Εξ αιτίας λοιπόν αυτής της ταινίας είμαι σίγουρος ότι αναστήθηκε ο σπόρος εαυτός μου και μια εκδοχή είναι ότι συνέβη επειδή με έκανε κι ένιωθα όπως όταν ήμουν μια σταλιά παιδάκι και παρακολουθούσα ταινίες που τις καταευχαριστιόμουνα. Θεωρώ πάντως τυχερό τον εαυτό μου που χώθηκα/κρύφτηκα/χάθηκα τότε μέσα σε τέτοιες ταινίες και μάλλον γι'αυτό αγάπησα το σινεμά που μέσα από μυστήριες καραμπόλες εμπλούτισε τη ζωή μου. Εντάξει με ψέματα, που δεν είχαν/έχουν το αληθινό βάρος της εμπειρίας. Με ψέμματα όμως παραισθησιογόνα, από αυτά που συνήθως παίρνεις μία αίσθηση να πω;, μία ιδέα να πω;, κάτι τέλος πάντων αυτού του ακατανόμαστου που μοιάζει με αυτά που ζεις και ταυτόχρονα είναι και διαφορετικά και εντός, εκτός και εναλλάξ με αυτά που φαντάζεσαι. Ναι, κάτι σαν ένα περίτεχνο παιχνίδι δηλαδή.
Συστάσεις : Ο 57 χρονος Εμμανουέλ Κουρκόλ είναι ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης αυτής της ταινίας που πρωταγωνιστούν οι Μπενζαμίν Λαβέρν (ο επαγγελματίας διευθυντής ορχήστας, δεξιά στις φωτό), Πιέρ Λοτέν (ο ερασιτέχνης διευθυντής ορχήστρας, που σ'αυτόν αναφέρεται ο τίτλος, αριστερά στις φωτό) και η Σάρα Σουκώ (η σύντροφος του ερασιτέχνη μουσικού). Το ότι η ταινία απογειώνεται οφείλεται σε μεγάλο μέρος στο πόσο καλά δέσανε οι δύο πρωταγωνιστές.
Με λίγα λόγια: Ο επαγγελματίας αρρωσταίνει από λευχαιμία, ψάχνει για δότη μυελού και τον βρίσκει στον ερασιτέχνη που ζεί στην επαρχία σε ένα χωριό ανθρακωρύχων. Κι αυτό που τους φέρνει πολύ κοντά δεν είναι η απρόσμενη συγγένειά τους αλλά πιο πολύ η μουσική που τους αναστατώνει και τους δύο μεταμορφώνοντάς τους. Η αγάπη τους λοιπόν για τη μουσική, που στην ταινία η μουσική ευφυώς εκφράζει την κατάστασή τους, είναι που φέρνει τις υπάρξεις τους σε απόσταση αναπνοής. Κι αυτό είναι και το μόνο σημείο που μπόρεσα από σπόντα να ταυτιστώ με τους πρωταγωνιστές, γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι μια ιδιομορφία ενσωματωμένη όμως στην τρέχουσα ζωή της εποχής μας. Όσο για τη σχέση τους, ναι μεν το εναρκτήριο λάκτισμα το έδωσε η μουσική, όμως στη συνέχεια για να προχωρήσει παίρνουν τη σκυτάλη η επιμονή τους και η υπομονή τους, τα δυο αυτά απαραίτητα στοιχεία για να προχωρήσει οτιδήποτε στη ζωή και στις σχέσεις.
Το πιο δυνατό σημείο της ταινίας είναι το σενάριό της που τα έχει όλα καλά δεμένα, σε πλάνα που αναδεικνύουν τις διαφορετικές προσεγγίσεις και σε δόσεις ισορροπημένες. Δίχως αυτό να σημαίνει ότι η σκηνοθεσία υστερεί, μια σκηνοθεσία που πιο πολύ πατάει στο κλασσικό σινεμά. Καταφέρνει όμως να έχει μία σύγχρονη αμεσότητα ισορροπώντας επιδέξια το δράμα με το γέλιο και πετυχαίνοντας έτσι να προκαλεί δίχως να εκβιάζει συναισθηματικές ας πούμε σκέψεις. Κι αυτό φαίνεται πιο πολύ στις διάφορες συγκρούσεις, που αν και κατανοούσα τα δίκαια του καθενός μου έβγαινε μία κρίση κοντά σε αυτό που θεωρώ δίκαιο. Κι ένιωθα όμορφα κάθε φορά που ερχόντουσαν οι πρωταγωνιστές πολύ κοντά, και ήταν τότε που εγώ, ο σπόρος, γινόμουν ένα με αυτόν τον μεγάλο άνθρωπο που με φιλοξενεί κι εγώ νομίζω ότι του το ανταποδίδω με αυτή τη χαρά της ζωής που προσπαθώ να του μεταγγίζω.
Ναι, αλλά ποια είναι αυτά τα όλα; Και μακρό και μικρό κοινωνιολογία και ψυχολογία εις βάθος και ανάλυση σχέσεων και πολιτική με αγώνες και αλληλεγγύη και αναφορές στο χάρισμα με την προχωρημένη διαπίστωση ότι η ρίζα του βρίσκεται στο DNA. Όπως και παρατηρήσεις/συζητήσεις για το ότι πέρα από τις αδικίες της ζωής, το πόσο επηρεάζει και το περιβάλλον, ιδιαίτερα το οικογενειακό, την εξέλιξη του καθενός, και που οι διαφορές που προκύπτουν δημιουργούν παράπονα και αντιθέσεις, ζηλοφθονίες και συχνά και μίση. Με έπιαναν όλα αυτά κι ένας λόγος είναι πως ήταν τόσο καλοδουλεμένα και καλοφτιαγμένα που η ταινία δεν με παρέπεμψε σε ένα τηλεοπτικού τύπου πασάλειμμα.
Από την άλλη μεριά, ως μια καλή κανονική ταινία αυτού του αισιόδοξου σινεμά που αγαπάμε, ξέρετε αυτού που οι ήρωές του συνειδητοποιούν τα λάθη και τις αστοχίες που κάνουν και καταφέρνουν να τα διορθώνουν ακόμα και όταν η αιτία είναι η άδικη κοινωνία, και που η ζωή έχει νόημα και ο καθένας μπορεί να βρει κι ένα σκοπό, δεν με ταξίδεψε σε μέρη και χρόνους για να αφουγκραστώ νέες διαστάσεις του εαυτού μου σε μια αλλιώτικη περιρρέουσα με δυναμική που θα με παρέσυρε να δω πέρα από τη μύτη του σώματός μου αλλά και πέρα από τα μάτια, και τα αυτιά της ψυχής μου. Μιλάω δηλαδή για ένα σινεμά που έχει την αγωνία του ψαξίματος ακόμα και ως οπτική γωνία, καταφέρνοντας όμως να ψαχνόμαστε κι εμείς οι καλοδιάθετοι θεατές. Και που συχνά αυτό προκύπτει δίχως δράσεις και μηνύματα, δίχως τα γνωστά μας συναισθήματα και εκείνες τις έτοιμες σκέψεις και τις εύκολες αναφορές και συμβολισμούς. Μιλάμε δηλαδή για ταινίες ταξίδια σε ένα άγνωστο, με αέρα στα πανιά τους την σύνθεση της αισθητικής τους και του περιεχομένου τους. Αυτά τα λίγα για μας, αλλά θέλω να ελπίζω και για εκείνους τους επερχόμενους σε όλα τα μέρη της Γης, που μέσω μιας τρελής αγάπης για την τέχνη τους και αναζητώντας μια πίστη θυμίζουν κάτι και παράλληλα δεν θυμίζουν τίποτα γνωστό. Καλό ταξίδι παιδιά.
I Remember Clifford (1956) του Μπένυ Γκόλσον αφιερωμένο στη μνήμη του Κλίφορντ Μπράουν, είναι ένα τζαζ ινστρουμένταλ κομμάτι που έφερε για πρώτη φορά ψυχικά κοντά τους δύο διευθυντές ορχήστρας κλασσικής μουσικής.

Εγώ μια σταλιά σπόρος καμιά φορά τυχαίνει και ανασταίνομε μέσα στον εβδομήντα και βάλε τρέχοντα εαυτό μου. Με διάφορες αφορμές. Και σχεδόν πάντα νιώθω στα νερά μου, όμορφα δηλαδή και καλά, που πάει να πει είμαι σε φάση που κάνω δώρα. Αλλά ακόμα κι όταν νιώθω έξω από τα νερά μου το παιχνίδι αυτό στον αχαρτογράφητο χωρόχρονο, μπορεί να είναι σκληρό, απρόβλεπτο και να μου προκαλεί μία ανησυχία πάντα όμως έχει ενδιαφέρον.