Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2026 08:32

Συνέντευξη με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά Νίκο Διαμαντή

Επιλέγουσα ή Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

epoxi19Μαρώ Τριανταφύλλου. Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά έχει ξεχωριστή θέση στα θεατρικά δρώμενα της χώρας. Παραστάσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, αναθέσεις συγγραφής έργων.

Μιλήσαμε με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του, Νίκο Διαμαντή, για τις αρχές που διέπουν τη λειτουργία του και τις προγραμματικές επιλογές.

- Δεν είναι εύκολο πράγμα να διευθύνει κανείς το Δημοτικό Θέατρο του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας.

Το επιχειρήσατε για δεύτερη φορά. Ποιες είναι οι βασικές αρχές που θέσατε σ’ αυτή τη δεύτερη θητεία; Υπήρξαν αλλαγές και αναθεωρήσεις από την πείρα της προηγούμενης;

Αντιμετωπίζω τα δέκα χρόνια τη θητείας μου ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά σαν μια συνέχεια. Κέντρο της δουλειάς μου είναι η προσπάθεια να λειτουργήσει αυτός ο πολύπλοκος πολιτιστικός οργανισμός επ’ ωφελεία της κοινωνίας και να απευθύνεται σε όσο μεγαλύτερο κοινό είναι δυνατό. Οι αρχές μου παραμένουν οι ίδιες, αυτές που έκαναν το Δημοτικό Θέατρο (ΔΘ) παράδειγμα εργασίας, μια case study, έναν ισχυρό πολιτιστικό οργανισμό. Βέβαια υπάρχει μια διαφορά: η πρώτη χρονιά, το 2015, ήταν χρονιά μεγάλης κρίσης. Μπήκα σε ένα θέατρο που ήμουν εγώ και ένας φύλακας, δηλαδή ήμουν απολύτως μόνος και έπρεπε να δημιουργηθεί ένας οργανισμός και να επιλυθούν όλα τα αναγκαία πρακτικά, διοικητικά, καλλιτεχνικά και κοινωνικά ζητήματα, ξεκινώντας από το μηδέν. Κύριο μέλημά μου και τότε και τώρα αυτό που ονομάζω συμμετοχικό ουμανισμό. Πρόκειται για την ισορροπία ανάμεσα σε μια υψηλού επιπέδου καλλιτεχνική δραστηριότητα, στο μέτρο του δυνατού πάντα, και στην εκπαιδευτική δραστηριότητα που προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση της εκπαίδευσης. Για να δώσω ένα παράδειγμα: χρησιμοποιώντας εργαλεία ΕΣΠΑ, στείλαμε επί τρία χρόνια στα σχολεία καλλιτέχνες που δούλεψαν με τις θεατρικές ομάδες κάθε σχολείου και οδήγησαν σε νέες προσεγγίσεις της εφηβικής θεατρικής δημιουργίας, κάτι για το οποίο είμαι υπερήφανος. Το τρίτο μέρος του τριπτύχου, και πολύ σημαντικό θεωρώ, είναι ο πυλώνας της κοινωνικής πολιτικής του ΔΘ. Δεν εννοώ μόνο τα χαμηλά εισιτήρια για ανθρώπους με οικονομικά προβλήματα, αλλά επίσης προσεγγίσεις ανθρώπων που βρίσκονται περιθωριοποιημένοι, όπως οι μετανάστες, οι ΑμεΑ κτλ. Θυμίζω με υπερηφάνεια ότι το 2017 ήμασταν το πρώτο θέατρο που σύστησε καλλιτεχνική ομάδα ΑμεΑ. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο ήταν το άνοιγμα προς τα έξω – το «Άνοιγμα στην πόλη» στο πλαίσιο του φεστιβάλ Αθηνών, με δεκάδες δράσεις σε τόπους και χώρους.Είμαι άνθρωπος των έργων, προσπάθησα, προσπαθήσαμε, πολύ να διατηρήσουμε αυτή την ισορροπία, που έφερε το ΔΘ στην πρώτη γραμμή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Όλες οι κατακτήσεις του συμμετοχικού ουμανισμού οδήγησαν τώρα σε μια καίρια αλλαγή που αφορά την προσέγγιση των νέων: στην σκηνή Ω και στο Φουαγιέ δίνουμε χώρο στην ακατάτακτη νεανική δημιουργία, ώστε να μπορέσουν νέοι δημιουργοί να παρουσιάσουν επιτέλους τη δουλειά τους.

