Θεωρείς πως υπάρχει χάσμα μεταξύ επιστημόνων και κοινωνίας;
Ναι, δυστυχώς το χάσμα υπάρχει και είναι ανησυχητικό. Και το δυστυχέστερο όλων είναι ότι στη παρούσα περίοδο διευρύνεται και γιγαντώνεται.
Ζούμε σε μια εποχή συναρπαστική με τις πολλαπλές επιστημονικές επαναστάσεις, από την τεχνητή νοημοσύνη μέχρι τη βιοτεχνολογία, να λαμβάνουν χώρα κατακλυσμιαία. Η αστρονομία, εν προκειμένω, διανύει τη δική της αναγέννηση: καταφέραμε να «ακούμε» βαρυτικά κύματα από συγκρούσεις μαύρων τρυπών, να φωτογραφίσουμε για πρώτη φορά τη σκιά μιας μαύρης τρύπας, να ανακαλύψουμε εξωπλανήτες σε τροχιά γύρω από άστρα εκατοντάδες έτη φωτός μακριά.
Κι όμως, την ίδια στιγμή, γιγαντώνονται οι ψευδοεπιστήμες και οι θεωρίες συνωμοσίας. Από «εναλλακτικές θεραπείες» χωρίς καμία επιστημονική τεκμηρίωση, μέχρι την άρνηση της κλιματικής αλλαγής και τη διαδεδομένη πίστη ότι η Γη είναι επίπεδη, ζούμε ένα παράδοξο: όσο πιο προχωρημένες είναι οι επιστήμες, τόσο πιο εύκολα αμφισβητούνται από μερίδα της κοινωνίας.
Αυτή η αντίφαση δεν είναι τυχαία ούτε αθώα. Είναι το αποτέλεσμα μιας διαχρονικής υποτίμησης της επιστήμης και της γνώσης ως κοινωνικού αγαθού.
Ποιός έχει την ευθύνη; Τα Πανεπιστήμια; Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση;
Το γιατί συμβαίνει αυτό δεν είναι εύκολο να αποδοθεί σε έναν μόνο «ένοχο».
Τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα συχνά εγκλωβίζονται στη γλώσσα του ακαδημαϊσμού. Τελώντας υπό καθεστώς υποχρηματοδότησης, αναλώνουν την ενέργειά τους σε έναν αδυσώπητο αγώνα για δημοσιεύσεις και προσελκύσεις ερευνητικών έργων. Έτσι, η διάχυση της επιστήμης στην κοινωνία παραμένει στο περιθώριο, ως “πάρεργο” και όχι ως κεντρική αποστολή τους. Δυστυχώς, για να λέμε αλήθειες, υπάρχουν και μεμονωμένοι επιστήμονες που συμβάλουν με τη στάση τους στην επιπλέον υποτίμηση της επιστήμης, στρεβλώνοντάς τη στα πλαίσια της εκάστοτε πολιτικής ή οικονομικής εξουσίας.
Από την άλλη, η δευτεροβάθμια εκπαίδευση –παρά τις φιλότιμες προσπάθειες πολλών εκπαιδευτικών– παλεύει μέσα σε ένα σύστημα που δίνει προτεραιότητα στην ύλη και την εξεταστέα γνώση και όχι στην επιστημονική σκέψη ή στον ενθουσιασμό για ανακάλυψη. Η επιστήμη, δυστυχώς, διδάσκεται στα σχολεία με άκρως αντι-επιστημονικούς όρους, καθώς συχνά προσεγγίζεται ως ένα σύνολο “έτοιμων απαντήσεων” και “επικλήσεων στην αυθεντία”, όχι ως μια ζωντανή διαδικασία αναζήτησης, πειραματισμού και αμφισβήτησης. Αντί να ενθαρρύνεται η διατύπωση ερωτημάτων, η δοκιμή υποθέσεων και η αποδοχή της αβεβαιότητας, κυριαρχεί η λογική του “σωστού αποτελέσματος”. Έτσι, για τους εφήβους η επιστήμη αποτελεί μια ακόμα εκδοχή, ανάμεσα σε τόσες άλλες που συναντούν στον δρόμο τους.
Είναι και πολιτικό το ζήτημα;
Είναι κυρίως πολιτικό. Για δεκαετίες, η επιστήμη αντιμετωπίζεται είτε ως πολυτέλεια, είτε ως εργαλείο τεχνοκρατικό, χρήσιμο μόνο όταν αποφέρει άμεσο οικονομικό όφελος. Δεν υπάρχει πραγματική επένδυση στη δημόσια καλλιέργεια της επιστημονικής σκέψης. Η κοινωνική άγνοια είναι πολύ συχνά χρήσιμο εργαλείο για πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ψευδοθεωρίες διαδίδονται ταχύτερα σε περιβάλλοντα ανασφάλειας, φτώχειας ή απαξίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης.
Αυτό όμως που έχει σημασία είναι τι κάνουμε από εδώ και πέρα. Και η γέφυρα μεταξύ επιστήμης και κοινωνίας δεν θα χτιστεί μόνο από πάνω προς τα κάτω· θα χτιστεί και από τη βάση, με διάλογο, με διάδραση, με κοινές εμπειρίες.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι δράσεις αστρονομίας που διοργανώνουμε στο Αστεροσκοπείο έχουν αποκαλυπτικό χαρακτήρα. Σε κάθε σχολείο που επισκεπτόμαστε, σε κάθε παρατήρηση ουρανού που στήνουμε, βλέπουμε μαθητές διψασμένους για γνώση – όχι απλώς για “πληροφορίες”, αλλά για ουσιαστική κατανόηση. Μαθητές που ενθουσιάζονται με την απεραντοσύνη του σύμπαντος, που ρωτούν με πάθος και αναζητούν μία βαθύτερη κατανόηση του κόσμου, που κοιτούν για πρώτη φορά μέσα από τηλεσκόπιο και γελούν από χαρά. Και δίπλα τους, εκπαιδευτικοί που με αυθεντικό και ανιδιοτελές ενδιαφέρον μας ρωτούν πώς μπορούν να στηρίξουν τους μαθητές τους, πώς μπορούν να ενσωματώσουν περισσότερη επιστήμη στην τάξη, ακόμα κι αν δεν είναι φυσικοί.
Σε αυτές τις στιγμές, νιώθουμε ότι κάτι γίνεται. Ότι η απόσταση μικραίνει. Ότι η επιστήμη μπορεί να ξαναβρεί τη θέση της στην καρδιά της κοινωνίας — όχι ως κάτι απρόσιτο ή “ειδικό”, αλλά ως κοινή ανθρώπινη περιπέτεια. Και μέσα από αυτό, ναι, υπάρχει ελπίδα.
Αλέξανδρε, μπορούμε να ερμηνεύσουμε, σύμφωνα με τις απαντήσεις σου παραπάνω, την αυξημένη απήχηση της αστροφυσικής σε σχέση με την αστρολογία;
Σίγουρα η αστροφυσική είναι πολύ πιο όμορφη, εξωτική και μυστήρια από τις έωλες ανοησίες των αστρολόγων. Και όσοι μαθητές και μαθήτριες συναντούν την αστροφυσική στο δρόμο τους προς τη γνώση το αντιλαμβάνονται αυτό απόλυτα.
Η σχεδόν εμμονική επιβίωση της αστρολογίας μέσα στους αιώνες δεν είναι μεταφυσική. Η αστρολογία πάντα έρχεται με θόρυβο και φανταχτερά ρούχα να υποσχεθεί βεβαιότητες, εξήγηση και νόημα στην ύπαρξη, να κατευνάσει το φόβο ενός άγνωστου μέλλοντος. Να άρει από τον άνθρωπο το βάρος της ευθύνης. Και για όλες τις ατυχίες του ανθρώπου, τις αποτυχίες και τα δεινά του να κατηγορήσει το έρμο το αστεράκι πάνω δεξιά στον Τοξότη ή στον Κρυό. Και όπως να το κάνεις, σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητα, η ψευδαίσθηση βεβαιότητας είναι καθησυχαστική.
Η αστροφυσική από την άλλη, ως επιστήμη, πάντα θα λέει “δεν ξέρω ακόμα”, “ίσως”, “εξαρτάται από τα δεδομένα”. Θα αμφιβάλλει. Θα αναθεωρεί. Θα τολμά να λέει “έκανα λάθος”. Δεν θα σου πει αν θα ερωτευτείς τον Ιχθύ ή αν σε περιμένει προαγωγή τον Σεπτέμβριο. Αλλά θα σου δείξει πώς δημιουργήθηκε και εξελίσσεται το Σύμπαν μέχρι σήμερα, πώς γεννιέται ένα αστέρι, πώς πεθαίνει, και πώς, από τα υλικά αυτού του θανάτου, προέκυψες εσύ.
Και όσο και να απλώνει τα δίχτυα της η αστρολογία, όλο και περισσότεροι άνθρωποι στρέφονται στην αστροφυσική. Γιατί; Ίσως γιατί, βαθιά μέσα μας, διψάμε για αλήθεια, ακόμη κι αν αυτή είναι δύσκολη, δύσπεπτη, ατελής ή προσωρινή. Είμαστε ο ευτυχισμένος Σίσυφος που ο αγώνας προς την κορυφή της γνώσης είναι αρκετός, για να γεμίσει την καρδιά μας, ακόμη και αν γνωρίζουμε ότι ο βράχος θα ξανακυλήσει.
Η αστροφυσική, μέσα από την αβεβαιότητά της, έχει τη δύναμη να προσφέρει μια απάντηση που είναι ταυτόχρονα επιστημονική και υπαρξιακή: είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη των άστρων και έχουμε τη δυνατότητα να μελετούμε και να κατανοούμε το ίδιο το σύμπαν από το οποίο προήλθαμε. Δεν είμαστε το κέντρο του Σύμπαντος, αλλά έχουμε το προνόμιο να είμαστε το μέρος του Σύμπαντος που μπορεί να αναστοχάζεται τον εαυτό του!
Και αυτή τη μαγεία καμία αστρολογία ή άλλη ψευδοεπιστήμη δεν μπορεί να αντιπαλέψει.
Πηγή: epohi.gr

Βασίλης Ρόγγγας. Ο Αλέξανδρος Χιωτέλλης είναι φυσικός, Διδάκτορας Αστροφυσικής στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ και εργαζόμενος στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, το παλαιότερο ερευνητικό κέντρο της νεότερης Ελλάδας.