Τετάρτη, 20 Μαΐου 2026 18:10

Οι Φιλισταίοι, του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου το 1990 στην Ελευθεροτυπία

Επιλέγουσα ή Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

lifo62ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ.  Αυτά που διαμείβονται στα παράθυρα της τηλεόρασης, οι φτηνές έριδες, οι τσακωμοί για το τίποτα, οι δολοφονίες χαρακτήρα, οι κακόψυχες ύβρεις ― είναι μια μάχη παλιά.

Κάτω από τις λεύκες της Μητρόπολης, με ουισκάκι και θαμπά γυαλιά, ο κύριος Βασίλης Διοσκουρίδης ( στη φωτό) μού το επισημαίνει.

Πάντα ο κόσμος ήταν μοιρασμένος ανάμεσα στους Φιλισταίους και τα Παιδιά της Βοημίας. «Έλα μια μέρα να σου εξηγήσω», λέει. Και σωπαίνει. Ξέρει πως τσίμπησα.

Πάντα έχει δίκιο ο Βασίλης. Οι Φιλισταίοι. Οι αγροίκοι. Οι άξεστοι. Οι ανίδεοι που όλα τα ξέρουν. Οι περιούσιοι λαοί του Κυρίου με το αίμα στα χέρια. Και οι φασαίοι με τα κουρέλια της γνώσης και το φρύδι ψηλά. Τα παιδιά του lifestyle με το κραυγαλέο γούστο. Οι πλούσιοι που προβάλλουν τα πλούτη τους σαν κακομαθημένα νήπια. Πήραν το όνομά τους από μια φυλή που κατοικούσε νοτιοδυτικά της Χαναάν – σ’ αυτό που είναι σήμερα η Λωρίδα της Γάζας. Ήταν οι κύριοι εχθροί των Εβραίων. Ίσως εκεί να οφείλεται η καταγωγή του διασυρμού τους. Ο Μάθιου Άρνολντ (του οποίου το ποίημα «Η παραλία του Ντόβερ» είναι η εφιαλτική έκφραση ενός κόσμου με διαλυμένο το θρησκευτικό αίσθημα) τους θυμήθηκε σε ένα δοκίμιό του για τον Χάινε και τους μετασχημάτισε από βιβλική φυλή σε επιθετικό προσδιορισμό. Ο όρος επιζεί έως σήμερα, αλλά ασαφής και επιγαμημένος. 

Τι τους χαρακτηρίζει: Έχουν την άξεστη δύναμη της συμβατικότητας και υποτιμούν το ακηδεμόνευτο πνεύμα, την Τέχνη που ψαύει τα μη προφανή στα όρια της εμπειρίας και της συνείδησης. Ανήκουν συνήθως στους αυτοστεφανούμενους και «επιτυχημένους» και υποστηρίζουν άκριτα το μέσο όρο, το διδαχέν από τα σχολεία.

Θαυμάζουν τις μεταξοτυπίες του Φασιανού, τα τσεκουράτα λόγια των δημαγωγών, το αισθητικό σφαγείο του Mega, τα αστεία του Λαζόπουλου και του Σεφερλή (ίδια είναι), τον «υλικό πολιτισμό» της πεσκανδρίτσας. Μοντέρνο είναι γι’ αυτούς το ελεκρομπίτ των νεοσκυλάδικων, το στάιλινγκ στα περιοδικά του lifestyle. Εν γένει, αγαπούν οτιδήποτε είναι ανταλλάξιμο, χειροπιαστό, δοκιμασμένο, εμπορικό – σε αντίθεση με οτιδήποτε είναι δωρεάν, αόρατο, σκιά ονείρου, φαντασία, στοχασμός. Προ πάντων όμως, περιφρονούν οτιδήποτε αντισυμβατικό, έκκεντρο, εισέτι αταξινόμητο. Μοιραία, μισούν με πάθος αυτό που ο Άρνολντ ονομάζει «παιδιά του φωτός»: τους καλλιτέχνες ή τύπους που είναι καλλιτεχνικοί, τους μποέμ, όσους την ψάχνουν ή είναι ευάλωτοι, έχουν αμφιβολίες ή είναι αγύριστα κεφάλια, όσους έχουν κάτι διαλείπον ως προς τα απαιτητά της κοινωνίας, δεν στοιχίζονται σωστά στην τάξη του σχολείου, ενίοτε ονειρεύονται αγρίως ή αντιδρούν απρόβλεπτα.

Ανθεκτική φυλή οι Φιλισταίοι, ζουν και θα ζουν για πάντα, συνήθως σε περίβλεπτες θέσεις. Από καιρού εις καιρόν, κάτι τους απειλεί και συσπειρώνονται γύρω από μια νέα βεντέτα, μια νέα ρητορική μίσους. Δεκάδες σαν αυτούς εμφανίζονται στις αρένες της χώρας με τοξική αυτοπεποίθηση ― δεν τους προβληματίζει καθόλου ότι με περιορισμένη γνώση, εμπειρία ή δεξιότητα αναλαμβάνουν ηγετικούς ρόλους στην πολιτική, τις επιχειρήσεις και την παιδεία, σε μια πρωτοφανή αντιποίηση αρχής, όπου οι ικανοί λουφάζουν εν αχρηστεία, ενώ οι λιγότερο καταρτισμένοι αυτοαναγορεύονται σε αυθεντίες.

Δεν τίθεται θέμα. Η καρδιά διαλέγει τυφλά τους δεύτερους, τους κυνηγάει μοναχή – τους «καλλιτεχνικούς», τα ούφο, τους αστοίχιστους, τα στραβάδια. Έχουν κι αυτοί πολλές χαζές προκαταλήψεις και μισαλλοδοξίες, αλλά τουλάχιστον ζουν πιο ανοιχτά, πιο τολμηρά και απροσδόκητα. Συνομιλούν με το δαιμόνιο της πόλεως – κι από τους πειραματισμούς τους κατακάθεται μια σκόνη ενδιαφέρουσα για τους οιωνοσκόπους.

Στους στυλοβάτες της ελληνικής Βοημίας ανήκει και ο άνθρωπος που ανακινεί το θέμα μας: ο κύριος Διοσκουρίδης. Πίνει το ουίσκι του αμέριμνος, ευτυχής εν τη ελαχιστότητι της νύχτας. Ο γιος του τού τηλεφωνεί ότι ο Παναθηναϊκός έβαλε γκολ. Χαίρεται σαν μωρό παιδί. Και μου ξαναμιλά για την «Παραλία του Ντόβερ».


― Άρθρο μου στην Ελευθεροτυπία του 1990, προ Ιντερνετ, αναδημοσιεύεται ως είχε. Σχολιάζει πολλά τωρινά πράγματα, λίγα ονόματα θα αντικαθιστούσα μόνο.

Πηγή: lifo.gr/blogs/imerologio/ :Αργείς γεράκο μου, αργείς. Εκτός από τους Φιλισταίους, υπάρχουν φωτογραφίες του Ελληνοκύπριου ζωγράφου Σωκράτη Σωκράτους από την διαμονή του για μήνες το 2015 στην Παλαιστίνη, το ποίημα «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα για το θάνατο του εικοσάχρονου γιού του, σε δυστύχημα με μοτοσυκλέτα και για την έκθεση του ζωγράφου Φράνσις Μπέικον στη Μόσχα το 1988. Όλα παλιά.  

Διαβάστηκε 181 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 20 Μαΐου 2026 18:25

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση