όλο τριξίματα και μία μόνιμη ηχώ από πνιγμένες κραυγές εκεί
που πάτησε η μνήμη
μιλώντας για θαλάμους λαϊκών σανατορίων, Καψαλώνα κι Άι
Γιάννη,
ονειρικούς σιτοβολώνες, εργοστάσια με τα πνευμόνια πίσσα, εκ-
τοπίσεις σε παγωμένα τοπία,
μιλώντας για το πλήθος που κατέβηκε πανικόβλητο τα σκαλιά
διαδηλώνοντας την αγάπη του και δεν ξανανέβηκε
για τη λαχτάρα μας να λατρέψουμε καταποντισμένους θεούς,
ίδιους με τους θλιβερούς εαυτούς μας
– διαφημίσεις
πάγωσε η οθόνη, πάγωσε το διαμέρισμα
σα να ξέχασε κάποιος την πόρτα ενός νεκροθαλάμου ανοιχτή
κι αυτή η χαραμάδα έγινε ένα τείχος που πέφτει
και τριακόσιες χιλιάδες άνθρωποι δραπετεύουν διαμιάς από την
ιστορία
κρατώντας αναμμένα κεριά σα να γυρίζουν απ’ την Ανάσταση
φορώντας ντρίλινα, σαρακοφαγωμένα πουλόβερ, σέρνοντας βια-
στικά ετοιμασμένες βαλίτσες, το κλουβί με το ψόφιο κανα-
ρίνι – σκέφτονται
λεωφόρους στη Σιβηρία με μοναχικά βενζινάδικα την αυγή, κρύο
και ματωμένες σημύδες
το κουδούνισμα του τηλεφώνου που αντήχησε στους τσιμεντένιους
τοίχους του ψυχιατρείου, κανείς δεν το σήκωσε κι έμειναν με
την απορία μήπως τους γύρευε ο Σταυρόγκιν – σκέφτονται
κομματικούς ποδηλάτες να περνούν κάτω απ’ τα κομματικά
παραθυρόφυλλα με τα κατακόκκινα κομματικά τους γεράνια
αποκεφαλισμένες εκκλησιές με τους κωδωνοκρούστες τους απα-
ρηγόρητους
διαγγέλματα στο ραδιόφωνο, αήττητα σοβιέτ, να ξυρίσουν τον
Στάλιν
και τον άνεμο πάντα να σέρνει εφημερίδες του ’36 στον χωμα-
τόδρομο – «όπως τότε»
[...]

.......................................................................