Σαστίζει το μάτι, η μύτη και ο νους, σαστίζει ο άνθρωπος του τσιμέντου του δικτύου, μια αστραπή φωτίζει τη χαμένη ενότητα με τη φύση, τον κυκλικό χρόνο, και σαν αστραπή φεύγει και τον αφήνει, τουλάχιστον τώρα με χρώματα ανθέων, με ευωδιές χλόης. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι.
Είτα, ο άνθρωπος του τσιμέντου και του δικτύου, αγγίζεται πάλι από τον βίο άνευ ενότητος, σαν ηλεκτροφόρο καλώδιο, πνίγεται στη ροή των κατακερματισμένων νοημάτων, κομμάτια και θρύψαλα, αλλαγές που δεν τον περιλαμβάνουν, αλλαγές που τον απειλούν, που ήδη τον εξουθενώνουν. Τι πράγματι συμβαίνει πίσω από τον ακατανόητο τρόμο των τίτλων και των βίντεο; Προς το πού να βαδίσει; Τι εστίν αλήθεια; Η βασανιστική διερώτηση μας παραδόθηκε στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, κι απάντηση δεν έχει δοθεί έκτοτε.
Είναι που εξέλιπαν οι μεγάλες αφηγήσεις; Είναι που δεν υπάρχουν στους καιρούς μας εμπνευστικοί ηγέτες και καθολικοί διανοούμενοι; Λείπουν οι προφήτες, αυτοί που θ’ απαντούσαν ολικά στα ολικά μας ερωτήματα, πώς να ζήσουμε, πώς να πορευτούμε. Λείπουν; Ο Μισέλ Φουκό είπε κάποτε ότι δουλειά του διανοούμενου είναι να γρατζουνάει τις κοινοτοπίες. Ο Πιερ Μπουρντιέ προεκτείνει: «Να καταστρέψουμε τους λεκτικούς και διανοητικούς αυτοματισμούς…», διότι τα προφανή κατασκευάζονται πάντοτε βάσει σχέσεων ισχύος. Και: «η μεσσιανική ελπίδα είναι ένα από τα μεγάλα εμπόδια των αλλαγών. Πρέπει να αντικαταστήσουμε τη μεσσιανική ψευδαίσθηση με λογικές, μετριοπαθείς ελπίδες, που συχνά έχουν δυσφημιστεί ως ρεφορμιστικές, ως συμβιβασμοί κ.π., ενώ μπορούν να πάρουν μορφές πολύ, πολύ ριζοσπαστικές».
Στην ίδια γραμμή, από άλλη αφετηρία, ο ποιητής Τσέζαρε Παβέζε: «Δυσκολία της τέχνης: να αποδώσεις ως έκπληξη πράγματα γνωστά. Αν δεν ήσαν γνωστά δεν θα ενδιαφερόσουν τόσο να τα πραγματευθείς έτσι ώστε να εκπλήσσουν».
Στο βάθος του προφανούς, του τετριμμένου, του αυτονόητου, βρίσκονται τα Επιφάνια.
Τροπάριο
Οταν έσβησαν τα χρώματα και οι κελαηδισμοί του δειλινού, μέσ’ απ’ τα πεύκα και τα μάραθα, τις κάλες, τα θυμάρια και τα δεντρολίβανα, ανέβηκε ένα τραγούδι. The ghost of Tom Joad. Βραχνοτραγουδούσε ο Μπρους Σπρίνγκστιν και έγδερνε την κιθάρα του ο Τομ Μορέλο.
Ερχόταν από μακριά, κι από τόσο κοντά, έβγαινε μέσ’ απ’ την καταχνιά καυτών λεωφόρων, μέσ’ απ’ την Οργή των Σταφυλιών του Στάινμπεκ, μέσ’ απ’ τις μπαλάντες του κομμουνιστή Γούντι Γκάθρι. Ενα τροπάριο για τους καταφρονεμένους, τους έσχατους της γης, αυτούς που τους έταξε μια θέση εκ δεξιών ο εσταυρωμένος, τροπάριο για τα επιμέρους ερωτήματα, προετοιμασία για την επανεκκίνηση της Ανάστασης.
«Μάνα, όπου ένας μπάτσος δέρνει ένα αγόρι/ όπου ένα πεινασμένο βρέφος κλαίει/ Οπου ξεσπάει μάχη ενάντια στο αίμα και το μίσος/ Εκεί κοίτα μάνα, εκεί θα με ’βρεις // Οπου κάποιος παλεύει να ’βρει τόπο να σταθεί/ να ’βρει δουλειά της προκοπής ή χέρι για βοήθεια/ Οπου κάποιος παλεύει να λευτερωθεί/ Κοίτα στα μάτια τους, μάνα, και θα με δεις» Με αυτό το πάθος.
Πηγή: https://www.efsyn.gr/nisides/ena-blemma/469657_na-gratzoyname-tis-koinotopies

