Έπασχε από καρκίνο και τον περασμένο Φεβρουάριο ο ίδιος είχε αποκαλύψει ότι το μελάνωμα στο μάτι του είχε κάνει μετάσταση στο ήπαρ και βρισκόταν στο τελικό στάδιο της ασθένειας.
Γεννημένος το 1933 στο Λονδίνο, σπούδασε στο Queen’s College της Οξφόρδης και από το 1965 ζούσε στη Νέα Υόρκη, ενώ ήταν καθηγητής Κλινικής Νευρολογίας στο Albert Einstein College of Medicine. Εγραψε πολλά βιβλία σχετικά με ασυνήθιστες ιατρικές παθήσεις, όπως «Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο» και «Το νησί των τυφλών στα χρώματα» (Αγρα).
Μεγάλη επιτυχία γνώρισε με τα «Ξυπνήματα», το οποίο περιλαμβάνει αυτοβιογραφικά στοιχεία και ενέπνευσε την ομότιτλη υποψήφια για Οσκαρ ταινία της Πένι Μάρσαλ με τον Ρόμπερτ ντε Νίρο και τον Ρόμπιν Γουίλιαμς.
Τα «Ξυπνήματα», που οδήγησαν και τον Χάρολντ Πίντερ στη συγγραφή του έργου «Ενα είδος Αλάσκας», βασίζονται στην έρευνα για τη ληθαργική εγκεφαλίτιδα. Σε επιδημία που ξέσπασε το 1916 στη Βιέννη, πολλοί άρρωστοι πέθαναν, ενώ χιλιάδες βυθίστηκαν σε μια κατάσταση παράξενου και οριστικού λήθαργου.
Η ασθένεια θεωρήθηκε ανίατη, ωστόσο ένα θαυματουργό φάρμακο ανακαλύφθηκε στην Αμερική το 1967 με θεαματικά αποτελέσματα. Οι ασθενείς ξυπνούν, ξαναρχίζουν να μιλούν, να περπατούν, ξαναβρίσκουν τη χαρά της ζωής. Κατακλύζονται όμως από ψευδαισθήσεις, παραλήρημα, μανίες.
Η αρρώστια δεν είναι ξένο σώμα στην υγεία, αλλά μια κατάσταση που ακολουθεί τη δική της λογική, πίστευε ο Ολιβερ Σακς. Ανθρωπιστής, πολυμαθής, αγαπούσε τη χημεία, τη μουσική και έριχνε γέφυρες ανάμεσα σε διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους, συνδέοντας την ιατρική με την τέχνη.
Με ενδιαφέρον αναμένεται η ογκώδης αυτοβιογραφία που ετοίμαζε ο ίδιος, ενώ στο εξομολογητικό του χρονικό «Uncle Tungsten» γράφει για τα παιδικά του χρόνια στο Λονδίνο, την οικογένεια ιατρών όπου μεγάλωσε, την αγάπη του για την επιστήμη αλλά και για τα άλογα και τις μηχανές.
Μεγαλώνοντας βίωσε το μαρτύριο της σχιζοφρένειας του αδελφού του, σύμφωνα με την «Guardian», και όταν η μητέρα του έμαθε για την ομοφυλοφιλία του δήλωσε: «Μακάρι να μην είχες γεννηθεί».
Στο τελευταίο βιβλίο του, το συγκλονιστικό «Η δική μου ζωή. Σκέψεις για τον επικείμενο θάνατο» (Αγρα) ο Σακς αναφέρεται σε όσα τον διαφοροποιούν από τον Ντέιβιντ Χιουμ και επισημαίνει: «Οταν οι άνθρωποι πεθαίνουν, δεν αντικαθίστανται από κανέναν. Αφήνουν τρύπες που δεν γεμίζουν γιατί αυτό είναι το πεπρωμένο -το γενετικό και νευρολογικό- κάθε ανθρώπου.
Ο καθένας μας είναι μια μοναδική οντότητα που ψάχνει τον δικό του δρόμο για να ζήσει τη δική του ζωή, να πεθάνει τον δικό του θάνατο. Δεν γίνεται να υποκριθώ ότι δεν φοβάμαι.
Ομως το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η ευγνωμοσύνη. Αγάπησα και με αγάπησαν, μου έδωσαν πολλά και ανταπέδωσα αρκετά. Διάβασα και ταξίδεψα και σκέφτηκα και έγραψα. Είχα επικοινωνία με τον κόσμο, αυτή την ειδική επαφή που έχουν οι γραφιάδες και οι αναγνώστες».
Τον περασμένο Φεβρουάριο διαπίστωσε ότι ο καρκίνος από τον οποίο έπασχε είχε εμφανίσει μεταστάσεις και δεν του απέμεναν παρά μόνο λίγοι μήνες ζωής. Και τότε έγραψε: «Θέλω και ελπίζω στο χρόνο που μου απομένει να εμβαθύνω της φιλίες μου, να αποχαιρετήσω όσους αγαπώ, να γράψω περισσότερο, να ταξιδέψω αν έχω τη δύναμη, να φτάσω σε νέα επίπεδα κατανόησης και αυτογνωσίας».
Ο διεθνούς κύρους γιατρός, περίπου μία εβδομάδα πριν από τον θάνατό του στα 82 του χρόνια, πραγματοποίησε το τελευταίο του tweet, σαν για να μας πει ακριβώς πόσο ωραίο δώρο είναι η ζωή, έως την ύστατη ώρα. Με 58 χαρακτήρες έγραφε: «Ένας υπέροχος τρόπος για να παρουσιαστεί ένας από τους μεγαλύτερους μουσικούς θησαυρούς της ανθρωπότητας» – και ανάρτησε ένα βίντεο όπου εκτελούν την «Ωδή στη χαρά» του Μπετόβεν (και ύμνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) εκατό μουσικοί και τραγουδιστές από την Orchestra Simfonica del Valles, τους Amics de l’Opera de Sabadell, την Coral Belles Arts και την Cor Lieder Camera.
Πατήστε εδώ για να το ακούσετε.

εκλαϊκευμένα στο ευρύ κοινό πολύπλοκες νευρολογικές ασθένειες και διαταραχές ο Ολιβερ Σακς πέθανε στην κατοικία του στη Νέα Υόρκη, σε ηλικία 82 ετών.