Αν θέλατε να προτάξετε ένα σημαντικό στόχο αυτής της θητείας, πού ήδη μετρά δύο χρόνια, τι θα λέγατε;

Τα βράδια, μόνος μου, νιώθω την ανάγκη να απαντήσω σε ένα ερώτημα: πόσο αυτό που κάνω έχει τη δυνατότητα να φτάσει στον κόσμο, πόσο αφορά το κοινό καλό. Αυτό αφορούσε η δουλειά που παρουσιάσαμε με τίτλο «Τι οφείλουμε στη Δημοκρατία». Νιώθω βαθιά την ευθύνη των επιλογών μου: με ποιους συνομίλησα μέσα στη θεατρική κοινότητα εντός και εκτός Ελλάδας, πώς προσέγγισα τον απλό κόσμο που δεν πάει ή δεν μπορεί να πάει στο θέατρο, πώς επέλεξα τις καλλιτεχνικές τάσεις που προβάλλει το ΔΘ.

Ο Πειραιάς είναι ομολογουμένως μια δύσκολη πολύπλοκη πόλη, το λιμάνι, το κέντρο, οι απομακρυσμένες γειτονιές… Ποια η σχέση του θεάτρου με την πόλη ή τις πόλεις; Μπορεί να προσεγγίσει τις υποβαθμισμένες γειτονιές; Να πλησιάσει τους νέους αυτών των περιοχών; Να δώσει διέξοδο σε προβληματισμούς και εντάσεις;

Με ενδιαφέρει να συνομιλήσω με τον κόσμο που ξαφνιάζεται όταν ακούει την ιδέα ενός άλλου θεάτρου, στη λογική της συνδημιουργίας και του χρέους που έχω απέναντι σε όλους τους ανθρώπους του Πειραιά. Ο Πειραιάς είναι φοβερά πολύπλοκος πράγματι. Το είδα και φέτος όταν κάναμε τα ντοκουμέντα του Πειραιά. Επί ένα μήνα, τον Νοέμβριο, περιδιαβήκαμε την πόλη, όλο τον Πειραιά, την Τρούμπα, τα ξενοδοχεία, τις γειτονιές… μιλήσαμε με τους πλανόδιους μουσικούς. Είδα την ανάγκη της ισορροπίας ανάμεσα στη νέα πρόταση και σε ό,τι ονομάζουμε πολιτιστική δημιουργία σε ένα συγκεκριμένο χώρο και επ’ ωφελεία όλων, αν γίνεται, των ανθρώπων.

Πώς καταρτίζεται το ετήσιο πρόγραμμα του θεάτρου;

Με την απόλυτη ευθύνη του καλλιτεχνικού διευθυντή. Φυσικά ο καλλιτεχνικός διευθυντής δεν ζει περίκλειστος σε γυάλινο πύργο, αλλά είναι ανοιχτός σε σπειροειδείς συζητήσεις, εξετάζοντας προτάσεις και καταλήγει έπειτα από μεγάλη βάσανο στις τελικές αποφάσεις. Συζητώ πολύ, με καλλιτέχνες, επιστήμονες, θεατρολόγους, αλλά και απλούς ανθρώπους. Με ενδιαφέρουν οι προβληματισμοί τους γιατί οδηγούν σ’ αυτό που ονομάζω επείγον. Στο πρόγραμμα έχει θέση μια δουλειά που θα κάνει κάποιον την ώρα που ξυπνά να σκεφτεί ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάει να βγάλει εισιτήριο για να τη δει, επειδή τον αφορά.

Πώς επιβιώνει οικονομικά ένας τόσο μεγάλος πολιτιστικός οργανισμός; Τι δυσκολίες αντιμετωπίζετε;

Πολλές φορές έχω αναφερθεί στον τρόπο με τον οποίο το ΔΘ έχει πορευτεί στα 130 χρόνια της ζωής του. Σήμερα έχει ένα πολύ συγκεκριμένο διοικητικό καθεστώς που το δεσμεύει. Ο δήμαρχος της πόλης, ο κ. Μώραλης, δεν με άφησε χωρίς στήριξη ώστε να πραγματωθεί το εκάστοτε πρόγραμμα. Τα απαραίτητα κονδύλια ήταν βασικό μου μέλημα. Έκανα μια προγραμματική σύμβαση με το υπουργείο Πολιτισμού και την Περιφέρεια, από τις πρώτες προγραμματικές που συντάχθηκαν, αν θυμάμαι καλά το 2016. Η περιφέρεια πρώτα, κατόπιν το υπουργείο Πολιτισμού έδωσαν χρηματοδότηση. Υπήρξαν επίσης έκτακτες επιχορηγήσεις και δύο ΕΣΠΑ κατ’ έτος για το εκπαιδευτικό πρόγραμμα σε συνεργασία με τα υπουργεία Πολιτισμού και Παιδείας. Με αυτά τα χρηματοδοτικά εργαλεία μπορέσαμε να στήσουμε τα εργαστήρια, να πάμε στις φυλακές, να δουλέψουμε με ομάδες ΑμεΑ. Για όλα λογοδοτώ στο Δημοτικό Συμβούλιο που εγκρίνει το πρόγραμμα και όλες τις δράσεις. Το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά είναι ανοιχτό σε όλες τις δημοτικές παρατάξεις, στην εκκλησία, στις συλλογικότητες της πόλης. Τα προγράμματά μας έχουν εμπνεύσει και άλλους οργανισμούς που, ακολουθώντας το παράδειγμά μας, ανοίγονται στην κοινωνία, πράγμα που αποτελεί μεγάλη δικαίωση και χαρά για μας.

Σε παλιότερη συζήτησή μας, τότε που διευθύνατε το Σημείο, είχατε πει πως δεν θεωρείτε ορθή τη διάκριση του ελληνικού έργου ως μια διαφορετικότητα στην παγκόσμια δημιουργία, πως το υπερασπίζεστε ως ισότιμο μέρος του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Πιστεύω πως τα κρατικά και δημοτικά θέατρα έχουν χρέος όχι απλώς να προβάλλουν το ελληνικό έργο, αλλά να ωθούν στη δημιουργία νέων έργων που θα ανέβουν στις σκηνές. Τι σκέπτεστε γι’ αυτό;

Το ελληνικό έργο δεν πρέπει να είναι περίκλειστο στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά να συνομιλεί με την παγκόσμια θεατρική παραγωγή, με τα θεατρικά έργα σε παγκόσμια κλίμακα. Δεν πρέπει να βλέπουμε το ελληνικό έργο ως μια ιδιαιτερότητα. Σε μας, η ελληνική γραφή βρίσκεται στο κέντρο του ετήσιου προγραμματισμού μας. Προβαίνουμε σε αναθέσεις σε συγγραφείς πολλών και διαφορετικών κατευθύνσεων, όπως είναι στο φετινό πρόγραμμα η Σοφία Νικολαΐδου, ο Ηλίας Μαγκλίνης, η Γλυκερία Μπασδέκη, ο Δημήτρης Δημητριάδης, ο Άκης Δήμου, ο Βασίλης Κατσικονούρης. Επίσης κάνουμε αναθέσεις δραματουργίας όπως αυτές που κάναμε φέτος στον Τρίκα, τον Σκαρβέλη, σε ανθρώπους με ένα λόγο τολμηρούς, συχνά νέους ηλικιακά. Θυμίζω επίσης τα αναλόγια της Σίσσυς Παπαθανασίου και την προσπάθεια της Αναστασίας Ρεβή, Μητέρες, που αρχίζει οσονούπω. Προσπαθούμε να προσεγγίσουμε διαφορετικούς τρόπους, διαφορετικές τεχνικές και απόψεις που αφορούν το ελληνικό κείμενο. Από την άλλη, έχουμε το θέμα της δραματουργίας, που, μέσα από τη δική μας φιλοσοφία, δίνουμε χώρο σε καλλιτέχνες όπως ο Λόλιος ή ο Περιστέρης. Όμως το βάρος πέφτει στο κείμενο, όχι στη δραματουργία, που έχει σκεπάσει την αναγκαιότητα του κειμένου. Θεωρώ ότι είναι μια λανθασμένη άποψη που δίνει συχνά, κατά την άποψή μου πάντα, στρεβλά πειραματικά αποτελέσματα. Δίνω δύο παραδείγματα για την άποψη που διατύπωσα: οι διαφορετικές γραφές του Δημητριάδη και του Μαγκλίνη δίνουν διαφορετικές διαστάσεις της ελληνικής δραματικής δημιουργίας, καινούριες προσεγγίσεις στο ελληνικό έργο. Εμφανίζονται με τα παραδείγματα αυτά γραφές που το θέατρό μας τις έχει ανάγκη πριν περάσει στη δραματουργία. Στο ελληνικό θέατρο σήμερα υπάρχει η στρεβλή άποψη ότι η δραματουργία μπορεί να επικάθεται οπουδήποτε και να δημιουργεί ένα νεφέλωμα, το οποίο οδηγεί σε μια καινούρια αισθητική, κατά την άποψη των ανθρώπων που το κάνουν, σε νέες θεατρικές απόψεις. Κατά την άποψή μου, αυτό είναι λανθασμένο και είναι η εύκολη οδός. Η δύσκολη είναι να δουλέψεις τον πυρήνα του θεάτρου που είναι το κείμενο. Δεν έχω κανένα λόγο να παρουσιάσω για εκατοστή φορά έναν ξένο συγγραφέα, συχνά μέτριο, και να μη δώσω τον λόγο σε ένα νέο κείμενο με πρόταση από έλληνα δημιουργό.

Φωτογραφία: Eurokinissi

Πηγή: https://epohi.gr/articles/isorropontas-tin-techni-tin-ekpaideysi-kai-tis-anagkes-tis-koinonias/ 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2026 08:44

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση