Δευτέρα, 04 Αυγούστου 2014 23:17

7η) Ο αταίριαστος

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ο Μότορσαϊκλ Μπόι είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μου αμερικάνικους κινηματογραφικούς μύθους. Είναι η περίπτωση ενός νεαρού που ωρίμασε ταξιδεύοντας πάνω σε μια μοτοσικλέτα στους χάιγουεϊ της απέραντης ενδοχώρας της Αμερικής κάνοντας το γνωστό ταξίδι Ατλαντικός - Ειρηνικός - Ατλαντικός. 

 

Ενός νεαρού που ακόμα και πριν να φύγει ήταν ένας ζωντανός μύθος στη γειτονιά του. Επιστρέφοντας μετά από καιρό στη Νέα Υόρκη, ο μύθος του είχε γιγαντωθεί και ιδιαίτερα στα μυαλά του μικρού του αδελφού. Ενός νέου όλο νεύρο κι ενεργητικότητα, που δεν τον χωράει ο ασπρόμαυρος τόπος του. Αλλά και ποιος άραγε θα χωρούσε σ' αυτές τις άχαρες και πανομοιότυπες γειτονιές μιας μεγαλούπολης, εκεί που τα παιδιά περισσεύουν μεγαλώνοντας σχεδόν μόνα τους στους δρόμους και στα φτηνιάρικα στέκια για μικρούς αλητάκους.

Κάπου εκεί στη δεκαετία του ’60, στις απρόσωπες αυτές γειτονιές φτιάχνονται οι εφηβικές συμμορίες που κάνουν το παν για να δώσουν ζωή στα μέλη τους. Μαγκιές και συγκρούσεις δίνουν καθημερινό ρεσιτάλ σκηνοθετημένο από μια πρωτογενή βία που δεν αναγνωρίζει πια κώδικες και κανόνες. Το παιχνίδι το αποτέλειωσαν τα ναρκωτικά που τα έριξαν πρόσφατα, υπονομεύοντας τα πάντα. Που περιθώρια για λάμψεις και αυτογνωσία και για ηρωϊσμούς με νόημα; Κάπως έτσι ο αυθόρμητος αγώνας εναντίον ενός συστήματος που τους είχε γραμμένους, ξεστράτισε. Οι απαγορευμένες αυτές ουσίες μοίραζαν την σκάρτη δύναμη του μαύρου χρήματος κι έτσι έδιναν την αφορμή για κυριαρχία. Όσο για την χρήση τους από παιδιά με ελάχιστες επιλογές και ασχημάτιστο εγώ, τα οδηγούν πάνω σε σύννεφα, εκεί όπου η σκληρή πραγματικότητα παύει να υπάρχει προσωρινά και να τους απειλεί. Σ’αυτούς τους κύκλους δεν θα μπορούσε να απουσιάζει κι ο τυπικός σκληρός μπάτσος που έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με όσους κοντράρουν τις εξουσίες του. Ένας απ’αυτούς είναι και ο Μότορσαϊκλ Μπόι.

Τι κάνεις λοιπόν, όταν επιστρέφοντας όλοι σε αντιμετωπίζουν σαν μεσσία; Αυτό είναι το ερώτημα που βάζει η ταινία, ερώτημα που μ’αρέσει. Και μου άρεσε πολύ ο τρόπος που τον έπαιξε ο Μίκι Ρούρκ. Με μια εσωτερική ένταση που ήταν ορατή στο βλογιοκομμένο πρόσωπό του. Εκεί ο παγιδευμένος θα δει μια απροσδιόριστης αιτίας θλίψη να στάζει από τους πόρους του χλωμού δέρματός του. Εκεί ο άπιστος θα μαγευτεί στιγμιαία από τα σαν προσευχή ψιθυριστά λόγια του. Κι εκεί ο θωρακισμένος θα αισθανθεί να ραγίζει από το γλυκό πένθος που αντανακλούν τα υγρά του μάτια.

Ήταν εξαιρετικός ο τρόπος που έπαιξε ο Ρούρκ τον άνθρωπο που αποδέχτηκε πως όλα όσα τον δαφνοστεφάνωσαν τώρα είναι για τα μπάζα. Τίποτα από τις εφηβικές του πράξεις δεν μπορεί πια να γονιμοποιηθεί από μια αθώα γενναιότητα μια εφηβείας που δοκιμάζει το μπόι της στον κόσμο. Αλλά και ταυτόχρονα μεταφέρει με την χαμηλών τόνων κίνησή του σε συντονισμό με τα ήρεμα απροστάτευτα βλέμματά του, τη συνειδητοποίηση του αδιέξοδου όλων όσων έγιναν. Ακόμα και αυτών που η αγνότητα των κινήτρων παραμέριζε με άνεση την φυσική αυταρέσκεια ενός εφήβου που η ζωή δεν του πρόσφερε έτοιμο τίποτα. Η χαμηλόφωνη ερμηνεία του Ρούρκ ήταν απ’αυτές που δεν σε κάνουν να τις θαυμάσεις, όπως λόγου χάρη του Μάρλον Μπράντο και του Ντάστιν Χόφμαν. Είναι απ’αυτές που αναπνέουν με μια φυσικότητα, οδηγώντας σε να συμπαθήσεις έναν άνθρωπο που δεν κάνει τίποτα εξαιρετικό για να το πετύχει αυτό. Τίποτα, πέρα από το να αργοσαλεύει με ένα τρόπο υπνωτικό μα καθόλου χαοτικό.  

Σήμερα λοιπόν, του προφήτη Ηλία, που αποφάσισα να σας γράψω για να σας πω ποιον ρόλο θα ήθελα να παίξω σε ταινία, η μπίλια της εσωτερικής μου ρουλέτας που γύριζε ερήμην μου από το πρωί, ήρθε κι έκατσε το βράδυ η μπίλια στο μαυροκόκκινο ρόλο του Μότορσαϊκλ Μπόι.  Αυτού που αρνείται να παραμυθιάσει τους μικρότερους με τους άθλους του. Αυτού που αποφάσισε να μην τρέφεται από το θαυμασμό του αδελφού του και των φίλων του, παροτρύνοντάς τους να βρουν το δικό τους δρόμο, μακριά από τον δικό του. Αυτού που δεν επιτρέπει στην ήπια απόγνωσή του να τον οδηγήσει στον κυνισμό και στην παραίτηση. Ένας Μίκι Ρούρκ που καταφέρνει να μας κάνει να αισθανθούμε περισσότερα με τα ελάχιστα και που ο μαγνητισμός του έχει κάτι από τα αινίγματα εκείνα που όταν σταθούμε όρθιοι απέναντί τους ανάβουν αυτόματα τα δικά μας φώτα.

Αυτό που μου φάνηκε καταπληκτικό είναι που ένιωσα για μια ακόμα φορά ένα περίεργο κάτι που έχει η Αμερική. Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει για την πραγματική Αμερική. Είμαι σίγουρος όμως ότι ισχύει για την Αμερική που ταξιδεύει μέσα από τις εικόνες της και που συνήθως προπορεύονται απ’αυτήν. Καταφέρνει λοιπόν, αυτή η αλύτρωτη τουρλού χώρα που το σεντόνι της στάζει ακόμα αίμα, να τρέφεται ακόμα και από όσους της γυρίζουν την πλάτη. Απ' αυτούς τους διπλά και διακριτικά αταίριαστους, όπως ο Μότορσαϊκλ Μπόυ. Αταίριαστος και ως προς τους γύρω του που πίνουν νερό στο όνομά του, αταίριαστος και ως προς τους πιο μακρινούς που δεν τους πάει, τους κάλπιδες. Και που γι'αυτό δεν είναι ούτε ήρωας, ούτε αντιήρωας. Είναι ένας κανονικός που έμαθε από όσα τον δόξασαν κι αποφάσισε γι'αυτό να κατέβει από τον θρόνο του. Από τότε προχωράει ανάμεσά μας όσο πιο απαρατήρητος γίνεται. Κι αν καμιά φορά τα βλέμματά μας διασταυρώνονται με νόημα, αδιόρατα μας χαμογελάει. Υποψιάζομαι ότι το κάνει για να μας δώσει κουράγιο. 

Την επιλογή αυτή μας την έστειλε ο Μανώλης Ροσμαράκης, που τον ευχαριστούμε. Πρόκειται για την ταινία "Ο αταίριαστος", του Φράνσις Φόρντ Κόπολα ( Ντιτρόιτ, 1939 ) , που γυρίστηκε το 1983. Πρωταγωνιστούν Μίκι Ρούρκ ( Σενέκταντι, Νέα Υόρκη, 1952 ), Ματ Ντίλον, Ντένις Χόπερ, Βίνσεντ Σπάνο, Νταϊάν Λέιν, Νίκολας Κέιτζ. Πατώντας  εδώ  θα σας εμφανιστεί ένα δίλεπτο τρέιλερ της ταινίας.

Κάποιες από τις 25 ταινίες του Κόπολα:Δε θα γυρίσω το βράδυ (1969), Νονός Ι (1972), Η συνομιλία και Νονός ΙΙ ( 1974), Αποκάλυψη τώρα (1979), Κόττον Κλαμπ (1984), Τάκερ (1986), Νονός ΙΙΙ (1990), Ο δράκουλας (1992).

Διαβάστηκε 1626 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014 01:16
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « 8η) Ο νεκρός 6o) Η γυναίκα της διπλανής πόρτας »

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση