Παιδικές χαρές και πολύχρωμοι παιδότοποι υπήρχαν; Ούτε για δείγμα και παρόλο που ούτε οι λέξεις τους δεν υπήρχαν, εν τούτοις κυοφορούντο στα μυαλά κάποιων πυροβολημένων. Παίζαμε στους δρόμους ( οι περισσότεροι χωματόδρομοι ), στις αλάνες όπως σας είπα, αλάνες που τις εντοπίζαμε σε όλη την περιοχή, από τα Ταμπούρια και το Νερό, έως την άκρη της Χαραυγής και από τις Κολώνες έως το γήπεδο των Λιπασμάτων. Οι αλητείες μας εδώ κι εκεί έτρεφαν ένα αίσθημα ελευθερίας που όλο και άπλωνε το μέσα μας και το ακόνισμα στους κινδύνους μας εξιτάριζε με το παραπάνω. Παίζαμε και μέσα στα δαιδαλώδη στενάκια που υπήρχαν στις παράγκες. Παίζαμε στο σχολείο, στο κατηχητικό, στις αυλές στα σπίτια και στα όνειρά μας, ναι παίζαμε ακόμα και σ'αυτά. Παίζαμε κόντρα σε όλους και σε όλα. Μια ακατανίκητη ορμή που δεν την σταματούσε τίποτα. Παίζαμε και γινόμασταν καλύτεροι, ακόμα και στις βρισιές, ακόμα και στα πλακώματα. Και όταν για λίγο φτιάξαμε και συμμορίες, το ξύλο που έπεφτε μόνο από τον παράδεισο δεν είχε βγει.
Αυτό που έγραψε μέσα μου ως το πιο σημαντικό ήταν ότι μέσα από τα παιχνίδια χτιζόντουσαν φιλίες, που μετά πάλι μέσα από αυτά δοκιμαζόντουσαν. Μέσα από τα παιχνίδια καμαρώναμε για τις νίκες μας, συντονίζαμε μυαλό και σώμα, φτιάχναμε χαρακτήρα, ανθίζανε οι αισθήσεις μας. Ήταν τα παιχνίδια που μας κρατούσαν στη τσίτα, που καλλιεργούσαν την παρατηρητικότητά μας και την γενναιότητα ακόμα και των δειλών. Μέσα από τα παιχνίδια ο αυθορμητισμός μας κτυπούσε κόκκινο, ξεπερνώντας έτσι συνεχώς τα όρια των μεγάλων. Θυμάμαι επίσης ότι αυτοσχεδιάζαμε, ότι επινοούσαμε νέα κόλπα κι άλλες παραλλαγές, δικές μας λέξεις, θυμάμαι ότι ανεβάζαμε όλο και πιο ψηλά τον πήχη, θυμάμαι ότι δεν κολλώναμε στα εμπόδια και στα όχι των άλλων, παρόλο που ξέραμε ότι τελικά δεν θα γλυτώναμε τις τιμωρίες.
Μες τα παιχνίδια άρχισαν να ξεχωρίζουν τ'αρσενικά από τα θηλυκά, παρόλο που έπαιζαν οι μεν τα παιχνίδια των δε κι αντιστρόφως, και δίχως να το επιλέξουν άρχισαν κάποιοι να αισθάνονται μια απροσδιόριστη έλξη που ξεκινούσε από τα μάτια και την κίνηση, μια δύναμη που μας έφερνε πάλι κοντά, διαφορετικά όμως. Ξαφνικά μόνο αυτό είχε πια σημασία, αυτή η δύναμη της έλξης, που όταν υπήρχε, δεν κρυβόταν. Ακόμα και οι επιδόσεις στα παιχνίδια έφτασαν στο σημείο να έχουν ως κίνητρο και αυτήν την έλξη. Τα χρόνια εκείνα, όταν αρρώσταινα και δεν μπορούσα να παίξω και τα μάτια της τα δυο να δω, αρρώσταινα εις διπλούν. Υπέφερα φρικτά. Κι όταν ξεπόρτιζα πάλι, είχαν φτερά τα πόδια μου βγάλει. Όσο κι αν μεγάλωνα, πάντα υπήρχαν μέσα μου απομεινάρια αυτής της τρέλας για παιχνίδι. Τι ωραία που θάταν αν αυτήν την διάθεση για παιχνίδια την εκδηλώναμε όλοι, συνεχώς, ώσπου να αποδημήσουμε δια παντός. Κι αν με ρωτούσε τότε ο Κύριος ( λέμε τώρα), πως θα ήθελα να ήμουν, στον παράδεισο ή στην κόλαση, θα του απαντούσα δίχως να το σκεφτώ, πιτσιρίκι και να παίζω συνεχώς με άλλους μικρούς, καλόπαιδα του παραδείσου κι αλάνια της κόλασης. Που; Κάπου ανάμεσα κόλασης και παράδεισου.
Όλα αυτά τα θυμήθηκα διαβάζοντας το άρθρο "Ένα μπουλούκι επαναστάτες " του μαθηματικού Λευτέρη Κουγιουμτζή, που δημοσιεύτηκε στην Εφ.τ.Συν, στις 14/4/14. Ένα σχόλιο μόνο για την τελευταία του πρόταση. Εγώ θα την διατύπωνα έτσι: Άντε να μεγαλώσεις γιέ μου και να το ξέρεις, πολύ θα χαρώ αν γραφτείς κι εσύ στις αλάνες της περιοχής μας.

Από όταν ήσουνα παιδί, τι θυμάσαι ευχάριστα ακόμα και σήμερα; Τα παιχνίδια. Έπαιζα συνέχεια. Έπαιζα με χαρά. Μόνο αυτά είχα στο μυαλό μου. Όλα τα άλλα ήταν δεύτερα και τρίτα. Ακόμα και το σινεμά. Ακόμα και το διάβασμα περιοδικών. Ακόμα και οι ηλιόσποροι. Ατέλειωτα ομαδικά παιχνίδια, τα περισσότερα στους δρόμους και στις αλάνες