Κυριακή, 10 Μαΐου 2026 10:42

Η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Βουλή, η συνάντησή του με τον Τσίπρα και από τι θεωρεί σημαντικό ο Manolis Lamprakis να ξεκινήσει το έργο του ο επόμενος Πατριάρχης, από το fb

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
fab40Όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης μιλά για τον άνθρωπο, το πρόσωπο, την ειρήνη, τη δημιουργία και τους αδυνάμους, ο λόγος του δεν κρίνεται μόνο από τη θεολογική του ανύψωση, αλλά από τη διαδρομή του.
Αν περνά με άνεση από τη Βουλή, τα γραφεία, τις αίθουσες πρωτοκόλλου, τις χειραψίες, τις κλειστές λέσχες «κύρους», εκεί όπου η διπλωματία, η μασονία, η πολιτική και η κοινωνική αυτοεπιβεβαίωση συνομιλούν με άψογη ευγένεια, αλλά δεν περνά από έναν φυλακισμένο, έναν άρρωστο, έναν γονιό των Τεμπών, από τον διωκόμενο πατέρα Αντώνιο της Κιβωτού, από μια οικογένεια θύματος γυναικοκτονίας, από το σπίτι του Παύλου Φύσσα, από ένα σπίτι φτώχειας, από μια εγκατάσταση κτηνοτρόφου που θρηνεί για τα 500 νεκρά του πρόβατα, τότε το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη υψηλού λόγου. Το πρόβλημα είναι η απουσία καθόδου.
 
Γιατί ο άνθρωπος, όταν παραμένει έννοια, είναι θαυμάσια διαχειρίσιμος. Χωράει σε ομιλίες, δελτία Τύπου, επίσημες φωτογραφίες, φράσεις περί αξιοπρέπειας και ειρήνης, ακόμη και σε τελετές ανταλλαγής ακριβών και απολύτως άχρηστων εθιμοτυπικών δώρων, όπου οι θεσμοί επιβεβαιώνουν ο ένας την ευγένεια του άλλου, ενώ ο φτωχός επιβεβαιώνει μόνο την απουσία του. Τα δώρα αυτά είναι το υλικό ισοδύναμο των μεγάλων λέξεων όταν δεν γίνονται πράξη: λαμπρά, περιττά, τελετουργικά, φτιαγμένα για να κυκλοφορούν ανάμεσα σε εκείνους που ήδη έχουν αρκετά.
Η διπλωματία δεν είναι από μόνη της αμάρτημα. Αμάρτημα γίνεται όταν υποκαθιστά την ποιμαντική επίσκεψη και εμφανίζεται ως μαρτυρία. Όταν η Εκκλησία κινείται ευκολότερα ανάμεσα σε πρόσωπα εξουσίας παρά ανάμεσα σε πρόσωπα πόνου, τότε ο λόγος περί προσώπου αρχίζει να ακούγεται ως λεπτή μορφή θεσμικής αυτοαθώωσης. Ο άρρωστος μυρίζει νοσοκομείο, ο φυλακισμένος έχει όνομα και φάκελο, ο γονιός των Τεμπών δεν αφήνει τη δικαιοσύνη να γίνει ρητορικό στολίδι, η οικογένεια μιας δολοφονημένης γυναίκας δεν επιτρέπει στην ευαισθησία να παραμείνει κομψή.
Χριστός, όμως, δεν είναι ο υψηλός λόγος περί πάσχοντος σώματος.
Είναι η κάθοδος προς το πάσχον σώμα.
Δεν είναι η ευγενής αναφορά στον άνθρωπο, αλλά η έκθεση ενώπιον εκείνου που δεν προσφέρει κύρος, δεν ανταλλάσσει δώρα, δεν φωτογραφίζεται ωραία, δεν εξυπηρετεί καμία θεσμική σκηνοθεσία.
Ο άνθρωπος δεν λείπει από τις λέξεις.
Λείπει από το πρόγραμμα.
Και ίσως εκεί, ανάμεσα στο πρόγραμμα και στο Ευαγγέλιο, ανοίγεται ολόκληρη η αμηχανία μιας Εκκλησίας που μιλά για κάθοδο, αλλά κινείται με την άνεση της ανόδου.
Η πιο παράδοξη εικόνα της εποχής βρίσκεται ακριβώς εδώ: μια Εκκλησία που μιλά ακόμη τη γλώσσα της ασκήσεως, ενώ προετοιμάζει ταυτοχρόνως το μέλλον της μέσα από δραματουργίες επικοινωνίας, μηχανισμούς δημόσιας εικόνας και μια νέα γενιά εκκλησιαστικών προσώπων που εκπαιδεύονται ήδη ως κάτι ανάμεσα σε αρχιερείς, motivational speakers και christian life coaches του Instagram και του TikTok. Όχι πλέον ο ποιμένας που κατεβαίνει στη σιωπή του πόνου, αλλά ο διαχειριστής συναισθηματικής παρουσίας σε αλγόριθμους ορατότητας· όχι ο λόγος που τραυματίζει υπαρξιακά, αλλά ο λόγος που κυκλοφορεί εύπεπτα σε βίντεο λίγων δευτερολέπτων, έτοιμος να γίνει αναπαραγωγή, επιρροή, engagement.
Κι έτσι η θεολογία κινδυνεύει να μεταβληθεί όχι απλώς σε δημόσια διπλωματία, αλλά σε περιεχόμενο: μια ευγενής, φωτισμένη και απολύτως συμβατή πνευματικότητα για έναν κόσμο που δεν αντέχει πια ούτε τη σιωπή ούτε τη ρήξη.
 

fab39Ποιόν ακριβώς δουλεύουν, λοιπόν; 

Η σκηνή του δελτίου τύπου είναι υπερβολικά άψογη για να είναι αθώα: ο Πατριάρχης της ειρήνης, της οικολογίας και του διαθρησκειακού διαλόγου συναντά τον πρώην πρωθυπουργό της «πρώτης φοράς Αριστερά», και αμέσως επιστρέφουν οι μεγάλες λέξεις με την τελετουργική τους ασφάλεια: Γάζα, Ουκρανία, Ιράν, Λίβανος, ευάλωτοι, αδύναμοι, αλληλεγγύη, περιβαλλοντική προστασία, περιφερειακή σταθερότητα. Τα ονόματα της παγκόσμιας εξαθλίωσης τοποθετούνται επάνω στο τραπέζι δήθεν ως πολιτισμένες θεματικές συνάντησης. Και κάπου εκεί εμφανίζεται η καθησυχαστική φράση περί κοινών ανθρωπιστικών αρχών Αριστεράς και Εκκλησίας… φράση τόσο στρογγυλή, ώστε δεν τραυματίζει κανέναν.

Εδώ δεν συναντώνται απλώς δύο πρόσωπα, αλλά δύο μορφές εξημερωμένης ηθικής. Από τη μία, μια Εκκλησία που επικαλείται την πνευματική της παράδοση ως κύρος, αλλά αποφεύγει ολοένα και περισσότερο την επικινδυνότητα της αλήθειας της και από την άλλη, μια Αριστερά που επιστρέφει στη γλώσσα των αδυνάμων, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να επιστρέψει στη γλώσσα της ιστορικής υπόσχεσης. 

Ο εκκλησιαστικός θεσμός λαμβάνει από την πολιτική τη σφραγίδα της προοδευτικής επικαιρότητας, ενώ η πολιτική λαμβάνει από τον εκκλησιαστικό θεσμό το βάθος μιας πνευματικής νομιμοποίησης. Μια ανταλλαγή συμβολικού κεφαλαίου σχεδόν βυζαντινής λεπτότητας: η Εκκλησία προσφέρει ύψος χωρίς κρίση, η Αριστερά προσφέρει ευαισθησία χωρίς ρήξη.

Το πραγματικό γεγονός, επομένως, δεν είναι η συνάντηση, αλλά η εικόνα της. Η χειραψία, το δελτίο Τύπου, οι αναφορές στις διεθνείς εξελίξεις, η μνήμη των διασκέψεων, οι αδύναμοι, η ειρήνη, το περιβάλλον, όλα οργανώνονται ως μικρή λειτουργία αμοιβαίας αθώωσης. 

Έπρεπε να φανεί ότι το Πατριαρχείο δεν είναι απλώς θεματοφύλακας παραδόσεως, αλλά γεωπνευματικός παράγοντας της εποχής. 

Έπρεπε να φανεί ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν είναι απλώς το αποτύπωμα μιας μεγάλης πολιτικής διάψευσης, αλλά ακόμη φορέας υπεύθυνου ανθρωπισμού. 

Έπρεπε, με άλλα λόγια, να φανεί ότι οι μεγάλες λέξεις μπορούν ακόμη να κυκλοφορούν χωρίς να ελέγχονται από την πραγματικότητα.

Όλοι αγαπούν τους ευάλωτους, αρκεί οι ευάλωτοι να μη διακόψουν τη φωτογραφία. Όλοι μιλούν για ειρήνη, αρκεί η ειρήνη να μη ζητήσει ρήξη με τους μηχανισμούς της βίας. Όλοι τιμούν τη δημιουργία, αρκεί η δημιουργία να μη σταθεί εμπόδιο στην ανάπτυξη.

Εκεί βρίσκεται η θεολογική ειρωνεία της στιγμής: η Εκκλησία, όταν δεν γίνεται κρίση, γίνεται σκηνογραφία και η Αριστερά, όταν δεν γίνεται ρήξη, γίνεται ανάμνηση του εαυτού της. 

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο πατριαρχικός λόγος είναι διπλωματικός.

Το πρόβλημα είναι όταν η διπλωματία παρουσιάζεται ως προφητεία. 

Και το πρόβλημα δεν είναι ότι η πολιτική μιλά για ηθική. Το πρόβλημα είναι όταν η ηθική χρησιμοποιείται ως τρόπος να μη μιλήσουμε για την ήττα. 

Έτσι, μέσα σε αυτή τη θεσμική ευγένεια που ξέρει να μετατρέπει τον πόνο του κόσμου σε ύφος σοβαρότητας, όλοι μοιάζουν δικαιωμένοι, εκτός από εκείνον στο όνομα του οποίου υποτίθεται ότι γίνεται η συνάντηση: τον ίδιο τον άνθρωπο-πολίτη.

 
fab37Ίσως ο επόμενος Οικουμενικός Πατριάρχης να μη χρειαστεί να αρχίσει από τα μεγάλα γεωπολιτικά αδιέξοδα της Ορθοδοξίας, ούτε από τις γνωστές διοικητικές ισορροπίες που εξαντλούν εδώ και δεκαετίες το εκκλησιαστικό φαντασιακό. Ίσως χρειαστεί να αρχίσει από κάτι φαινομενικά μικρότερο αλλά ασύγκριτα πιο επικίνδυνο: από την ίδια την ενδυμασία της Εκκλησίας. 

Κάποια στιγμή πρέπει επιτέλους να τεθεί το ερώτημα χωρίς φόβο και χωρίς τη συνήθη αισθητική ευσέβεια που καλύπτει τα πάντα: τι ακριβώς μιμούνται σήμερα οι στολές του ορθόδοξου κλήρου; Ποιο σώμα συνεχίζουν; 

Ποια πτωχεία; 

Ποια ευαγγελική μνήμη; 

Ανάμεσα στον άρραφο χιτώνα του Χριστού και στη μεταγενέστερη εκκλησιαστική λατρεία της υφασματικής μεγαλοπρέπειας ανοίγεται ένα θεολογικό χάσμα που η Εκκλησία αποφεύγει πεισματικά να κοιτάξει. Και ίσως το αποφεύγει επειδή γνωρίζει βαθιά ότι τα άμφια δεν εκφράζουν απλώς μια λειτουργική παράδοση. Εκφράζουν πλέον μια ολόκληρη αντίληψη περί εξουσίας.

Η ενδυμασία παράγει θεολογία πριν ακόμη μιλήσει το στόμα. Παράγει απόσταση, παράγει ιεραρχία, παράγει τη σιωπηλή βεβαιότητα ότι το ιερό πρέπει να εμφανίζεται ως κάτι βαρύ, πολύτιμο, δυσπρόσιτο, διαχωρισμένο από τον κόσμο των κοινών σωμάτων. 

Και όμως, ο Χριστός δεν ντύθηκε ποτέ για να ξεχωρίζει. 

Δεν κατασκεύασε ποτέ μια οπτική οικονομία κύρους γύρω από το πρόσωπό Του. 

Δεν χρειάστηκε χρυσοΰφαντες επιφάνειες για να γίνει αναγνωρίσιμος. 

Αντιθέτως, όλη η παρουσία Του υπήρξε σχεδόν επικίνδυνα κοινή. Τόσο κοινή ώστε να μπορεί να Τον πλησιάσει ο καθένας χωρίς τρόμο. 

Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο αμήχανη σιωπή της σύγχρονης Ορθοδοξίας: ότι πολλές φορές μοιάζει να φοβάται την κοινότητα του Χριστού περισσότερο απ’ όσο φοβάται την κοσμικότητα της εξουσίας. Γι’ αυτό και τα άμφια καταλήγουν συχνά να λειτουργούν σαν τελετουργική θωράκιση απέναντι στη γυμνότητα του Ευαγγελίου.

Ο επόμενος Πατριάρχης, λοιπόν, αν θελήσει πραγματικά να αφήσει πίσω του κάτι ιστορικό, δεν θα αρκεί να μιλήσει για την ενότητα των Εκκλησιών ή για τη θέση της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο. 

Θα χρειαστεί να αγγίξει το ίδιο το εκκλησιαστικό σώμα εκεί όπου πονά περισσότερο: στην εικόνα που έχει κατασκευάσει για τον εαυτό του. 

Να τολμήσει να πει ότι η Εκκλησία δεν μπορεί επ’ άπειρον να μιλά τη γλώσσα της κένωσης ενώ ντύνεται με τη φαντασίωση της αυτοκρατορίας. 

Να αναρωτηθεί μήπως ορισμένες μορφές εκκλησιαστικής ενδυμασίας δεν μαρτυρούν πια την Ανάσταση αλλά τη νοσταλγία ενός κόσμου που πέθανε και όμως η Εκκλησία συνεχίζει να τον φορά επάνω της σαν πολύτιμο πένθος. 

Κάποια στιγμή η Ορθοδοξία θα χρειαστεί να αποφασίσει αν θέλει να συγκινεί ακόμη ως ζωντανό ευαγγελικό γεγονός ή αν αρκείται πλέον στο να φωτογραφίζεται ως επιβίωση μιας «ιερής αισθητικής εξουσίας».

 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 10 Μαΐου 2026 11:41

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση