Χωρίς αυτά, το κόστος δανεισμού θα είχε ξεφύγει και η προσπάθεια ίσως έπεφτε, για τρίτη φορά, στα βράχια. Ετσι, τότε, δημιουργήθηκε και το «μαξιλάρι» των 40 δισ. ευρώ.
Ποιο είναι το κεντρικό ζητούμενο μετά την έξοδο από τα μνημόνια; Να διατηρούμε τέτοιους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, που θα διασφαλίζουν ότι θα μπορούμε να εξυπηρετούμε το χρέος κάτω από όλες τις συνθήκες. Αυτόν τον στόχο, την ισχυρή μεγέθυνση της οικονομίας, αντιστρατεύονται τα υπερπλεονάσματα. Δεν συνιστούν κάποια «υπεραπόδοση» της οικονομίας, αυτό που κάνουν είναι να παρεμποδίζουν τη μεγέθυνσή της.
Τα μεγαλύτερα πλεονάσματα δεν προκύπτουν από μεγαλύτερη μεγέθυνση της οικονομίας. Το 2024, μάλιστα, ήταν μεγαλύτερα από τον κυβερνητικό στόχο κατά 6,4 δισ. ευρώ, παρότι το ΑΕΠ αυξήθηκε πολύ λιγότερο από όσο προβλεπόταν – μόνο 2,1% αντί για 2,9%. Πέρυσι, πάλι, ενώ το ΑΕΠ αυξήθηκε όσο προβλεπόταν (2,1%), τα δημοσιονομικά πλεονάσματα έφτασαν στα 12,1 δισ. έναντι στόχου 9,5 δισ. Αρα, τα επιπλέον πλεονάσματα προκύπτουν από άλλες πηγές. Από περικοπές δημοσίων δαπανών και από μία υπεραπόδοση: φορολογικών εσόδων.
Οσον αφορά τις περικοπές, το Γενικό Λογιστήριο βάζει διάφορα «μαξιλαράκια» σε κατηγορίες δαπανών που, αν χρειαστεί, μπορούν να αφαιρούνται. Οσον αφορά τα φορολογικά έσοδα, εν μέρει αυξάνονται λόγω της μείωσης της φοροδιαφυγής και κατά το μεγάλο μέρος τους λόγω της «μαγικής» επίδρασης του πληθωρισμού. Είναι ο καλύτερος συνεργάτης της κυβέρνησης: αυξάνει ονομαστικά το ΑΕΠ, με συνέπεια το χρέος να μειώνεται ως ποσοστό του (απόλυτα, το χρέος αυξήθηκε σε 360 δισ. από 332 δισ. το 2019), αυξάνει και τα έσοδα από ΦΠΑ.
Πηγή: kathimerini.gr/
Σ.Δ. kathimerini.gr/ Πρωτογενή πλεονάσματα, του Κώστα Καλλίτση

Tα θηριώδη δημοσιονομικά υπερπλεονάσματα παρουσιάζονται ως δικαίωση της οικονομικής πολιτικής, ως τρανή απόδειξη ότι η οικονομία πάει καλά, κι έτσι δημιουργείται η δυνατότητα στήριξης των πιο ευάλωτων νοικοκυριών. Δεν είναι αλήθεια.