τα μαύρα ρούχα του
τον σκόρπιζαν
μες το σκοτάδι
- πάμε στο άλογο; κι ακούω
μέσα μου ένα φρόνιμο ναι
στον δρόμο για τον μπαξέ
όλα είναι ήσυχα -
το σκυλί δεν θα γαυγίσει
θα κοιτάξουμε και τα πρόβατα
τον καλό καιρό, όπως τώρα
τα άλογα κοιμούνται κάτω από
τις τρεις τεράστιες μελικοκκιές
βαλμένες στη σειρά,
πάνω στο άχυρο
που μες το σκοτάδι,
έχει το ίδιο φως με την παλάμη του
ανάμεσα στο φύλλωμα της μελικοκκιάς
που σχεδόν αγγίζει το χώμα
το άχυρο των αλόγων μυρίζει ύπνο,
τόσο,
που ακουμπώντας τη χαίτη,
τα χνώτα και το ζεστό κορμί του,
με βύθισαν στον ύπνο τους,
στον ύπνο των αλόγων
δεν ξέρω ότι γυρίζουμε
και ότι
κοιμάμαι στον ώμο του

Σχόλια
Τροφοδοσία RSS για τα σχόλια αυτού του άρθρου.