Προσωπικά, όταν σκοντάψω πάνω σε ένα ξεχωριστό συγγραφικό ταλέντο, αμέσως μετά πέφτω με τα μούτρα σε όλο του το έργο, θέλω να γνωρίσω τον συγγραφέα σε βάθος, δεν θέλω να στερηθώ ούτε μία στιγμή από την ιδιοφυή γραφή του. Σπάνια έχω απογοητευθεί από αυτή μου την παρόρμηση.
Μια τέτοια περίπτωση είναι ο Τζον Μπάνβιλ, Ιρλανδός στην καταγωγή που γράφει πατώντας πάνω στη γλωσσική καταγωγή του, την υπέροχη γλώσσα Hiberno-English, τα αγγλικά της Ιρλανδίας, που έσβησαν τον 19ο αιώνα, σκεπάστηκαν από τα αγγλικά που μιλάνε οι Άγγλοι σήμερα. Τα αγγλικά της Ιρλανδίας «... είναι η αποθέωση της αμφισημίας», όπως λέει και ο ίδιος. «Είναι μια γλώσσα υπαινικτική, με πολλά ποιητικά στοιχεία, δεν δίνει τη δυνατότητα να πεις τα πράγματα ευθέως... Κι εγώ την καλλιεργώ σε πείσμα των καιρών» ομολογεί ο συγγραφέας της «Θάλασσας», ενός αριστουργήματος ίσως που γράφτηκε τα πρώτα χρόνια του εικοστού πρώτου αιώνα.
Συνάντησα τον Τζον Μπάνβιλ στο Δουβλίνο, στο πλαίσιο ενός ντοκιμαντέρ που ετοιμάζουμε για διεθνές τηλεοπτικό κανάλι. Η συζήτησή μας κράτησε περίπου δύο ώρες. Έγινε σε ένα θερμοκήπιο μεταμορφωμένο σε σπίτι στη δεξιά όχθη του ποταμού, πλάι στο στούντιο των U2! Μετά, συνεχίστηκε για αρκετές ώρες στο εστιατόριο και σε μια μεγάλη βόλτα στους δρόμους του Δουβλίνου.
Πατώντας εδώ θα σας εμφανιστεί ολόκληρη η συνέντευξη.

Αν είστε φανατικοί της στυλιστικής γραφής και της μεγάλης λογοτεχνίας, σίγουρα θα έχετε διαβάσει τον Μπάνβιλ, και πιο συγκεκριμένα τη «Θάλασσα» και την «Μπλε Κιθάρα», δύο βιβλία-σταθμούς στη λογοτεχνική πορεία του σπουδαιότερου, για μένα, εν ζωή Ιρλανδού μυθιστοριογράφου. Αν πάλι δεν έχετε διαβάσει ποτέ αυτόν το μάγο της γραφής, καιρός να αφοσιωθείτε. Κάτι πολύτιμο είναι μπροστά σας κι εσείς απλώς δεν έτυχε να πέσετε πάνω του.