Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014 01:17

8η) Ο νεκρός

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

«Είναι προτιμότερο να μην ταξιδέψεις μ’έναν νεκρό άνθρωπο». Μ’αυτή τη ρήση του Ανρί Μισώ (Αρδένες, 1899-Παρίσι, 1984) ως μότο, αρχίζει η ταινία «Ο Νεκρός» ( The dead man ). Αλλά γιατί είναι προτιμότερο; Έχω παρατηρήσει πως όταν ταξιδεύεις με νεκρό κινδυνεύεις διπλά. Κινδυνεύεις που αυτός ως νεκρός δεν καταλαβαίνει Χριστό και παίζοντας διαρκώς με το θάνατο, αδιαφορεί σε τι μπορεί να σε μπλέξει.

 Αλλά κι όταν εσύ κινδυνεύεις, είναι αδύνατο ένας νεκρός που ταξιδεύει να νοιαστεί για σένα, αφού το μόνο για το οποίο νοιάζεται είναι το ταξίδι του. Όσο για τους νεκρούς που δεν ταξιδεύουν, είναι πιο επικίνδυνα. Γιατί το παίζουν ζωντανοί και πολλοί άνθρωποι γύρω τους την πατάνε μαζί τους.

Άραγε το 1995 τι να συνέβαινε στη ζωή του Τζιμ Τζάρμους κι αποφάσισε να γυρίσει αυτήν την ταινία; Μπορεί αυτός νάταν ο νεκρός που ταξίδευε εδώ κι εκεί; Νεκρός με κάποιες σπίθες επιθυμίας να αρχίσει απ’την αρχή πάλι να ζει. Και θα γνώριζε φυσικά ο τυχερός, ότι ο δικός του ο τρόπος για να το πετύχει αυτό, ήταν η μόνη δουλειά που αγαπούσε, και που ήταν το γύρισμα ταινιών. Ταινίες ανυπότακτες στα κλισέ των άλλων, μα και των δικών του. Και θα είχε μάθει πως  το γύρισμα μιας ταινίας, όπου ο δημιουργός της θέλει να φανερώσει τους λίγους κόκκους της μοναδικότητά του αποτινάζοντας τις μάσκες του κόσμου, είναι πράξη αναστάσιμη. Κάπως έτσι φαντάζομαι ο Τζάρμους ρίχτηκε στην περιπέτεια, ρισκάροντας το γύρισμα μιας ταινίας όπου όλα θα έπρεπε να επινοηθούν απ’ την αρχή. Όχι ως αχταρμάς ούτε με ασέβεια στην πραγματικότητα.

 

Και είμαι σίγουρος ότι τον τσίγκλισε η ρήση του Μισώ. Πως; Μιλώντας εκ πείρας, μπορώ να ισχυριστώ ότι ταξιδεύοντας θα είχε αρχίσει να βαριότανε θανάσιμα τους άλλους και τον κόσμο; Όχι φυσικά, γιατί ο Τζάρμους δεν είναι από τους τύπους που εύκολα πετάει το μπαλάκι στους άλλους. Ταξιδεύοντας λοιπόν, θα βαριότανε θανάσιμα τον εαυτό του. Είναι πολύ πιθανόν κάπως έτσι να κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήδη είχε πεθάνει. Και έτσι να αποφάσισε να βρει έναν τρόπο για να αποδεχτεί τον νεκρό εαυτό του, να τον θάψει και μήπως μέσα από το πένθος του ζωντανέψει πάλι. Όλοι οι δρόμοι του λοιπόν, τον οδηγούσαν στον Νεκρό. Εκεί θα φαινότανε αν είχε δίκαιο αυτός κι ο Μισώ, ή αν ζούσε μία παραίσθηση, μια φάση κι όλα ήταν του μυαλού του ροκανίδια.

 

Δύσκολο εγχείρημα. Γι’αυτό αποφασίσει να παίξει με ανοιχτά όλα τα χαρτιά του. Που το κάνει απ’την αρχή. Αυθαίρετα εντελώς μα δίχως να ξενίζει, ένας καρβουνοκαπνισμένος συνταξιδιώτης του λογιστή Μπιλ Μπλέικ ( Τζόνυ Ντεπ) μέσα στο τρένο του 19ου αιώνα, που από το Κλίβελαντ τον πάει στην καρδιά της άγριας δύσης, στην πόλη Μηχανή, εκεί όπου τον περιμένει η θέση του λογιστή, του λέει:

 «Ήρθες από μακριά εδώ στην κόλαση. Το πιο πιθανόν είναι να βρεις τον τάφο σου Από δίπλα κι ο ινδιάνος με τα όνομα Κανένας που σε μια άλλη σκηνή τον ρωτάει «Τι όνομα σου έχουν δώσει γαμημένε λευκέ;» κι αυτός απαντάει « Είμαι ο Γουίλιαμ Μπλέικ».  Βούτηρο στο ψωμί του παράξενου ινδιάνου η απάντηση αυτή, και δεν του χαρίζεται: « Τότε, είσαι νεκρός». Πως του΄ρθε  του Κανένα που τριγυρνάει στα δάση καβάλα σ’ένα άσπρο άλογο, να πει τέτοια χοντράδα σ’έναν άνθρωπο που μόλις τον γνώρισε; Ο Κανένας δεν είναι ένας τυπικός  ινδιάνος των γουέστερν. Αυτός παίζει στα δάκτυλα τον εξαιρετικό Άγγλο μυστικιστή ποιητή Ουίλιαμ Μπλέικ ( 1757 – 1827). Απ’αυτόν λοιπόν, πιάνεται ο Κανένας και κάνει παιχνίδι με το όνομα του ήρωα της ταινίας, θεωρώντας μεταξύ σοβαρού κι αστείου, ότι είναι η μετενσάρκωση του ποιητή.

Οι προφητείες όμως και τα παιχνίδια αναπόφευκτα οδηγούν μια σφαίρα στην καρδιά του νεαρού από το Κλίβελαντ. Μια σφαίρα που μαζί της τριγυρνάει στα δάση ως καταζητούμενος κι επικηρυγμένος. Μέχρι να τον αναλάβει ο Κανένας και να τον οδηγήσει στη βάρκα που θα τον πάει εκεί όπου σμίγει η θάλασσα με τον ουρανό, δηλαδή στην κατά Γκοντάρ αιωνιότητα.  

Είχα δει αρκετά γουέστερν στη ζωή μου κι πολλά τα έχω χαρεί. Μα όταν βγήκα από το σινεμά που έπαιζε τον «Νεκρό», ήταν σαν να αναστήθηκα καθώς περνούσα από μια άγρια δύση που αργοπέθαινε δολοφονώντας ακόμα και για πλάκα, σε μια Αθήνα που ακκιζόταν την ώρα που μεταμορφωνόταν σε αρπακτικό. Πως συνέβη αυτό; Ο αυτοδίδακτος γκουρμέ μάγειρας του σινεμά, ονόματι Τζιμ Τζάρμους, στα 42 του, μας σερβίρισε μια εξαίσια σούπα, βράζοντας όλα τα γουέστερν μαζί. Όλα τα υλικά που στοίχειωσαν τα γουέστερν της ζωής μας, άφησαν τις ουσίες τους σ’αυτήν την ασπρόμαυρη ταινία. Όπου συνεχώς θύμιζε κάτι και την ίδια στιγμή όλα ήσαν νεογέννητα. Αυτό το χαρμάνι, του οικείου και του ανοίκειου, του σοβαρού και του ειρωνικού, του ρεαλισμού και της φαντασίας, μ’έκανε να φτιαχτώ. Χαρμάνι τίγκα στα αντισώματα. Κι όπως αυτός ο ανέκφραστος κι αργός λογιστής του γλυκού νερού, έβλεπε πράματα και θάματα για πρώτη του φορά, έτσι ένιωθα κι εγώ.

Τότε που είδα για πρώτη φορά αυτήν την ταινία, ήταν για μένα τουλάχιστον, κεραυνός εν αιθρία. Όχι μόνο ως προς τις υπόλοιπες ταινίες, αλλά και σε σχέση με το κλίμα της εποχής, που ντόπαρε τον κόσμο με το πανταχού παρών σλόγκαν «καταναλώνουμε, άρα ζούμε». Μια ταινία απρόσμενα ευφυής, δίχως να πουλάει μούρη με τη ευφυΐα της και να σε κάνει να νοιώθεις βλάκας. Που δεν έκανε βούκινο τις καινοτομίες της και την ολόφρεσκη ματιά της. Και παρόλο που συνέβησαν άπειρα πράματα μέχρι το ποτάμι να πάρει για πάντα μαζί του τον νεκρό Μπλέικ, η ταινία κυλούσε αργά. Σε συντονισμό μάλιστα με το νωχελικό παίξιμο του Ντεπ και με την λιτή μουσική ξυράφι του Νηλ Γιάνγκ, σε υπνώτιζε δίχως να το καταλάβεις. Το καταπληκτικό ήταν που όλα είχαν την φυσικότητα των γουέστερν κι ας ήταν εντελώς αφύσικα ως προς αυτά. Αλλά και ως προς τον ρεαλισμό η ταινία ήταν άπιστη. Πιστότατη όμως στον πραγματικό κόσμο που κρυβόταν στα ενδότερα του Τζάρμους. Αυτά και μόνο έφταναν για να υποκλιθείς στην μεγάλη μαγκιά του Τζάρμους. Και επειδή του υποκλίθηκα πολλές φορές και για άλλα της ταινίας, πιστεύω ότι έχω το δικαίωμα να δηλώνω πως  την ταινίας σας κ.Τζάρμους, νοιώθω ότι εγώ τη σκηνοθέτησα. Ή πάση περιπτώσει, την ξανασκηνοθέτησα.

Δεν το κρύβω ότι πολύ θα ήθελα να το τολμούσα και να έφτιαχνα μια απόκοσμη ταινία σαν και την δικιά σας όπου κυκλοφορούν άνθρωποι σαν κι εμάς και που δεν θα ήταν δυνατόν να καταταχτεί σε οποιαδήποτε γνωστή κατηγορία. Ταινία που θα έπαιρνε μπρος από τη σύγκρουση του αχαλίνωτου μυστικισμού της φύσης με τον αδυσώπητο πολιτισμό της μηχανής. Είναι που εξαιτίας αυτής της σύγκρουσης η φαντασία θα έμπαινε στο παιχνίδι κάνοντας όλους τους χαρακτήρες της να εξελίσσονται, να γίνονται πολύπλοκοι και ξεχωριστοί, αλλά αφάνταστα προσιτοί. Να έκανα μια ταινία «κλέβοντας» από τον Νεκρό σας. Εννοώντας με το κλέβοντας αυτό που εννοεί κι ο Τζάρμους: Ότι δηλαδή, δεν υπάρχουν πρωτότυπες ιδέες, αλλά η ομορφιά τους είναι ότι είναι σαν τα κύματα του ωκεανού: το καθένα συνδέεται με το επόμενο και το προηγούμενο. Είναι πολύ σημαντικό να δεχόμαστε τα πράγματα που μας εκφράζουν, μας επηρεάζουν και να τα ενσωματώνουμε σε αυτό που κάνουμε, όπως κάνουν όλοι οι καλλιτέχνες. Όσοι δεν παραδέχονται κάτι τέτοιο, είτε λένε ψέματα είτε φοβούνται ότι δε θα θεωρηθούν πρωτοποριακοί».

Να τη γύριζα λοιπόν, ίσως σε μέρη δικά μας, σε εποχές όπου η ποίηση γράφτηκε με αίμα και όπου οι άνθρωποι αναγκάστηκαν δυστυχώς να μιλήσουν με τα όπλα, όπως ο άκαπνος και φιλήσυχος λογιστής. Που άφησε ο καημένος τον πολιτισμό του και ξεκίνησε με σχέδια που φανέρωναν τις καλές του προθέσεις, μα που όλα του πήγαν στραβά. Όχι ότι ήταν άτυχος. Απλά ήταν ο ξένος και ο αλλιώτικος, παρόλο που ήταν στη χώρα του. Κι ως διαφορετικός πιάστηκε εύκολα στα γρανάζια μιας βίαιης κοινωνίας που το μέτρο όλων ήταν η δύναμη που αυτοεπιβεβαιώνεται τσακίζοντας ότι δεν της υποτάσσεται, παίρνοντας με κάθε μέσο αυτό που θέλει.

