Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019 04:59

Δημοσιογράφοι πολιτευτές με στολή παραλλαγής, του Κ. Παπαϊωάννου

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

bogdanosΔεν υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ δημοσιογραφίας και πολιτικής ‒ ίσα ίσα. Είναι όμοροι χώροι και συμβαίνει παλαιόθεν μεταπήδηση δημοσιογράφων στην ενεργό πολιτική. Τα τελευταία χρόνια η είσοδος δημοσιογράφων στα ψηφοδέλτια έχει αυξηθεί θεαματικά. Δεκάδες δημοσιογράφοι πολιτεύτηκαν, πολλοί εκλέχτηκαν βουλευτές και ένας, ο Σταύρος Θεοδωράκης, έγινε ιδρυτής και αρχηγός κόμματος. Φυσικά, αρκετοί ανάμεσά τους πολιτεύονται σοβαρά και με ήθος. Η αναλυτική και κριτική ματιά τους, η καλλιέργεια και ο κοσμοπολιτισμός τους είναι στοιχεία πολύτιμα και αναζωογονητικά για το άνυδρο πολιτικό μας τοπίο.  

 

Αυτό που προκαλεί ελεεινή εντύπωση είναι οι δημοσιογράφοι που ξεκινούν την προεκλογική τους εκστρατεία πολύ πριν ανακοινωθεί η υποψηφιότητά τους. Ας το πούμε λιγότερο κομψά: τον καιρό που υποδύονταν (συνήθως ανεπιτυχώς) τους ανεξάρτητους δημοσιογράφους είχαν πάρει ήδη κρυφά ναυτικό φυλλάδιο από το κόμμα κι αρμένιζαν με κομματικά πανιά. Δηλαδή, όταν δήλωναν δημοσιογράφοι είχαν κάνει ήδη υπόγεια συμφωνία ή, έστω, προσύμφωνο με την κομματική ηγεσία.  

Τον καιρό που έβγαιναν στο γυαλί και σχολίαζαν και έκαναν μούτες και γκριμάτσες και θύμωναν και ασκούσαν κριτική και απαξίωναν πολιτικούς αντιπάλους και καμώνονταν τους δημοσιογράφους ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία. Ή, άντε, στην καλύτερη περίπτωση, ήθελαν να μπουν στα ψηφοδέλτια και έκαναν σαν να περνάνε δοκιμαστικό. Αλλά εμείς δεν το ξέραμε αυτό. Εμείς (μπορεί αφελώς να) πιστεύαμε ακόμα ότι δεσμεύονταν από την πολύπαθη δημοσιογραφική δεοντολογία. 

Το θέμα αφορά πρωτίστως τη Νέα Δημοκρατία, αλλά δεν περιορίζεται εκεί. Πώς φτάσαμε στο σημείο ένας τηλεοπτικός σταθμός να τροφοδοτεί με πολλές υποψηφιότητες ένα μεγάλο κόμμα; Πώς φτάσαμε στο γκροτέσκο σημείο να συζητά ο Γ. Αυτιάς στην εκπομπή του την υποψηφιότητά του με τον αρχηγό της ΝΔ; Και μάλιστα να κάνει επίδειξη δύναμης, αποδίδοντας στον συνομιλητή του τη φράση: «Γιώργο, δεν μπορούσα να διαχειριστώ τη μεγάλη αγάπη του κόσμου για σένα». Κι εκείνος, υποψήφιος πρωθυπουργός, να χαμογελά αμήχανα, γιατί φυσικά ούτε διανοείται να θέσει όρια, να τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή και να υπαινιχθεί έστω μια σχετική αυτονομία του από το μιντιακό σύστημα. 

Πώς φτάσαμε να παρευρίσκονται Μπογδάνος και Πορτοσάλτε σε κομματική φιέστα του Άδωνη Γεωργιάδη, να αποθεώνονται σαν τους προφήτες της κομματικής Αποκάλυψης και την άλλη μέρα να καμώνονται τους σχολιαστές της επικαιρότητας; Φυσικά, για την μπουφόνικη περίπτωση Μπογδάνου θα μπορούσε να πει πολλά κανείς έτσι κι αλλιώς, όπως και για τον άνθρωπο-συνώνυμο των fake news Γιάννη Λοβέρδο. Βρήκαν και οι δύο θέση στα ψηφοδέλτια της ΝΔ. Όπως και ο δημοσιογράφος Γ. Χριστοφορίδης που ακολούθησε επιτυχώς τη διαδρομή εφημερίδα «Χωνί»(!) - ΑΝ.ΕΛ.- ΣΥΡΙΖΑ. Όπως θέση βρήκε και ο αγωνιστής της Αριστεράς Τέρενς Κουίκ στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτό είναι εκτός θέματος του παρόντος άρθρου. 

Ποια πρέπει, λοιπόν, να είναι η διαχωριστική τομή που προστατεύει και τη δημοσιογραφία και την πολιτική; Η ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Κώστα Αρβανίτη από την εκπομπή και η on air αποχώρησή του από το πλατό έθεσε με επιτακτικό τρόπο το ζήτημα αυτό: η έλλειψη απόστασης ασφαλείας θέτει σε δοκιμασία και τη δημοσιογραφία και την πολιτική.  

Η κρίση αντιπροσώπευσης υπήγαγε ακόμα περισσότερο την πολιτική στην εικόνα. Το Διαδίκτυο επέσπευσε την υποχώρηση των παραδοσιακών μέσων. Ο ευπροσάρμοστος πολιτευόμενος γρήγορα κατάλαβε τι παίζεται και έγινε ένα μείγμα διασκεδαστή, σχολιαστή και κυνηγού λίγων δευτερολέπτων virality στο YouTube. Και ο δημοσιογράφος, ιδίως ο τηλεοπτικός, είδε τον κίνδυνο να ξεμείνει σαν ξεχασμένη σταρ του βωβού κινηματογράφου στον κόσμο του ομιλούντος, σαν πρώην σταρ δημοσιογράφος σε απαξιωμένα και καταχρεωμένα ΜΜΕ.  

Έτσι ίσως εξηγείται εν μέρει και το εξής οξύμωρο: πιο εξαρτημένοι από το πολιτικό σύστημα είναι συχνά οι πιο επώνυμοι δημοσιογράφοι. Αυτοί που θα ανέμενε κανείς, λόγω φήμης και χρήματος, να έχουν ισχύ και να προβάλλουν αντιστάσεις συχνά είναι πιο πρόθυμοι. Είναι, με έναν περίεργο τρόπο, πιο εκτεθειμένοι.  

Κάποιοι βούλιαξαν στην απαξίωση με την κατάρρευση του ΜΕGΑ και των πολιτικών του συμφραζομένων, αφού έγιναν αρνητικά σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής. Φανταστείτε, ας πούμε, να λένε για κάποιον νέο δημοσιογράφο αύριο: «Αυτός είναι της σχολής Πρετεντέρη». Καλύτερα ν' ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Άλλοι κούρνιασαν στις φτερούγες του καλού εφοπλιστή με τα πολλά ΜΜΕ και τηρούν αιδήμονα σιωπή για τις δουλειές του. Κι άλλοι ψάχνουν τρόπο να κάνουν το χόμπι τους επάγγελμα. Να μεταπηδήσουν, δηλαδή, από τη «δημοσιογραφία» στη δουλειά που έτσι κι αλλιώς κάνουν, να υπηρετούν το κόμμα ανοιχτά και ανυπόκριτα.

Τι κάνουν οι πολιτευόμενοι σταρ δημοσιογράφοι; Επί χρόνια διέθεταν την αναγνωρισιμότητά τους στον ιδιοκτήτη του μέσου στο οποίο εργάζονταν και άρα και στον κομματικό φορέα με τον οποίο ο ιδιοκτήτης διαπλεκόταν. Τιμούσαν το συμβόλαιό τους. Τώρα αποφασίζουν να εξαργυρώσουν την αναγνωρισιμότητα αυτή. Είναι κατά τεκμήριο ικανοί συσκευαστές του πολιτικού τους προϊόντος σε μιντιακό αμπαλάζ, έχουν αποδείξει ότι μπορούν να γίνουν καλοί ιμάντες προώθησης πολιτικής και προσώπων. Κάποια στιγμή, λοιπόν, έρχονται κι αυτοί να διεκδικήσουν τη χαμένη υπεραξία της μιντιακής εργασίας τους. Γίνονται ιμάντες του εαυτού τους. Εκεί βρισκόμαστε σήμερα. Εκεί είναι και η ευθύνη ημών των ψηφοφόρων. Το αν θα γεμίσει η Βουλή Μπογδάνους είναι δικό μας θέμα. Οι επιλογές προσώπων, πάντως, στις πρόσφατες ευρωεκλογές δεν γεννούν πολλή αισιοδοξία.

Πηγή:  lifo.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019 05:08

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση