Σε μια πρώτη ανάγνωση το έργο μιλάει για την κατάρρευση της φεουδαρχίας
και τη δυναμική είσοδο της αστικής τάξης. Πρόκειται για ένα έργο αποχαιρετισμού
που αναγκάζει τον Καραθάνο να αναλογιστεί πως
σ'αυτήν τη ζωή ή θα λυγίσεις ή θα σπάσεις.
Τα πρόσωπα του έργου δεν είναι υπερήρωες, όσα τους συμβαίνουν είναι απλά και καθημερινά.
Το θέατρο του Τσέχοφ είναι η «χαμηλόφωνη ποίηση του καθημερινού», παρατηρούσε το 1960
σε ένα γραπτό του ο Άγγελος Τερζάκης.
Ο σκηνοθέτης της παράστασης ανάλογα με ποιον μιλούσε τη βδομάδα που μας πέρασε,
δηλαδή ανάλογα με τις ερωτήσεις που του έγιναν, έδινε και τις απαντήσεις που τον ενέπνεαν.
Πάντα φυσικά σκαλίζοντας και κλαδεύοντας τις βυσσινιές του κήπου.
Έχουμε και λέμε λοιπόν:
Η Όλγα Σέλλα βρέθηκε σε μία πρόβα, δοκίμασε και ρώτησε για να πάει στην Πόλη του Βυσσινόκηπου κι έγραψε το άρθρο στην Καθημερινή "Μια αιρετική κωμωδία μέσα σε ένα υπέροχο δράμα" ( εδώ ).
O Σπύρος Κακουριώτης συνάντησε την Αυγή τον Νίκο κι αυτός του είπε ότι "Με ενδιαφέρει η αλλαγή που έχει τη δύναμη του φυσικού φαινομένου" ( εδώ )
Η Ιλειάνα Δημάδη στρίμωξε σε μια γωνιά του Αθηνοράματος τον Νίκο και τον ρώτησε σχεδόν απειλητικά "Παίζει Τσέχωφ ο Μίκι Μάους κύριε Καραθάνο;" ( εδώ )
Τέλος η Αργυρώ Μποζώνη βγήκε με τον Νίκο σε ραντεβού σε διαφορετικά σημεία της πόλης θέτοντάς του κάθε φορά το λαϊφικό ερώτημα " Γιατί τόση αγωνία κάτω από τόση ομορφιά;" ( εδώ )