Ωραία όλα αυτά, μα ίσως πει κάποιος, να, αλλά η ταινία έχει θέμα; Έχει. Έχει αυτό που όλα τα άλλα γουέστερν το περνούσαν στο ντούκου, παρόλο που ξεχείλιζαν απ’αυτόν.. Ναι, καλά το υποψιαστήκατε, πρόκειται για τον θάνατο. Στην ταινία αυτή παίζουν οι νεκροί των γουέστερν, που κανείς δεν ασχολήθηκε μ’αυτούς, τους άθαφτους. Η ταινία μας μιλάει με έναν τρόπο δίχως υπεκφυγές και απωθήσεις, μας μιλάει για την αγωνία του θανάτου μέσω ενός ήδη νεκρού που ταξιδεύει. Ενός νεκρού που σε κανέναν δε θα λείψει και που κανέναν δεν θ’αφήσει πίσω του να πενθήσει γι’αυτόν. Ενός μοναχικού νεκρού που τον φρόντισε ο Κανένας, ένας εξ ίσου μοναχικός Ινδιάνος. Που;

Σε μια χώρα που έφτιαχνε με σφαίρες τα κύρια χαρακτηριστικά της, σε μια περιοχή όπου ο χαρακτηρισμός «άγρια δύση» περισσότερα έκρυβε παρά φανέρωνε από μια κοινωνία ανελέητη. Είναι η περιοχή της πόλης Μηχανής, όπου ο νεαρός λογιστής συναντά το θάνατο σε κάθε του βήμα. Μόνο που επειδή ο Τζάρμους  βλέπει τη ζωή σε μία κυκλική εναλλαγή με τον θάνατο, καταφέρνει μέσω της ποιητικότητάς του να περάσει  αυτήν την ιδέα του στην ταινία και να μην μας ψυχοπλακώνει. Ίσα ίσα, ταξιδεύοντας μαζί με έναν νεκρό, το ταξίδι αυτό μας κάνει να εκτιμήσουμε τη ζωή, συνειδητοποιώντας την ύπαρξή μας. Εκτιμώντας έτσι και σεβόμενοι τη ζωή, όπως αργά και βασανιστικά το πετυχαίνει και ο όπου νάναι νεκρός της ταινίας. Με έναν τρόπο που πολύ όμορφα το εκφράζει μία ρήση του ποιητή Μπλέικ, ρήση που κυοφορεί κάτι το αναστάσιμο. Μετά από όλα αυτά νομίζω πως ο Τζάρμους έζησε τη ρήση του Μπλέικ πέρα ως πέρα. Και είμαι σίγουρος ότι ζωντάνεψε και μπορούσε πάλι να ευχαριστιέται διαφορετικά τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο, όπως είναι, αλλά και όπως τον θέλει. Κι αυτήν την άνοιξη με την ταινία για έναν νεκρό, την πέρασε και σ'εμάς. Thank you mister Jim Jarmusch.

 

Να δεις τον Κόσμο σε έναν κόκκο άμμου,

και τον Ουρανό σ’ ένα αγριολούλουδο,

να κρατήσεις το Άπειρο στην παλάμη σου 

και την Αιωνιότητα σε μια ώρα.

 

Η ταινία " Ο νεκρός" βγήκε στους κινηματογράφους το 1996. Σενάριο - σκηνοθεσία Τζίμ Τζάρμους. Διάρκεια: 117΄. Παίζουν: Τζόνι Ντεπ, Γκάρι Φάρμερ, Ρόμπερτ Μίτσαμ, Ίγκυ Ποπ, Γκαμπριέλ Μπερν, Μπίλι Μπομπ. Την ταινία αυτήν την επέλεξε ο Χαράλαμπος Κεντερίογλου, που τον ευχαριστούμε. Πατώντας   εδώ  θα σας εμφανιστεί με ελληνικούς υπότιτλους το βίντεο της ταινίας του Τζάρμους, ενός σκηνοθέτη που εδώ και 30 χρόνια, θεωρείται η εμβληματική φιγούρα του ανεξάρτητου Αμερικάνικου σινεμά.

Διαβάστηκε 2084 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 08 Σεπτεμβρίου 2014 14:42

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση