Την πρώτη της στήλη την έγραψε τον Μάιο του 1985, κλείνει δηλαδή τριάντα χρόνια δουλειά. Αλλλά το πρωτότυπο δεν είναι αυτό. Εκείνο που την κάνει να ξεχωρίζει από τους περισσότερους συναδέλφους της είναι ότι τα 30 αυτά χρόνια δουλεύει στην ίδια εφημερίδα, τους Financial Times. Οι συνάδελφοί της αλλάζουν, οι διευθυντές επίσης, κι εκείνη εκεί, ακλόνητη, γράφει τη στήλη της, πάντα για επιχειρηματικά και οικονομικά θέματα. Μόνο για κάτι άδειες μητρότητας διέκοπτε. Αλλά κι αυτά ανήκουν πια στο απώτερο παρελθόν.
Η Λούσι Κέλαγουεϊ γεννήθηκε στις 26 Ιουνίου 1959, ένα μήνα πριν από μένα. Όταν συμπλήρωσε στην εφημερίδα ένα τέταρτο το αιώνα, έγραψε μια στήλη όπου ισχυριζόταν ότι η εμπειρία αυτή είχε περισσότερα καλά από κακά στοιχεία. Η εφημερίδα της έδωσε τότε για δώρο μια επιταγή, κι εκείνη αγόρασε ένα βαρύ ασημένιο βραχιόλι, το οποίο κάποια στιγμή έχασε. Αυτή τη φορά λοιπόν αποφάσισε να αποφύγει τις επετειακές χειρονομίες – δεν της έδωσε άλλωστε κανείς καμιά επιταγή. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Την είχε πιάσει και μια μελαγχολία. Είχε πέσει πρόσφατα και σε μια «talent manager», που της είχε αποκαλύψει ότι στη μεγάλη εταιρεία όπου δουλεύει οι εργαζόμενοι απομακρύνονται ύστερα από δέκα χρόνια επειδή θεωρούνται «μπαγιάτικοι».
Ο Χουάν Λουίς Θεμπριάν το είχε θέσει λίγο διαφορετικά. Την εποχή του μεγάλου ξεκαθαρίσματος – δηλαδή των μαζικών απολύσεων - στην ισπανική εφημερίδα El Pais, ο ιστορικός διευθυντής της είχε πει ότι οι δημοσιογράφοι άνω των 50 πρέπει σιγά σιγά να τα μαζεύουν. Ο ίδιος βέβαια είχε πατήσει τα 70 και το παλεύει ακόμα.
Όσο για την Κέλαγουεϊ, αποφάσισε να αντισταθεί. Ένα πρωί που πήγαινε στη δουλειά κι αισθανόταν σε μεγάλα κέφια, αποφάσισε τελικά να γιορτάσει τα τριάντα της χρόνια. Γιατί άραγε να πρέπει να απολογηθεί που έμεινε πιστή στον ίδιο εργοδότη; Γιατί να πρέπει να υποκύψει στην εισβολή της νεότητας; Έστειλε λοιπόν ένα e-mail σε όλους της τους συναδέλφους και τους κάλεσε το ίδιο απόγευμα στο γραφείο της για ένα τσιζ-κέικ. Και μια ανταλλαγή απόψεων. Όταν μαζεύτηκαν όλοι, τους ρώτησε τι αισθήματα τους προκαλεί η προσωπική της ιδιορρυθμία. Πίστη μαζί με βλακεία, είπε ένας. Στενότητα αντίληψης, είπε ένας άλλος. Όταν είσαι τόσο καιρό σε μια δουλειά, υποστήριξε ένας τρίτος, σου ρίχνουν το ηθικό οι καθημερινοί μικροανταγωνισμοί.
Η Κέλαγουέι δεν συμφωνούσε μα τίποτε από αυτά. Αλλά δεν είχε πια σημασία. Αυτό που ήξερε είναι ότι μπορούσε να σκεφτεί μόλις τρεις συναδέλφους που ήταν στην εφημερίδα πιο πολλά χρόνια από εκείνη – και ο ένας είχε το ελαφρυντικό ότι ήταν ο διευθυντής. Αυτό που συνειδητοποιούσε επίσης είναι ότι δεν χρειάζεται να αλλάζεις δουλειά για να γνωρίσεις νέους ανθρώπους. Αρκεί να κάθεσαι εκεί που κάθεσαι. Και έρχονται εκείνοι σε σένα.
Όταν ανακάλυψα κι εγώ ότι είμαι από τους πιο παλιούς στα Νέα και κατά συνέπεια από τους πιο μεγάλους στην ηλικία, έπαθα ένα μικρό σοκ. Αισθάνθηκα ενστικτωδώς μειονεκτικά. Γιατί να επενδύσει η εφημερίδα πάνω μου, όταν σε λίγα χρόνια θα πάρω αναγκαστικά σύνταξη; Γιατί να με στείλει ένα ταξίδι (ακόμη κι αν είναι πληρωμένο) προκειμένου να ενημερωθώ για τις τελευταίες εξελίξεις σε έναν τομέα ή να εκπαιδευτώ σε μια τεχνολογία; Μήπως το γράψιμό μου είναι πια καταδικασμένο να γίνεται πιο αδιάφορο, πιο προβλέψιμο, πιο μπαγιάτικο;
Αν η Λούσι αντέδρασε σε αυτές τις μαύρες σκέψεις οργανώνοντας ένα πάρτι, εγώ έγραψα ένα Ημερολόγιο. Και ένα από τα πράγματα που περιέλαβα σε αυτό ήταν η δική μου πρώτη (επώνυμη) στήλη, που δημοσιεύτηκε στις 28 Ιανουαρίου 1991. Όταν την αντέγραφα, αισθανόμουν μια συγκίνηση. Όταν την είδα τυπωμένη, αντιλήφθηκα ότι δεν ενδιέφερε κανέναν.
Ας αφήσουμε όμως τα τσικό (όπου δεν περιλαμβάνω τη Λούσι, εννοείται), και ας περάσουμε στην Πρώτη Κατηγορία. Γεννημένος το 1930 στην Πάρμα, ο Μπερνάρντο Βάλι ξεκίνησε ως ρεπόρτερ τη δεκαετία του 1950 στην εφημερίδα L’ Italia, που αργότερα θα μετονομαζόταν σε Avvenire. Στη συνέχεια πέρασε στην Giorno, η οποία τον έστειλε ανταποκριτή στη Βενεζουέλα. Ξεκίνησε έτσι η μεγάλη περιπέτειά του σε όλο τον κόσμο, από τη Νότια Αφρική ως τη Λατινική Αμερική και το Ιράκ. Το 1971 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, ως ανταποκριτής πρώτα της Corriere della Sera και ύστερα της Repubblica. Και το 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Η αλήθεια της στιγμής», που συγκεντρώνει άρθρα και ρεπορτάζ εξήντα ετών.
Με άλλα λόγια, ο Βάλι μάλλον δεν έχει κανένα λόγο να κάνει μαύρες σκέψεις.
Ή, πάλι, μπορεί και να έχει. Τον περασμένο Μάρτιο έδωσε στην εφημερίδα του μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης. Και η συνέντευξη εκείνη ξεκίνησε με αυτοκτονίες. Καθώς είχε μόλις επιστρέψει από το Βίλνιους, θυμήθηκε τον Ρομαίν Γκαρύ, έναν Εβραίο Λιθουανό συγγραφέα, τον ήξερε καλά. Έδωσε τέλος στη ζωή του το 1980 με μια σφαίρα στο κεφάλι. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε αυτοκτονήσει η πρώην γυναίκα του, η Τζιν Σίμπεργκ. Τη γνώριζε και αυτή. «Σπανίως αυτοκτονεί κάποιος επειδή δεν έχει ταλέντο», είπε ο Βάλι. «Επειδή έχει υπερβολικό ταλέντο, ναι». Όπως ο Τομάζο Μπεζότσι, ένας από τους μεγαλύτερους δημοσιογράφους της μεταπολεμικής Ιταλίας. Φίλος του και αυτός. Τίναξε τα μυαλά του στον αέρα το 1964 με μια αυτοσχέδια βόμβα.
Ο Μπερνάρντο Βάλι είναι αυτό που λέμε δημοσιογράφος. Όχι διανοούμενος, δημοσιογράφος. Γι’ αυτόν, η δημοσιογραφία είναι πάνω απ’ όλα "μια υπηρεσία". Είναι πρακτικό πράγμα. Ενημερώνει: από τα ωράρια των φαρμακείων ώς αυτά που συμβαίνουν σε έναν πόλεμο. Και είναι μια δουλειά χειρωνακτική, όχι διανοητική. Εκείνος έζησε σε μια εποχή που ο χρόνος ήταν μακρύς. Και τα ταξίδια μοναχικά. Στην άγνοιά του αντιδρούσε διαβάζοντας. Στη Μέση Ανατολή προσπάθησε να διαβάσει τον «Οδυσσέα» του Τζόυς. Στην Ταϊλάνδη διάβασε όλο τον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες», του Μούζιλ. Στη διάρκεια της πολιορκίας της Πνομ Πεν, σε μια εγκαταλελειμμένη βιβλιοθήκη, διάβασε ένα μεγάλο μέρος του Αλεξάνδρου Δουμά. Ήταν ένας τρόπος να ελευθερώσει το μυαλό του.
Παιδί ακόμα, εντάχθηκε στη Λεγεώνα των Ξένων. Δεν του αρέσει να μιλάει για εκείνη την περίοδο, δεν επηρέασε κατά κανένα τρόπο τη μετέπειτα πορεία του. «Επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω», του αντιτείνει ο δημοσιογράφος της Repubblica. «Εντάξει, κάτι μου άφησε εκείνη η εμπειρία», παραδέχεται ο Βάλι. «Έμαθα να περπατάω. Έμαθα να πειθαρχώ. Και έμαθα να αγανακτώ. Να πηγαίνω στην αντίθετη κατεύθυνση. Το ότι αγάπησα τον Τρίτο Κόσμο, και αντιτάχθηκα στην αποικιοκρατία, ήταν μια αντίδραση σε εκείνη τη νεανική μου επιλογή».
Το 1954, άφησε τη Λεγεώνα των Ξένων. Και ξεκίνησε την αληθινή ζωή.
Τα μάτια μου είδα πολλά. Ήμουν μάρτυρας στην αλγερινή επανάσταση του 1958. Αφηγήθηκα το Βιετνάμ, την Κούβα, τον Πόλεμο των Έξι Ημερών και την επανάσταση του Χομεϊνί. Βρέθηκα παντού: Από το Κονγκό ώς τη Νότια Αφρική. Είδα πρόσωπα που έμοιαζαν με ήρωες να γίνονται οι χειρότεροι δικτάτορες. Διακινδύνευσα τη ζωή μου, όπως όταν ο Τακέο περικυκλώθηκε από τους Ερυθρούς Χμερ. Και κάθε φορά ήταν σαν την πρώτη φορά. Σαν να ξεκινούσα από την αρχή. Γιατί το ρεπορτάζ είναι μια λάμψη. Ένα άνοιγμα που ξανακλείνει. Και εσύ είσαι εκεί, ασήμαντος, να αναρωτιέσαι αν διαμορφώνεις την ιστορία. Όμως η ιστορία είναι άλλο πράγμα.
Τον ερχόμενο Οκτώβριο, ο Μπερνάρντο Βάλι κλείνει τα 85. Αυτές τις ημέρες, ο Ζαν Ντανιέλ κλείνει τα 95. Και όσο και αν φαίνεται απίστευτο, εξακολουθεί να γράφει κάθε εβδομάδα –έστω, κάθε δύο εβδομάδες πια - το άρθρο του στο περιοδικό που ίδρυσε, τον Nouvel Observateur, που σήμερα λέγεται απλώς L’ Obs. Τις προάλλες αισθάνθηκε την ανάγκη να υπερασπιστεί την Αριστερά από τις επιθέσεις ενός Εμμανουέλ Τοντ. «Το να είσαι αριστερός», έγραψε, «δεν σημαίνει να καταγγέλεις τον Φρανσουά Ολάντ, όπως ξέρουν καλύτερα να κάνουν όλοι οι πολιτικοί μας αντίπαλοι. Σημαίνει να συνεχίζεις τον αγώνα παρά τον Φρανσουά Ολάντ, παρ’ όλα όσα κάνει ή δεν κάνει ή τον αναγκάζουμε να κάνει […] Το σημαντικό δεν είναι να είσαι αριστερός, αλλά να παραμένεις, παρά την Αριστερά και παρά τον εαυτό του».
Εκείνος παραμένει φυσικά αριστερός. Και εκτός από το να γράφει άρθρα, εξακολουθεί να συμμετέχει σε συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Αυτό που τον στενοχωρεί είναι που δεν μπορεί πια να παίξει τένις. Και να διασχίσει το Παρίσι περπατώντας. «Τα γηρατειά είναι μια μάχη, και γνωρίζω πλέον ότι πρέπει να νομιμοποιώ τη μακροζωία μου», είχε πει σε μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2012 στο περιοδικό Le Point. «Πρέπει να κάνω περισσότερα για να αποδεικνύω ότι μπορώ να κάνω αρκετά».
Έχω κρατήσει δύο απαντήσεις του από εκείνη τη συνέντευξη, που ήταν τόσο ενδιαφέρουσα ώστε απλώθηκε σε δύο τεύχη. Η μία αφορούσε τη στάση του απέναντι στο σεξ:
Υπήρξα πάντα, και έχω την τύχη να εξακολουθώ να είμαι, ένας μανιακός του αισθησιασμού. Και μιλώ για αισθησιασμό, όχι για σεξ. Η σεξουαλικότητα είναι στα μάτια μου η σαρκική κατάληξη μιας ενωτικής επιθυμίας που δεν θριαμβεύει παρά όταν σβήνει. Είναι η εφήμερη δόξα της απόλαυσης. Ο αισθησιασμός είναι μια συνέργεια του δέρματος και του αγγίγματος: είναι η συμπληρωματικότητα των αισθήσεων. Τίποτα δεν θα άξιζε ποτέ για μένα όσο το χαμόγελο της ευτυχίας της αγαπημένης όταν παρατηρούμε μαζί ένα έργο τέχνης ή όταν περπατώ μαζί της στην εξοχή, με τα μαλλιά της να ανεμίζουν, και κρατώ το γυμνό της μπράτσο.
Η άλλη απάντηση του Ζαν Ντανιέλ αφορούσε τις συμβουλές που θα είχε να δώσει σε έναν νέο ή μια νέα που θα του έλεγαν ότι θέλουν να ασχοληθούν με τη δημοσιογραφία.
Θα του έλεγα πως πρέπει να καταλαβαίνει άριστα τρεις γλώσσες, πως πρέπει να γνωρίζει ένα θέμα για το οποίο να είναι σίγουρος ότι κανείς άλλος δεν το ξέρει το ίδιο καλά και πως καλό θα είναι να εμφανιστεί σε μια εφημερίδα τον Ιούλιο – Αύγουστο, στη διάρκεια της θερινής ερήμου, την πιο κατάλληλη περίοδο για να ξεκινήσει. Και θα του έδινα μια συμβουλή ακόμη, την πιο σημαντική. Ακούστε καλά: πριν από λίγο καιρό ήρθε να με δει μια νεαρή κοπέλα που ενδιαφερόταν να δουλέψει στο περιοδικό. Ήταν συμπαθητική, ήταν γοητευτική, έσφυζε από ζωή, διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά που με ενδιαφέρουν –και σας διαβεβαιώνω πως δεν διακρίνομαι από καμιά γεροντική λαγνεία. Η κοπέλα αυτή λοιπόν μου είπε ότι διακατεχόταν από μια σφοδρή επιθυμία να γνωρίσει τη Χιλή. «Γνωρίζετε τον Πάμπλο Νερούδα;», τη ρώτησα. «Όχι». «Την Γκαμπριέλα Μιστράλ;». «Ούτε». «Δεν ξέρετε λοιπόν ότι είναι και οι δύο νομπελίστες και ότι οι τάφοι τους στη Χιλή είναι δίπλα-δίπλα;». Η κοπέλα εξανέστη: «Μα τι σημασία έχουν όλα αυτά;». «Είναι πολύ απλό», της είπα. «Την ψυχή των λαών, αυτή την ψυχή που θα αναζητήσετε στη Χιλή μονάχα οι συγγραφείς την έχουν περιγράψει». Η λογοτεχνία είναι ένα ρεπορτάζ που πηγαίνει πιο μακριά από το ρεπορτάζ. Για να γίνεται δημοσιογράφοι, διαβάστε τους συγγραφείς.
Γι’ αυτό και εγώ δεν έγινα (ακόμη) καλός δημοσιογράφος. Για το σεξ, πάλι, δεν γνωρίζω, δεν απαντώ.
***
Τον Ιανουάριο του 2013 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Άλαν Ράσμπριτζερ με τίτλο Play in again. Ο τότε διευθυντής της Guardian αποτυπώνει εδώ το ημερολόγιο μιας χρονιάς όπου, ανάμεσα στις αποκαλύψεις του Τζούλιαν Ασάνζ και τα σκάνδαλα και τα σκάνδαλα των οικογενειών Καντάφι και Μέρντοκ, προσπαθεί να μάθει στο πιάνο την Πρώτη Μπαλάντα του Σοπέν, Έργο 23. Τα προβλήματα που τον απασχολούν μοιάζουν παράταιρα προς τις ανησυχίες που θα έπρεπε να έχει ο διευθυντής μιας μεγάλης εφημερίδας του 21ου αιώνα. Να παίζει άραγε αυτήν την οκτάβα με το μικρό δάκτυλο ή με τον μέσο; Ορθές απαντήσεις δεν υπάρχουν, γι’ αυτό και ο υπότιτλος του βιβλίου είναι «Ένας ερασιτέχνης εναντίον του αδύνατου».
Αν και ερασιτέχνης, πάντως, ο Ράσμπριτζερ παίρνει στα σοβαρά το εγχείρημά του. Στη διάρκεια αυτής της μουσικοδημοσιογραφικής δουλειά αναζητεί και παίρνει συνεντεύξεις από διάσημους πιανίστες, όπως ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ και ο Μάρεϊ Περάχια, ο Τσαρλς Ρόουζεν και ο Άλφρεντ Μπρέντελ, ο Ρίτσαρντ Γκουντ, ο Εμμάνουελ Αξ, η Νορίκο Ογκάουα και ο Στήβεν Χιου. Όλοι έμαθαν την Μπαλάντα μπαίνοντας στην εφηβεία. «Φαίνεται πως είναι ένα κομμάτι που όλοι οι έφηβοι θέλουν να μάθουν», λέει στον Μπάρενμποϊμ. «Ναι, και όλοι το αποφεύγουν όταν ενηλικιώνονται», απαντά εκείνος, ανάβοντας ένα πούρο στο Claridge’s.
Τελικά, ο Ράσμπριτζερ βγαίνει θριαμβευτής από την προσπάθεια. Κατακτά την Μπαλάντα, χωρίς να κάνει εκπτώσεις σε μια τόσο απαιτητική δουλειά όσο η διεύθυνση της Guardian. Θα μείνει στη θέση αυτή ακόμη δυόμισι χρόνια. Στις 29 του περασμένου Μαΐου, θα γράψει την τελευταία του στήλη, βαθιά ανακουφισμένος που εκπλήρωσε την ευχή την οποία είχε δώσει είκοσι χρόνια νωρίτερα, όταν αναλάμβανε διευθυντής: «Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, βοηθήστε με να μη μου πέσει το βάζο!». Δεν του έπεσε. Σήμερα διαβάζουν την εφημερίδα του πάνω από 7 εκατομμύρια μοναδικοί αναγνώστες την ημέρα.
«Ένας διευθυντής, εφ’ όσον το επιλέξει, μπορεί να είναι μια πολύ ισχυρή φυσιογνωμία», σημειώνει ο Ράσμπριτζερ σε εκείνη την αποχαιρετιστήρια στήλη. «Οι διευθυντές μπορούν να διαπλάσουν ή να διαλύσουν ανθρώπους. Υπαγορεύουν ποιος έχει φωνή και ποιος παραμένει άφωνος. Μπορούν, εάν το επιθυμούν, να κακομεταχειρίζονται και να τρομοκρατούν όποιον θέλουν. Μπορούν να επιβάλουν τις απόψεις τους σε μια εφημερίδα και, μέσα από αυτή, σε μια χώρα και τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Μπορούν να παραβιάζουν τον νόμο επεμβαίνοντας στην ιδιωτική ζωή, γνωρίζοντας ότι κανείς δεν θα τους σταματήσει, ούτε η αστυνομία ούτε κάποια ελέγχουσα αρχή. Μπορούν να ασκήσουν δυσανάλογη επιρροή στη διαμόρφωση των συζητήσεων – αρκεί να αποκλείσουν την αντίθετη άποψη. Μια φωνή μπορεί να κυριαρχεί σε όλη την εφημερίδα, από την πρώτη σελίδα μέχρι την τελευταία, από το ρεπορτάζ μέχρι τα κύρια άρθρα και τις στήλες των επιλεγμένων αρθρογράφων».
Ο Ράσμπριτζερ ήθελε πάντα ισχυρούς θεσμούς της τέταρτης εξουσίας. Δεν ήθελε όμως η Guardian να είναι η δική του φωνή. Δεν το ήθελαν, και δεν θα του το επέτρεπαν, ούτε οι συνεργάτες του. Όπως έλεγε άλλωστε ο Τσαρλς Πρέστγουιτς Σκοτ (1846-1932), που παρέμεινε διευθυντής για 57 ολόκληρα χρόνια, μια εφημερίδα πρέπει «να αποφεύγει τους πειρασμούς του μονοπωλίου. Η φωνή των αντιπάλων δικαιούται να ακουστεί όσο και η φωνή των φίλων».
Τελικά, πρέπει να έχει άμεση σχέση η επιδέξια ερμηνεία μιας μουσικής σύνθεσης στο πιάνο με την επιδέξια διεύθυνση μιας εφημερίδας. Και στις δύο περιπτώσεις χρειάζονται γνώση, εμπειρία, ψυχραιμία και σεβασμός τόσο προς το αντικείμενο όσο και προς το κοινό. Τίποτα απ’ αυτά δεν είναι αυτονόητο. Ίσα ίσα, ο παραπάνω συνδυασμός είναι σπάνιος. Όλο και πιο σπάνιος.
***
Η τελευταία στήλη μπορεί να αποτελεί δική σου επιλογή: βαρέθηκες, θέλεις να αλλάξεις αντικείμενο, θέλεις να αλλάξεις δουλειά. Μπορεί να είναι επιλογή των αναγνωστών: στέρεψες από έμπνευση, δεν σε διαβάζει πια κανείς. Μπορεί να είναι επιλογή του διευθυντή σου: δεν σε γουστάρει, του πέφτεις ακριβός, θέλει να βάλει στη θέση σου έναν νεότερο και πιο τσαχπίνη. Μπορεί να είναι επιλογή της ζωής.
Όταν είπαν τον περασμένο Ιούνιο στην Τζένι Ντίσκι ότι πάσχει από μη εγχειρήσιμο καρκίνο των πνευμόνων και της μένουν τον πολύ τρία χρόνια ζωής, η πρώτη της αντίδραση ήταν να γυρίσει στο σύζυγό της, τον αποκαλούμενο και Ποιητή, και να του πει: «Καλύτερα να αρχίσουμε να ετοιμάζουμε τη μεθαμφεταμίνη». Ήταν μια αναφορά στη γνωστή αμερικανική τηλεοπτική σειρά Breaking Bad, όπου ο πρωταγωνιστής μαθαίνει ότι η γυναίκα του περιμένει ένα δεύτερο παιδί και ότι ο ίδιος πάσχει από μη εγχειρήσιμο καρκίνο των πνευμόνων. Για να πληρώσει λοιπόν τα έξοδα της χημειοθεραπείας, αλλά και για να εξασφαλίσει το μέλλον της οικογένειάς του, όταν εκείνος πεθάνει, ο λαμπρός αυτός χημικός μετατρέπεται σε παραγωγό και έμπορο μεθαμφεταμίνης.
Η δεύτερη αντίδρασή της ήταν η απόφασή της να γράψει το Ημερολόγιο του Προαναγγελθέντος Θανάτου της. Στο έντυπο με το οποίο συνεργάζεται εδώ και 25 χρόνια, φυσικά. Στο London Review of Books. Να πώς περιέγραφε πριν από λίγο καιρός την κατάστασή της αυτή η εξαίρετη, και μάλλον παραγνωρισμένη, Βρετανίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας: «Όταν κοιτάζω πίσω από τη σημερινή μου θέση στη γη του κενού, η όλη διαδικασία» - της χημειοθεραπείας και των ακτινοβολιών - «μου φέρνει στον νου τα μωρά της φώκιας, όταν τα κτυπούν με ρόπαλα, παρ’ όλο που οι φώκιες τις οποίες γνωρίζω εγώ δεν είναι αυτά τα λατρεμένα στρουμπουλά μωρά, αλλά οι γυαλιστεροί μαύροι, αθλητικοί ενήλικες που πηδούσαν για να χάψουν τα ψάρια την ώρα του ταΐσματος στον Ζωολογικό Κήπο του Λονδίνου όταν ήμουν μικρή, και οι γιγάντιοι θαλάσσιοι ελέφαντες που ήταν ξαπλωμένοι νωχελικά σε μια ακτή του Ατλαντικού και δεν μου έδιναν την παραμικρή σημασία, καθώς περνούσα ανάμεσά τους».
Ναι, έχει δίκιο ο Ζαν Ντανιέλ: για να μπορείς να γράφεις έτσι, για να μπορείς να συγκρίνεις τη χημειοθεραπεία σου με τον σαδιστικό φόνο των μωρών της φώκιας, πρέπει να έχεις διαβάσει τους μεγάλους συγγραφείς. Και η Τζένι Ντίσκι το έχει κάνει, παρά την εφιαλτική παιδική της ηλικία όπου την κακοποιούσαν σεξουαλικά και οι δύο γονείς της, παρά τους εγκλεισμούς της σε ψυχιατρεία και τις απόπειρες αυτοκτονίας, παρά την «υιοθεσία» της (παραλίγο να γράψω «χάρις στην υιοθεσία της», αλλά το έγραψα σωστά) από την Ντόρις Λέσινγκ όταν ήταν 15 ετών. Ο αγαπημένος της είναι ο Ναμπόκοφ. Όπως και εκείνος, παραμένει σε επαφή με τους προηγούμενους εαυτούς της, συνδέει στα γραπτά της προηγούμενες φάσεις με τη σημερινή, τις επισκέψεις στον Ζωολογικό Κήπο με τη χημειοθεραπεία, το ταξίδι της στην Ανταρκτική με τις αποτυχημένες της σχέσεις, που δεν κράτησαν ποτέ πάνω από ένα χρόνο – με εξαίρεση τον δεσμό της με τον Ποιητή.
Η Τζένι Ντίσκι είναι η τελευταία μιας σειράς δημοσιογράφων, συγγραφέων ή εν γένει διανοουμένων που αποφασίζουν να αντιμετωπίσουν το μοιραίο μέσα από τη γραφή. Το έχουν κάνει πριν απ’ αυτήν ο Κρίστοφερ Χίτσενς, ο Χένινγκ Μάνκελ, το ξεκίνησε πρόσφατα ο Όλιβερ Σακς. Και το μεγάλο της άγχος, όπως το εξέφρασε πρόσφατα μεταξύ αστείου και σοβαρού στον Αμερικανό δημοσιογράφο και φίλο της Τζάιλς Χάρβεϊ, είναι: «Και αν δεν πεθάνω στην ώρα μου; Και αν ο κόσμος αρχίσει να λέει ‘’τι θα γίνει μ’ αυτήν, δεν θα έπρεπε με βάση τις ιατρικές προβλέψεις να έχει πεθάνει’’».
Ναι, καταλαβαίνω τι εννοεί.

Ο Μιχάλης Μητσός ( Αθήνα, 1959) σ