει. «Ακούμπησε πάνω μου κι εσύ» μου λέει. Είναι γλυκιά η πρόσκλησή της, όμως την αφήνω πίσω μου. Προτιμώ να είμαι μόνος όταν θα δω την κόρη του Κάδμου. «Πήγαινε Ζευ Πάτερ, μεγάλο παιδί, πήγαινε στην αγκάλη της» μου λέει.
Πλησιάζω το παλάτι. Είναι ένα μεγάλο κι επιβλητικό κτίριο. Έχει κολώνες από σκληρή πέτρα κι μάρμαρο. Στέκεται στο μέσον της πόλης, μέσα στα μεγάλα τείχη της Θήβας. Αυτά τα περίφημα τείχη περιστοιχίζονται από χαμηλά φυτά και μικρά χορταράκια. Έχουν κοπεί όλα τα δέντρα ολόγυρα για να διακρίνουν καλά οι οπλίτες από τις επάλξεις αν πλησιάζει ή όχι ο εχθρός. Στο γυμνό αυτό τοπίο προχωρώ.
Ελάχιστα δέντρα έχουν απομείνει, μόνο η αμυγδαλιά που μου μιλούσε και μια γέρικη ελιά πιο κάτω. Περπατώ πάνω στο πέτρινο μονοπάτι που οδηγεί προς την Πύλη. Αποφεύγω τα φυτά και τις πολυλογίες τους. Οι φρουροί κι οι Θηβαίοι που γυρνούν βιαστικοί σπίτι τους πριν νυχτώσει δεν με βλέπουν. Είμαι αόρατος γι αυτούς. Ο Ήλιος πριν πέσει με βλέπει και γνέφει στην Ηώ. Μια ακόμη νύχτα προβλέπεται να διαρκέσει πολύ. Θα έχουν κι αυτοί περισσότερο χρόνο δικό τους χωρίς να προκαλέσουν τον θυμό μου. Περνώ μέσα από την αγορά και φτάνω στο παλάτι του Κάδμου. Η Σεμέλη είναι μέσα, τα μάτια μου μπορούν να την διακρίνουν πίσω από τους τοίχους. Με περιμένει κι έχει αγωνία γιατί άργησα. Κάθεται ήσυχα στον γυναικωνίτη μαζί με τις αδελφές της κόρες του Κάδμου, την Αγαύη, την Ινώ και την Αυτονόη.
Όλες τους όμορφες είναι. Βλέπω το αίμα του Κάδμου και της Αρμονίας να τις διαπερνά και να τις δένει σαν κλωστή άθραυστη. Το ίδιο αίμα τρέχει και δένει τον αδελφό τους τον Πολύδωρο που λείπει από το παλάτι. Όμορφη είναι η Σεμέλη, όμορφη κι η Αγαύη, που ξέρω πως με θέλει. Όμορφες κι οι Ινώ κι η Αυτονόη, αλλά, εγώ προτιμώ την Σεμέλη. Βλέπω την ζήλια να σταλάζει σαν λυγμός στην καρδιά της Αγαύης. Οι στάλες σκληραίνουν. Μετά από λίγο γίνονται κόκκοι σαν της άμμου. Μαζεύονται, με τον καιρό μεγαλώνουν. Στριμώχνονται ο ένας δίπλα στον άλλο κι ένα μικρό πετραδάκι σχηματίζεται. Είναι η πέτρα της ζήλιας που γίνεται μίσος.
Κάποτε θα την χαλάσει και θα την πονέσει. Τραγική θα είναι η μοίρα της Αγαύης. Το ξέρω γιατί για μένα δεν υπάρχει χρόνος. Έχω νικήσει τον Κρόνο, κύριο του χρόνου, τον έριξα στον Τάρταρο. Ο χρόνος είναι πλέον δική μου υπόθεση. Δεν ζητώ την άδεια κανενός για να πάω μπροστά ή πίσω. Όσα έχουν συμβεί κι όσα θα συμβούν είναι παρελθόν και μέλλον για τους θνητούς. Για μένα όλα είναι παρόν. Στέκονται απλά το ένα δίπλα στο άλλο και μπορώ να βλέπω την αρχή και το τέλος τους. Αυτό που βλέπω για την Αγαύη δεν είναι καθόλου καλό. Ό,τι στέκει μετά τον σημερινό της εαυτό, είναι ένα σωρός με πληγές, όλες γεμάτες αίμα.
Η Σεμέλη κεντά ένα σάλι. Για το νεογέννητο μωρό της Αγαύης, τον Πενθέα, είναι το σάλι. Θα σκεπάζεται με αυτό το μικρό αγόρι όταν ο καιρός δροσίζει. Η Σεμέλη κεντά για τους ανθρώπους που αγαπά. Ό,τι φτιάχνει είναι για τον πατέρα και την μητέρα της, για τις αδελφές της και τα παιδιά τους. Όταν δεν την βλέπουν, κεντά για μένα. Για την ακρίβεια, κεντά για τον άνθρωπο που νομίζει πως είμαι εγώ. Γιατί δεν είναι βέβαιη πως εγώ είμαι στ' αλήθεια εγώ. Εμφανίζομαι σαν σταβλίτης, φροντιστής αλόγων, θνητός κι άσημος, κι ας είμαι όμορφος και δυνατός. Δεν μπορώ να της δείξω τον αληθινό εαυτό μου. Δεν αντέχει θνητός να δει έναν θεό σε όλη του την μεγαλοπρέπεια. Της είπα πως είμαι ο Δίας, ο πατέρας των θεών. Το δέχτηκε, αλλά, έχει πάντα τις αμφιβολίες της. Μου λέει πως με αγαπά κι ας είμαι σταβλίτης. Θα έπρεπε να είμαι περήφανος που με αγαπά κι έτσι, όμως εκνευρίζομαι. Είμαι ο Δίας, θέλω να με αγαπούν γι αυτό που είμαι.
Για μένα κέντησε ένα μαντίλι κόκκινο για τον λαιμό. Το φορώ για να την τιμήσω. Κάθε φορά που την βλέπω θέλω να τής δείχνω πόσο την ποθώ. Ο πόθος μου κάνει το αίμα της να βράζει και το μυαλό της να παραληρεί. Στα δικά μου μάτια είναι διάφανη. Νιώθω την αγάπη της, αισθάνομαι τον πόθο της, αγγίζω σχεδόν τον έρωτά της σαν κάτι υλικό. Το κόκκινο μαντίλι της χαϊδεύει τον λαιμό μου κι είναι σαν να με χαϊδεύει εκείνη με το απαλό της χέρι. Όταν το νιώθω αυτό το χάδι, σκέφτομαι την Αμάλθεια. Αυτό θα πει πως γίνομαι ξανά μωρό για χάρη της. Γεύομαι τα πράγματα της γης σαν καινούργια. Τόσο βαθιά στον εσώτερο εαυτό μου με πηγαίνει αυτός ο έρωτας και τότε την θέλω ακόμα πιο πολύ, Πόσο μεγάλο πάθος είναι αυτό που μου έχει προκαλέσει η κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας.
Δεν είναι το καθήκον που με κάνει να την θέλω. Με άλλες γυναίκες έχει συμβεί πολλές φορές κι αυτό, να πάω μαζί τους από καθήκον. Είχα την υποχρέωση να γεννήσω ημίθεους και ήρωες με μια θνητή. Αυτοί οι ήρωες θα εξολόθρευαν τα τέρατα, όπως είχαν μεταμορφωθεί τα τέκνα των τιτάνων. Τους γέννησα, τακτοποίησα και τις μανάδες τους και τελείωσα. Ο λόγος που θέλω την Σεμέλη δεν είναι αυτός. Την ποθώ, γι αυτό την θέλω τόσο πολύ. Θεός εγώ, θέλω να είμαι ενωμένος μαζί της. Δεν νοιάζομαι αν θα μου κάνει ή όχι παιδιά, ούτε τι θα απογίνουν. Απλά, δεν φεύγει από την σκέψη μου στιγμή. Είτε κάθομαι στον Ολύμπιο θρόνο μου, είτε γυρνώ στους ουρανούς, η Σεμέλη είναι στο μυαλό μου. Το αιθέριο κορμί, τα χείλη, το στήθος, το πρόσωπό της.
Κουβαλάει μέσα της ένα παιδί, τον γιο μου. Παιδί του Διός. Το αγαπάω γιατί αγαπώ την μητέρα του. Είναι έξι μηνών και στριφογυρνά στην κοιλιά της. Τα βράδια που μένουμε μαζί, χαϊδεύω την κοιλιά κι ονειρεύομαι την γέννησή του. Θέλει τρεις μήνες ακόμα. Δεν διακρίνω καλά το μέλλον του. Είναι ημίθεος, μπορεί θνητός μπορεί αθάνατος, μπορεί ήρωας, μπορεί και κάτι παραπάνω. Όλα είναι ανοιχτά γι αυτόν. Δεν είναι όπως των θνητών η δική του ζωή. Για τους θνητούς το πεπρωμένο κυριαρχεί. Άγνωστο σε εκείνους, γνωστό όμως σε μένα και σε άλλες θεότητες. Παράθυρα για να βλέπουν λίγο από το μέλλον αφήνουμε επίτηδες ανοιχτά και για τους μάντεις.
Βλέπω το μέλλον της Σεμέλης χωρίς εμένα. Παρελθόν και μέλλον, όλα μια γραμμή. Πώς ήταν όταν γεννήθηκε και πώς θα είναι όταν γεράσει. Βασιλικά κι όμορφα γεννήθηκε βρέφος, βασιλικά κι όμορφα πεθαίνει σαν μεγαλώνει. Μόνο αν μπω εγώ, η γραμμή αυτή θα αλλάξει. Η παρεμβολή μου αλλάζει το μέλλον -καμιά φορά και το παρελθόν- των θνητών. Μόνον έτσι σπάει το μαρμάρινο κέλυφος του πεπρωμένου. Μόνο έτσι μια ψυχή μπορεί να ξαναγυρίσει από το βασίλειο του αδελφού μου, του Άδη. Μόνον έτσι μπορεί να βιαστεί ο Χάρων να πάρει μια ψυχή πριν την ώρα της. Γιατί εγώ είμαι ο πατέρας όλων των θεών, ο μέγας και παντοδύναμος Δίας.
Δεν μου πρέπει να τρέχω πίσω από την μια ή την άλλη θνητή. Είμαι ο βασιλιάς των βασιλέων, κύριος του σύμπαντος κόσμου. Κάθε μου επιθυμία πρέπει να γίνεται πραγματικότητα αυτοστιγμεί. Κι όμως ..! Με τις γυναίκες δεν βγαίνει άκρη. Αντί να νιώθουν ευτυχισμένες που τις πόθησε ένας θεός -και τι θεός-αυτές διστάζουν. Άλλη θέτει θέμα παρθενίας, άλλη θέτει θέμα πίστης σε κάποιον σύζυγο. Καμιά γυναίκα από όσες πόθησα δυνατά, δεν μου έκατσε εύκολα. Με έκαναν να μεταμορφωθώ ή με οδήγησαν να προσποιηθώ ότι ήμουν ένας άλλος. Σε πολλές περιπτώσεις χρειάστηκε να πάρω μορφή ζώου, να γίνω κούκος ή κύκνος ή ταύρος. Όταν όμως έπεφταν στην αγκαλιά μου, εκεί μου παραδίνονταν ψυχή τε και σώματι. Με ερωτεύονταν, έστω και για μια μόνο νύχτα. Γεννούσαν τα παιδιά μου που έγιναν άλλοι θεοί κι άλλοι ημίθεοι.
 Φτάνω στο παλάτι και μπαίνω μέσα. Είμαι αόρατος για τους φρουρούς και τις υπηρέτριες αλλά αποφεύγω την κύρια είσοδο. Δεν θέλω να συναντήσω ούτε τον βασιλιά ούτε την βασίλισσα. Δεν θέλω να ακούσω τις σκέψεις τους, να νιώσω τα συναισθήματά τους. Για μένα υπάρχει μόνο η Σεμέλη. Τής γνέφω από μια γωνιά. Κάτι λέει στην αδελφή της, προφανώς να τής βρει μια δικαιολογία, κι έρχεται προς το μέρος μου. Την αγκαλιάζω με θέρμη, την παρασέρνω να φύγουμε. Οι σκέψεις της Αγαύης είναι φονικές, δεν τις αντέχω. Πάμε στο δωμάτιό της. Είναι πανέμορφη. Δεν κρατιέμαι και την σφίγγω μέσ' στην αγκαλιά μου. Θέλω να την καταπιώ. Έτσι έκανα με την πρώτη μου γυναίκα, την Μήτιδα. Ήταν η Ωκεανίς τιτανίδα που με την σοφία της πορεύτηκα κι ακόμα αυτήν κατέχω.
«Αγαπημένε, σε περίμενα. Γιατί άργησες» με ρωτάει.
«Περίμενα να φύγει ο Ήλιος από ψηλά. Τώρα που ο φωτοδότης έγειρε προς τη δύση, ήρθα.»
Ο Ήλιος τα βλέπει όλα από εκεί ψηλά που αγναντεύει τη γη. Δεν θέλω να με βλέπει που την συναντώ. Όχι γιατί δεν γνωρίζει πως μου αρέσουν οι γυναίκες, αλλά γιατί με βλέπει που κοκκινίζω για χάρη της. Θα με περνά για ξεμωραμένο. Με βλέπει που έχω αδυναμία και στο παιδί που μεγαλώνει στην κοιλιά της. Έχω γνωρίσει πολλές γυναίκες στην αθάνατη ζωή μου, σαν κι αυτήν όμως καμία. Δεν είναι, απλά, όμορφη. Έχει κάτι στο βλέμμα της που με ξεπερνά.
 «Πρέπει να προσέχω, λατρεμένη, κι ας είμαι ο Δίας» λέω για να δικαιολογηθώ.
Με κοιτάζει με βλέμμα παράξενο. Είναι η πρώτη φορά που με αντιμετωπίζει έτσι. Ξέρω κάθε της μορφασμό και νιώθω κάθε της αμφιβολία.
«Δεν με νοιάζει αν είσαι ο Δίας ή αν είσαι ένας απλός σταβλίτης, φροντιστής αλόγων.»
«Μα είμαι ο Δίας. Θέλω να με πιστέψεις» επιμένω.
«Άραγε το ρούχο που φοράς κρύβει ή φανερώνει τον αληθινό σου εαυτό;» αναρωτιέται φωναχτά.
«Για τους θνητούς, είμαι σταβλίτης. Φορώ τα ρούχα του φροντιστή αλόγων. Για τους θεούς είμαι αυτός που είμαι. Κι εσύ πρέπει να ξέρεις πως με εμένα πλαγιάζεις.»
Με κοιτά και τα μάτια της με πλανεύουν.
«Μεγάλε Δία, είσαι αληθινά ο Δίας;» με ρωτά.
«Θα στο αποδείξω αμέσως. Πες μου ποιο θαύμα ποθεί η ψυχή σου και θα το έχεις αμέσως μπροστά σου» της λέω με στόμφο.
«Έχεις ορκιστεί στα ύδατα της Στυγός. Θυμάσαι τον όρκο που έχεις κάνει;»
«Αλίμονο, πώς δεν θυμάμαι. Να είσαι βέβαιη πως ό,τι μου ζητήσεις, θα γίνει» την διαβεβαιώνω.
«Θέλω να σε δω» μου λέει.
«Με βλέπεις.»
«Όχι έτσι, με την φορεσιά του σταβλίτη. Αν είσαι θεός αληθινός, θέλω να σε δω όπως σε βλέπει η Ήρα. Εμφανίσου μπροστά μου σε όλη σου τη μεγαλοπρέπεια.»
Μα πώς τής έχει μπει η ιδέα να με δει σε όλη μου την θεϊκή μεγαλοπρέπεια; Άραγε ξέρει τι σημαίνει αυτό; Λέει πως δεν την νοιάζει αν είμαι θεός, αλλά, τώρα μου ζητά αποδείξεις. Γιατί δεν μου ζητά να κινήσω ένα βουνό, να την ανεβάσω στην πιο ψηλή κορφή του Παρνασσού; Γιατί δεν μου ζητά κάτι αδύνατο για τους θνητούς και δυνατό μόνο στους θεούς; Γιατί, άραγε, θέλει να με δει; Ξέρω καλά πως αυτό δεν πρέπει να γίνει. Ποτέ θνητός δεν είδε καλό κοιτάζοντας κατάματα έναν θεό. Μόνο καταστροφή μπορεί να σημαίνει.
«Ζήτα μου ό,τι άλλο θέλεις» την παρακαλάω.
«Αυτό θέλω» λέει και μου γυρίζει την πλάτη.
Κάνω να την αγγίξω, είναι σκληρή σαν ξύλο. Κάνω να την χαϊδέψω, δεν με αφήνει. Νιώθω πως η καρδιά της είναι πιο σκληρή κι από πέτρα. Δεν μπορώ να δω τι τη
ς έχει συμβεί. Για μένα δεν υπάρχει άβατο. Γνωρίζω όλα τα παρελθόντα κι όλα τα μέλλοντα των θνητών εκτός από μια και μόνη περίπτωση. Όταν κάτι έχει συμβεί από ενέργεια άλλου θεού, παύει η δική μου δικαιοδοσία. Κανείς θεός δεν αλλάζει τις πράξεις άλλου θεού. Μπορεί να διορθώσει τα πράγματα αντισταθμίζοντας τα γεγονότα με άλλες πράξεις. Δεν μπορεί όμως θεός να επέμβει στις ενέργειες άλλου θεού. Ούτε θεός βλέπει την κίνηση άλλου θεού σαν μια ταινία ξετυλιγμένη, όπως είναι για εμάς οι ζωές των ανθρώπων. Κι αφού εγώ δεν βλέπω τι έκανε την καρδιά της Σεμέλης πέτρα, άρα υπάρχει άλλος θεός που ενεργεί. Κι ο θεός αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από την Ήρα. Φεύγω, δεν έχει νόημα η παρουσία μου άλλο πια εδώ. Η Σεμέλη με κοιτά που απομακρύνομαι. Νιώθω την απογοήτευσή της, αλλά, δεν μπορώ να κάνω τίποτε.
...................................................
Λογαριάζομαι με την Ήρα. Ο θρόνος της είναι δίπλα στον δικό μου στα πάνω δώματα του Ολύμπου. Μιλάμε, όπως συνήθως, αδιάφορα για τις υποθέσεις του ουρανού, της γης και του κάτω κόσμου. Νωχελικά και λίγο αδιάφορα τη ρωτώ. Ρίχνω άδεια να πιάσω γεμάτα.
«Τι δουλειά έχεις, Ροδόμυρτη Ήρα, και τριγυρνάς εσύ στο παλάτι του Κάδμου;»
«Εσύ, τι δουλειά είχες, Παρθενοκυνηγέ, στο παλάτι του Κάδμου; Έγινες τώρα και φροντιστής αλόγων;»
«Η Θήβα είναι μια πόλη που με τιμά. Πρέπει να ξέρω τι τρέχει πίσω από τα τείχη της. Αν κάποιο πρόβλημα υπάρχει να το μάθω για να το διορθώσω.»
«Κοίτα πώς θα διορθώσεις την παρθενία της κόρης του Κάδμου» μου λέει γεμάτη θυμό. «Άσε την Θήβα στην ησυχία της. Και το παιδί που έχει στην κοιλιά της αυτή η σκύλα, ας φροντίσει να μην το βγάλει ποτέ.»
«Φεύγω. Πάω στην άκρη του κόσμου, ω Σκηπτροφόρα βασίλισσα του Ολύμπου» της λέω. «Στον μέγα ποταμό Ωκεανό, έχουν προβλήματα. Κάποιοι θέλουν να κλέψουν τα μήλα των Εσπερίδων. Πρέπει να φύγω.»
«Χμ, κλέφτες, ε;» κάνει ειρωνικά. «Θα ξαναγυρίσεις από τον Ωκεανό, Δία βασιλεύ με ρωτά.
Νιώθω πως τα χείλη της εκστομίζουν μιαν απειλή.
«Και βέβαια θα γυρίσω.» 
«Φεύγει ο σταβλίτης φωνάζει από πίσω μου η Ήρα.
Με κοροϊδεύει. Γι αυτήν είμαι λιγότερο ο θεός των πάντων και περισσότερο ο μικρός της αδελφός. Με παγώνει η σκέψη πως μπορεί αληθινά να πάω και να μην ξαναγυρίσω από την άκρη του Ωκεανού. Αυτό θα συμβεί αν παραβώ τον όρκο που έδωσα στα ύδατα της Στυγός. Κι απ' ό,τι φαίνεται η Ήρα το ξέρει. Εκείνη πρέπει να το σχεδίασε.
..................................................
Πηγαίνω ξανά στην Θήβα για να δω την Σεμέλη. Έχω την εμφάνιση του σταβλίτη. Κανονικά δεν θα έπρεπε να πάω. Δεν πρέπει να την ξαναδώ ποτέ. Αν την συναντήσω θα ζητήσει να με δει σε όλη μου την μεγαλοπρέπεια. Που θα πει πως ή εγώ θα εξοριστώ ή εκείνη θα καεί. Αν δεν την ξαναδώ τελειώνει η απειλή. Θα μείνει να γεράσει με τρόπο βασιλικό κι όμορφο. Αν την ξαναδώ και μου ζητήσει το ακατόρθωτο, κινδυνεύει.
Δεν πρέπει να πάω, όμως, δεν μπορώ να την βγάλω από το μυαλό. Πηγαίνω, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Τουλάχιστον, έχω ένα σχέδιο. Πριν προλάβει να μου ζητήσει αυτό που θέλει, θα την αναγκάσω να μου ζητήσει κάτι άλλο. Έχω σχεδιάσει το πώς θα την αιφνιδιάσω. Αμέσως θα ικανοποιήσω το καινούριο αίτημά της. Έτσι θα έχω εκπληρώσει την υποχρέωση για την οποία έχω ορκιστεί. Θα έχω τελειώσει με τον όρκο χωρίς να χρειαστεί να της φανερωθώ.
Την βλέπω στο παλάτι του Κάδμου. Μπαινοβγαίνω εκεί χωρίς κανείς να με παίρνει χαμπάρι. Για όλους είμαι αόρατος παρεκτός για όσους εγώ διαλέγω να με δουν. Η Σεμέλη είναι μόνη της. Είναι υπέροχη. Η κοιλιά της είναι λίγο φουσκωμένη αλλά αυτό τής προσθέτει γοητεία. Ντυμένη με αραχνοΰφαντα πέπλα, θα έβαζε κάτω και την ίδια την Αφροδίτη. Δεν ξέρω αν το έκανε επίτηδες για να με σαγηνέψει και να χάσω το μυαλό μου. Οι αισθήσεις μου δεν λειτουργούν κανονικά τώρα που είμαι σε πανικό. Διακινδυνεύω εφαρμόζοντας το σχέδιό μου. Αν δεν πετύχω, θα είναι καταστροφή. Αν πετύχω ευτυχία. Κι εγώ, όντας θεός, σκέφτομαι μόνο την ευτυχία κι αδιαφορώ για την καταστροφή.
Την πλησιάζω κι εφαρμόζω αμέσως το σχέδιό μου. Την αγκαλιάζω τρυφερά. Σκοπεύω να τής πω ότι τρομερός λιμός πρόκειται να καταστρέψει την Θήβα. Ανείπωτη καταστροφή περιμένει την αγαπημένη της πατρίδα. Θα χάσει τον πατέρα και τη μάνα της σε αυτή την τραγωδία που θα πλήξει την πόλη. Οι αδελφές της θα πνιγούν στα νερά που θα σκεπάσουν τα πάντα. Ο αγαπημένος της αδελφός θα γκρεμοτσακιστεί από τα τείχη. Ο Οίκος του Κάδμου θα αφανιστεί αν δεν επέμβω. Μόνο εγώ, ο θεός των θεών, μπορώ να τούς γλιτώσω από την βέβαιη καταστροφή. Αυτό θα πρέπει να μου ζητήσει αμέσως. Είναι γυναίκα που σέβεται κι αγαπάει τον οίκο και την πόλη της. Δεν πάει να σκεφτεί αλλιώς, θα τρομάξει κι αμέσως θα μου ζητήσει να τους σώσω.
Καθώς την έχω αγκαλιά μου, το άρωμά της με μεθά κι η αφή του λείου δέρματος με τρελαίνει. Ο λαιμός της είναι πιο γλυκός κι από το νέκταρ. Την φιλώ και καθυστερώ μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Το σχέδιό μου πρόβλεπε να της μιλήσω πριν πάρει ακόμα ανάσα, να μην αργήσω ούτε για μια στιγμή. Πριν όμως βγάλω μιλιά, με τα χείλη μου κολλημένα στον λαιμό της, προλαβαίνει και μου μιλά εκείνη.
«Θέλω να μου φανερωθείς» μου ψιθυρίζει.
Πάνε τα σχέδιά μου. Πρόλαβε και μου ζήτησε το κακό πριν προλάβω να την παρασύρω στην κουβέντα που ήθελα να γίνει. Την κοιτώ έντρομος στα μάτια. Είμαι θεός, έχω έρθει με σχέδιο και παρά ταύτα παγιδεύτηκα αντί να την παγιδεύσω. Τόσο πολύ με τύφλωσε ο πόθος.
«Θέλω να σε δω σε όλη σου τη μεγαλοπρέπεια, όπως σε βλέπει η Ήρα» επαναλαμβάνει.
«Ξέρειςυπάρχει κάτι ...» πάω να πω.
Θέλω να της πω για τα νερά που θα πλημμυρίσουν την Θήβα. Θέλω να την τρομάξω. Ο πατέρας της, η μάνα της θα πνιγούν, τα αδέλφια της ...! Ανώφελο πια, ανώφελο! Με κοιτά στα μάτια, τα μάτια του σταβλίτη όχι του Δία. Είναι αμείλικτη, όπως μόνο οι γυναίκες μπορούν να γίνουν απέναντι στο ταίρι τους.
«Επικαλούμαι τον όρκο σου στα ύδατα της Στυγός» μου λέει σταθερά και με σκοτώνει, εμένα τον αθάνατο!
«Βοήθεια πατέρα Κρόνε, Ουρανέ» λέω ασυναίσθητα. Το πρόσωπό μου στρέφεται στον ουρανό και μετά στην γη. Από πού να ζητήσω βοήθεια; Είναι αργά πια. Κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει. Ο Ουρανός έχει φυλακιστεί ψηλά πάνω από τη Γη κι ο πατέρας Κρόνος στην ίδια απόσταση κάτω της. Ούτε από τον Τάρταρο ούτε από ψηλά δεν θα έρθει βοήθεια. Πρέπει να τα βγάλω πέρα μόνος μου. Έχω να διαλέξω ανάμεσα στην Σεμέλη από την μια ή την βασιλεία των ουρανών από την άλλη.
«Σεμέλη, σκέψου το ξανά. Αν σου έβαλε αυτή την ιδέα η Ήρα ...» κάνω να πω.
«Άσε την Ήρα. Αν είσαι ο Δίας όπως λες, θέλω να σε δω με την θεϊκή σου εμφάνιση.»
Είμαι ακίνητος σαν πέτρα. Σχεδόν δεν αναπνέω. Όσο σκέφτομαι αυτό που θα συμβεί, παγώνω. Αν κι αθάνατος, εδώ στο δωμάτιο αυτό, νιώθω τι θα πει να πεθαίνεις. Προσπαθώ για μιαν ακόμη φορά.
«Θα βρει μια συμφορά την Θήβα ...» ξεκινάω να πω.
«Θέλω να σε δω αγαπημένε.»
semeli1Είναι σίγουρα η Ήρα πίσω από αυτό. Η δόλια γυναίκα μου βρήκε αυτόν τον τρόπο για να εκδικηθεί. Θέλει να κάψω εγώ ο ίδιος την ερωμένη μου. Κάνω να γυρίσω από την άλλη, να μην βλέπω. Είμαι τρομερά εκνευρισμένος. Ποτέ μου δεν έχω βρεθεί σε πιο δύσκολη θέση από τότε που μου είχε κόψει τους τένοντες ο Τυφών. Τότε παιζόταν η κυριαρχία του κόσμου. Τώρα, πάλι, το ίδιο διακύβευμα. Αν έχανα τότε, ξαναγυρνούσε ο Κρόνος. Αν χάσω τώρα, ανεβαίνει στον Όλυμπο ο Άδης, Έχω χάσει εντελώς την ψυχραιμία μου.
«Ήρα, κακιά γυναίκα, φίδι σιχαμερό» φωνάζω ενώ το θεϊκό μου αίμα έχει ανέβει στο κεφάλι μου.
«Θέλω να σε δω σαν θεό αγαπημένε» επιμένει η Σεμέλη μέσα στην αφέλειά της.
Ποιος με είδε και δεν φοβήθηκε. Τόσο θυμωμένος είμαι.
«Ο όρκος» ... «αγαπημένε»... «η Ήρα» ...«σταβλίτης» λέει η Σεμέλη κι εγώ ακούω μόνο σκόρπιες λέξεις.
Ποτέ μου δεν έχω θυμώσει τόσο. Μόνο όταν έριχνα τον Κρόνο στον Τάρταρο ένιωθα παρόμοια οργή. Μόνο όταν σκέπαζα τον Τυφώνα με μια ολόκληρη Αίτνα.
 «Τα νερά της Στυγός» ...«Δίααγαπημένε» συνεχίζω να ακούω σκόρπια λόγια από ένα στόμα που μου τα ψιθυρίζει στο αυτί.
Τρελαίνομαι. Τινάζομαι πάνω. Νιώθω πως έχω πέσει σε παγίδα. Είμαι έτοιμος να της αρνηθώ και να γίνω επίορκος στα ύδατα της Στυγός. Είμαι έτοιμος να χάσω τον θρόνο μου στον Όλυμπο. Είμαι έτοιμος να καώ για την αγάπη.
«Ω, μα τους Ουρανούς. Τι θέαμα. Τι φοβερός που είσαι, αγαπημένε» λέει η Σεμέλη καθώς με βλέπει να γίνομαι ο γίγας που είμαι, ο Κρονίδης θεός των πάντων.
Στα χέρια μου πυρωμένοι οι κεραυνοί δεν κρατιούνται. Στο στόμα μου η βροντή που σπάει βουνά κι ανοίγει χαράδρες. Γύρω μου η αστραπή που τυφλώνει. Στο μέσον εγώ, τρομερός θεός, εκπληκτικό δημιούργημα του Κρόνου και της Ρέας.
«Τι τυχερή γυναίκα που είμαι να με αγαπήσει το πιο μεγαλειώδες πλάσμα της φύσης» λέει η Σεμέλη.
Την ακούω που μου μιλά παρόλο που δεν βγαίνουν πια τα λόγια από το στόμα της. Γιατί έχουν πάρει όλα φωτιά γύρω μας κι η Σεμέλη είναι στο μέσον αυτής της φωτιάς. Καίγεται.
«Εσύ είσαι ο μεγάλος Δίας» ..«Σ' αγαπώ»... «Το παιδί μας» ... είναι τα τελευταία της λόγια.
Καίγεται το παλάτι, καίγονται οι κουρτίνες, καίγεται η Σεμέλη, καίγεται η ψυχή μου. Στ' αυτιά μου ηχούν τα τελευταία της λόγια. «Το παιδί μας». Καίγεται κι αυτό.
«Το παιδί μας, το παιδί μας» ακούω στα αυτιά μου την φωνή της σαν ηχώ.
«Το παιδί σας. Ξύπνα ανόητε. Το παιδί» μου φωνάζει μια άλλη φωνή, δυνατή, βραχνή, αυστηρή.

                                                                                                                                 

Είναι η γιαγιά μου η Γη που μου μιλά. Δεν έχει μείνει στα λόγια. Ένας κισσός έχει τυλιχτεί γύρω από την κοιλιά της όμορφης Σεμέλης που καίγεται όμορφα. Η Γη έχει προστατέψει το παιδί. Ορμάω στις φλόγες που εμένα δεν με αγγίζουν. Χάρη στον κισσό γλιτώνει το παιδί. Από την κοιλιά της παίρνω τον γιο μας. Σεμεληγενέτης τούτο το αγέννητο ακόμη παιδί μου. Γεννημένο μέσα από τις φλόγες. Ο Πυρογενής γιος του Διός. Το ράβω αμέσως στον μηρό μου. Μέσα εκεί θα συμπληρώσει τους εννιά μήνες της κύησης.

Ο πίνακας είναι του Marco Dente ( Ραβένα, 1493 - Ρώμη, 1527) που ήταν χαράκτης και σκοτώθηκε στη Ρώμη.. 

Και η αγγειογραφία "Η γέννηση του Διόνυσουείναι από ένα κρατήρα του 410 π.Χ και βρίσκεται στο μουσείο της Τάραντας. 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020 14:38
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Η παράξενη πόλη, της Λίζας Διονυσιάδου

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση