Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2024 13:38

Δυο-τρία πράγματα που ξέρω για τον Καζαντζίδη, του Νικόλα Σεβαστάκη + ένα σταγονίσιο σχόλιο

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

lifo13Σ.Δ. Όταν ήμουν του δημοτικού ο Καζαντζίδης ήταν πανταχού παρών στον αέρα της Δραπετσώνας, ενώ ο Μπιθικώτσης στα τζου μποξ βασιλιάς. Και τους δύο τους είχα σαν τους γνωστούς αγνώστους ανθρώπους της γειτονιάς που συναντούσα γύρω μου. Μετά στο γυμνάσιο ήταν πάλι εκεί, αλλά και τότε αυτούς τους δύο, που ναι μεν τους αναγνώριζα και τους ξεχώριζα, δεν τους διάλεγα όμως να τους ακούσω αν και οι περισσότεροι μεγάλοι γύρω μου τους τραγουδούσαν και τους χόρευαν εκτός από τη μάνα μου που λάτρευε τον Γούναρη. Εγώ μαζί με τους συμμαθητές και τους φίλους ακούγαμε μετά μανίας ξένα και για λίγο το νέο ελληνικό κύμα στο ξεκίνημά του, ξέρετε Κόκοτας, στου προφήτη Ηλία τα σοκάκια, κ.λπ.

Τα τελευταία χρόνια της χούντας οι Έλληνες που με συνέπαιρναν ήταν οι Θεοδωράκης, Μαρκόπουλος με Ξυλούρη και ο πιο κολλητός μου ο Σαββόπουλος που τραγουδούσαμε και για τα προσωπικά μας. Κάτι που με τον Χατζηδάκι μου συνέβαινε συχνά και με έλυνε/έλυωνε σε ιδιαίτερες στιγμές λόγω ομορφιάς. 

Με την μεταπολίτευση, εκτός από τα πολιτικά τραγούδια που ακούγαμε όλοι αγκαλιάστηκα με πάθος με τα ρεμπέτικα και σιγά σιγά ο Τσιτσάνη μαζί με Νίνου και Μπέλλου και εννοείται και πολλοί του λαϊκού μου ανέδειξαν την εξωστρέφειά μου που είχε να κάνει όχι μόνο με χαρές αλλά και με λύπες. Και από τους ξένους ανακάλυψα αρκετούς που με αναστάτωναν και τότε περίπου ξεκίνησε να με κουρδίζει ο Μπομπ Ντύλαν κι αυτό κράτησε καιρό.

Κάπου λίγο πριν πάω φαντάρος δίχως να το καταλάβω και εντελώς αβίαστα άρχισα να ακούω με ευχαρίστηση Καζαντζίδη αγκαζέ με τον Σαββόπουλο και στον στρατό μόνο του πια τον μοιραζόμουνα στις εξόδους μας με άλλους φαντάρους φίλους στα ταβερνάκια της Ξάνθης. Περίπου εύρισκα εντάξει τους στίχοι των τραγουδιών του, που κάποιων τους ένιωθα εξαιρετικούς, αλλά το ιδιαίτερο ήταν πως εξαιτίας της μελωδίας και της ερμηνείας του άρχισα να τον συνοδεύω στα τραγούδια του και να το ευχαριστιέμαι με το παραπάνω. Με λίγα λόγια, με τον Καζαντζίδη ποτέ δεν ήρθα σε κόντρες, απλά κάποια δικά του τα προσπερνούσα. Για ένα διάστημα όποτε τύχαινε να τον ακούω μου άρεσε και πιο μετά έκφραζε κάτι δικό μου που κανείς άλλος δεν το είχε. Κάτι που είχε να κάνει με όσα ασυνήθιστα ένιωθα ότι με δένουν ή ήθελα να με φέρνουν πιο κοντά με τον κόσμο που αγαπούσα. Εξακολουθεί βεβαίως και σήμερα όποτε τυχαίνει και τον ακούω να με φτιάχνει με ένα τρόπο συγκινητικό. Και να του κάνει σεκόντο το είναι μου. Στην κηδεία του στην Ελευσίνα ήμουν εκεί. Την ταινία κάποια στιγμή θα την δω; Χμμμμ....ίδωμεν. Αυτά μέχρι τα 30 μου περίπου. Μετά με ξελόγιασαν και κάποιοι άλλοι νέοι τραγουδοποιοί, όπως π.χ ο Θ. Παπακωνσταντίνου, ο Σ.Μάλαμας, και ο Φ.Δεληβοριάς, και οι ροκ λαϊκοί Ν. Παπάζογλου, Μ. Ρασούλης, Ν Ξυδάκης.

Αισθηματίες, συμμετέχει ο Νταλάρας  , Χρ.Νικολόπουλος - Πυθαγόρας, πρώτη εκτέλεση 1975. 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ & ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ - Ζιγκουάλα, στην ταινία Η κυρία δήμαρχος, 1960 

  Στέλιος Καζαντζίδης - Βραδιάζει, 1992 , Χρ.Νικολόπουλος - Σώνια Τσώτου

Δυο πόρτες έχει η ζωή  , στίχοι - μουσική : Στέλιος Καζαντζίδης- Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, πρώτη εκτέλεση 1958, εδώ η τρίτη εκτέλεση του 1993 

Ν.Σεβαστάκης. ΕΤΥΧΕ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΕΝΑ ΠΟΣΤ στο Facebook για τον Καζαντζίδη και την πρόσληψή του στην εποχή της επίδρασής του. Aφορμή δεν ήταν μια ταινία που δεν έτυχε ακόμα να δω, όσο κάποια γενικότερα σχόλια και κρίσεις για την περίπτωση του Καζαντζίδη. Ζώντας παιδικά και νεανικά χρόνια σε μια νησιώτικη κωμόπολη, με παρέες, γείτονες και περιβάλλον από αυτές που λέμε λαϊκές τάξεις, μου ήταν εξαρχής σαφής η αίσθηση της διαφοράς του Καζαντζίδη από άλλες μορφές του λαϊκού τραγουδιού. Ακουγόταν πολύ τότε και ο Βαγγέλης Περπινιάδης, ο Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη, ο Ζαγοραίος, ο Ρεπάνης και φυσικά ο Διονυσίου και πολλοί άλλοι. Ο Καζαντζίδης όμως δεν ακουγόταν απλώς: ήταν βασική μονάδα συγκίνησης κάποιων ανθρώπων. Και όχι «από όλα τα στρώματα». Ο Καζαντζίδης διαπερνούσε καταλυτικά τον χώρο των μαστόρων, των τεχνιτών, της παλιάς κοπής εργατικής τάξης. Μαθητευόμενων και πιο μεγάλων. Υπήρχε φυσικά και η άλλη πλευρά, η συναφής με τους μετανάστες στη Γερμανία, στην Αμερική και στην Αυστραλία. Κάποιοι από αυτούς είχαν πλουτίσει και ανήκαν πλέον σε μια «μεσαία τάξη» φτασμένων, αλλά συνέχισαν να αγαπούν τα τραγούδια του Καζαντζίδη σαν περιγραφές της αρχικής τους κατάστασης, των φτωχών και δύσκολων απαρχών της περιπέτειάς τους. 

Θέλω όμως να επιμείνω πως ο Καζαντζίδης είναι αδιαχώριστος από έναν κόσμο μουτζούρας και φόρμας. Έπαιζε σε σκοτεινά μηχανουργεία και στη μάντρα με τα υλικά των οικοδομών. Και οι άλλοι φυσικά ηχούσαν εκεί. Μόνο εκείνος όμως έχω την εντύπωση πως καθοδηγούσε συναισθηματικά και ενέπνεε ως ένα είδος αισθηματικού και κοινωνικού αφηγητή. Ήταν βάρδος-προέκταση, όχι απλώς ο λαϊκός καλλιτέχνης που γεννούσε επιτυχίες.

Τον Καζαντζίδη τον «κατασκεύασε» ο λαός του. Ήταν ένας από τους ελάχιστους που διέθεταν τον λαό τους. Και δεν ήταν όλο το έθνος αυτός ο λαός. Συνδεόταν με προνομιακό τρόπο με νέους και μεγαλύτερους άνδρες των εργαζόμενων τάξεων. Και προφανώς αυτή η λαϊκότητα περιείχε ένα μείγμα αξιών και συναισθημάτων που αναφέρονταν στην περιφρόνηση για τον πλούτο και τους πλούσιους όσο και σε μια ορισμένη αντίληψη για τη γυναίκα, τον έρωτα, την ανθρώπινη σχέση. Μείγμα ιδεών και συναισθημάτων μιας εργατικής και λαϊκής υποκειμενικότητας που μπορούσε πολιτικά να συνδεθεί με μια λαϊκή/λαϊκιστική ηθική, όπως και με την «τοξική πατριαρχία». Άλλωστε, για πολλές δεκαετίες (για να μην πω αιώνες), η λαϊκή κουλτούρα είχε έντονες πατριαρχικές εξαρτήσεις και αντίστοιχα βλέμματα.

Και οι άλλοι λαϊκοί τραγουδιστές –και φυσικά οι ροκάδες που ακούγαμε κάποιοι άλλοι τότε– ήταν γεμάτοι στερεότυπα, χοντράδες, δαιμονοποιήσεις και ιεροποιήσεις του «θηλυκού». Δεν είναι, πιστεύω, αυτό το στοιχείο που συνιστά την ιδιαιτερότητα του Καζαντζίδη. Ούτε καν η λατρεία για τη Μάνα ως άλλη όψη της φοβίας για τις άλλες γυναίκες – το γνωστό γελοίο σχήμα «πλην της μάνας (μου) όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες» ήταν εξαιρετικά διαδεδομένο και μέσα στα εφηβικά μας αστειάκια, τίποτα το ξεχωριστό δεν είχε όλο αυτό το σύμπτωμα συναισθηματικής ανωριμότητας και σεξουαλικής μιζέριας για τις γενιές των μεταπολεμικών δεκαετιών.

Δεν έχει, επομένως, σημασία αν μας άρεσε, αν τον αντέχαμε ή αν μας συγκινούσε ο Καζαντζίδης. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχαστεί είναι ότι αποτέλεσε ισχυρή πολιτισμική και συναισθηματική αναφορά στην ανδρική εργατική τάξη του ’50 και του ’60 και συνέχισε να έχει επίδραση και στη δεκαετία του ’70, αν και άρχισε η αποκαθήλωσή του από ένα πιο ελαφρολαϊκό ιδίωμα και τις ποπ επιθυμίες (που κατά βάση ήταν φαντασιώσεις για άνοδο στη μεσαία τάξη).

Τι δεν ήταν ο Καζαντζίδης; Δεν υπήρξε ποτέ αγαπημένο άκουσμα φοιτητικών ακροατηρίων, ούτε των ανθρώπων μιας πιο πολιτικής, ακτιβιστικής αριστεράς. Ο κόσμος των πτυχιούχων και των ακτιβιστών (που δεν λέγονταν έτσι) προτιμούσε το ρεμπέτικο, τον Τσιτσάνη και φυσικά το πολιτικό τραγούδι. Ήταν περισσότερο με τη λαϊκότητα του Μπιθικώτση, όχι με τη θρηνητική και κάπως μοιρολατρική λαϊκότητα του Καζαντζίδη. Αυτό που θα γινόταν το έντεχνο λαϊκό αποτέλεσε στην ουσία άρνηση του καζαντζιδισμού. Ο λυγμός και ο «καημός» διατηρούνται ως σταθερές και χορδίσματα ως το νεο-έντεχνο, αλλά δεν ακουμπούν στις ίδιες υλικές πραγματικότητες στις οποίες καλλιεργήθηκε η λατρευτική ταύτιση με τον «Στελάρα».

Δεν ξέρω τι είδους επανοικειοποίηση και αναβιωτική συνθήκη μπορούμε να έχουμε σε σχέση με τον Καζαντζίδη. Με άλλες περιοχές του λαϊκού και ονόματα, μπορώ να φανταστώ. Τον Καζαντζίδη, που υπήρξε σπάραγμα από τον βίο νέων και ενηλίκων μιας χαμένης ταυτότητας, μιας διάσπαρτης «προλεταριακής» κοινότητας, είναι δύσκολο να τον φανταστώ σε διαδικασία εξευγενισμού. Φυσικά τα πάντα μπορούν να γίνουν βίωμα πλέον. Και το μπακάλικο με τη ρέγγα μπορεί να συγκατοικεί με σαλάτες κινόα, όπως ένα βιβλίο αποκατάστασης του Στάλιν ή του Ζαχαριάδη να συγκατοικεί ειρηνικά στο ράφι με μια έκδοση για τον ΛΟΑΤΚΙ+ φεμινισμό και την ηθική της φιλοζωίας.

Από ένα σημείο και έπειτα, πράγματι ο Καζαντζίδης, ως τόπος βιώματος και αισθητική, μου ήταν αφόρητος. Ιδίως το μείγμα γοερής, υπερ-αρσενικής προσκόλλησης στη Μάνα ως τοτέμ αυθεντικότητας και προστασίας από έναν «προδότη» έξω κόσμο και τους πειρασμούς του.

Θέλω όμως να σκέφτομαι μαζί με τους άλλους, μαζί με τους φίλους της νεότητας και τα πρόσωπα που είχαν αγαπήσει βαθιά τον Καζαντζίδη ως ολικό ερμηνευτή. Εγώ έτυχε να ανατριχιάσω με τη φωνή του, αυτοί ριγούσαν με κάτι άλλο, κάτι που ο μικροαστός διανοούμενος δεν μπορούσε να καταλάβει. Μπορώ τώρα να ανασύρω ένα σύνολο αισθήσεων και χειρονομιών. Τώρα που ακούω διαφόρους να θέλουν να μετατρέψουν και τον Καζαντζίδη σε ντεκόρ μιας μεσοαστικής ευημερίας και μιας κοινωνικής ευρυχωρίας, ενώ ανέδιδε το βαθύ στενάχωρο με την πικρία της ματαίωσης. Όλα σαν να θέλουν να ενταχτούν σε μια ιστορία της επιτυχίας και ένα εθνικό στόρι ανόδου (το είδαμε και στη διαχείριση της μεταπολιτευτικής κληρονομιάς). Ο κόσμος όμως που ανέβασε τον Καζαντζίδη ψηλά θήτευε στη χώρα της δυσκολίας και είχε ακόμα πολλούς λογαριασμούς να εξοφλήσει.

Ίσως οι νεότεροι να ανακαλύψουν κοιτάσματα που οι εντυπώσεις και οι προκαταλήψεις οι δικές μας δεν μπορούν να τα φανταστούν. Θα σπεύσω λοιπόν να δω την ταινία του Τσεμπερόπουλου, έχοντας την ελπίδα πως μπορεί να επαναξιολογεί με τον τρόπο της το είδωλο, πέρα από την αποθέωση ή την αποκαθήλωση, πέρα από τη σνομπ απόρριψη ή την εξιδανίκευση εποχής.

Πηγή: www.lifo.gr/stiles/optiki-gonia 

31.12.24 Κι αυτό φρέσκο σημερινό κουλούρι του Μάνος Σ.Στεφανίδης στο fb

 Η ζόρικη υπόθεση: Στελάρας

Θα σου δώσω μια να σπάσεις
Αχ βρε κόσμε γυάλινε
Και θα φτιάξω μια καινούργια
 Κοινωνία άλληνε...*
Ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν ήταν ποτέ και δεν είναι ούτε σήμερα εύκολη περίπτωση. Απεναντίας. Επειδή δεν είναι μόνο ένας τραγουδιστής. Ούτε καν κάποιες δεκάδες εκατοντάδες τραγούδια. Είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο και είναι αφέλεια να τον προσεγγίζει κανείς μονοδιάστατα. Επειδή είτε τον λατρεύεις φανατικά, χωρίς όρια, είτε τον σιχαίνεσαι έως θανάτου. Και είναι βέβαια ψέμα να υποστηρίζεται ότι η πρόσφατη υστερία είναι αποτέλεσμα απλώς της ταινίας του Τσεμπερόπουλου - που δεν είδα - γιατί ο Καζαντζίδης, τρεις δεκαετίες μετά το θάνατό του, εξακολουθεί να προκαλεί υστερία και να παραμένει μύθος, λαϊκό είδωλο, σύμβολο μιας άλλης Ελλάδας και συνεχιστής εκείνου του πολιτικού - κοινωνικού διχασμού που δεν μας εγκατέλειψε ποτέ ως έθνος. Και ας μην έχει ο ίδιος καμία σχέση ούτε με τα κόμματα, ούτε με τις ηγεσίες τους. Παρότι προέρχεται από κυνηγημένη, αριστερή οικογένεια, υπηρέτησε ως μουλαράς σε τάγμα ανεπιθυμήτων και υπήρξε έμπρακτα εχθρός των μπουρζουάδων και των κάθε μορφής μεγαλεμπόρων. Και παρότι κατέστησε τη "Συννεφιασμένη Κυριακή" του Τσιτσάνη ή "Το πέλαγο είναι βαθύ" του Χατζιδάκι εναλλακτικές προτάσεις εθνικού ύμνου. (Τραγική ειρωνεία: Στην ταινία "Υπάρχω" τη μουσική επιμελείται ο Μάτσας)!
Αυτά ως εισαγωγή... Κάτι πιο προσωπικό τώρα: Ως τα είκοσι μου χρόνια δεν άντεχα τα τραγούδια του Στέλιου επειδή ακριβώς αυτά συμβόλιζαν ό,τι ήθελα να ξεπεράσω και επειδή εκπροσωπούσαν αυτό από το οποίο ήθελα με όλη μου την ψυχή να ξεφύγω. Δηλαδή τη φτώχεια του Περάματος, τη μιζέρια των Ταμπουρίων, τη μουτζούρα των μηχανουργείων στη Δραπετσώνα και στον Ρέντη. Με κατέθλιβαν το παράπονο, ο πόνος, ο αδιέξοδος ορίζοντας και η αισθητική του φαταλισμού που αποδέχονταν:
Μα τί να κάνω ο φτωχός
Μπροστά μου βρίσκεται γκρεμός
Και πίσω μαύρο ρέμα...
Πικρό σαν δηλητήριο
Είναι το διαβατήριο
Που πήρα για τα ξένα...
Από την οικογένεια του πατέρα μου είχαμε ήδη τρεις μετανάστες στον Καναδά και από την πλευρά της μάνας μου περισσότερους νεκρούς στον Εμφύλιο. Δηλαδή πράγματα και καταστάσεις που θέλεις να ξεχάσεις, να ξεπεράσεις ακριβώς για να προχωρήσεις μπροστά. Όταν ήμουν μαθητής γυμνασίου και στα πρώτα έτη του πανεπιστήμιου, υπήρξα ερωτευμένος με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, την ξύλινη φωνή και την δωρική, απέριττη ερμηνεία του. Μία φωνή που ήξερε να τραγουδάει με ιερατικό τρόπο τα ρεμπέτικα και με ριζοσπαστική άποψη τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Ξαρχάκο και τον Μούτση. Πού ήξερε να είναι συγχρόνως λαϊκός και αριστοκράτης δίνοντας αισθητική συγκίνηση χωρίς ίχνος κατάθλιψης ή αυτολύπησης.
Αντίθετα, ο Στέλιος ήταν και παρέμεινε σε όλο του τον βίο λούμπεν και πληβειακός αδιαφορώντας για αισθητικές ισορροπίες ή υψυπετείς προσεγγίσεις της μουσικής έκφρασης. Ήταν αυτός μόνος, με τον αγιάτρευτο καημό του απέναντι στην αδικία του κόσμου, ήταν αυτός και το ένστικτό του που ερχόταν από πολύ μακριά, από τα μοιρολόγια του Πόντου και από τους θρήνους του δημοτικού τραγουδιού, ανακατεμένους με τη μοιρολατρία της Ανατολής. Αφού ο Στελάρας θρηνεί ακόμα τον ξεριζωμό της Μικράς Ασίας, την εσωτερική προσφυγιά, το δράμα ενός Εμφύλιου που δεν τελείωσε ποτέ. Απαντήστε μου λοιπόν σας παρακαλώ και με το χέρι την καρδιά έχουν επουλωθεί, ακόμη και σήμερα, αυτές οι πληγές;
Να που οφείλεται η αταβιστική, σχεδόν μεταφυσική λατρεία προς το πρόσωπο του, ανάλογη με εκείνη της Μαρίας Κάλλας ή του Έλβις Πρίσλεϊ. Μία λατρεία που ποτέ κανείς πολιτικός δεν αξιώθηκε να απολαύσει αλλά την ένιωσε κάποιος από το πουθενά που ελάχιστα ενδιαφερόταν για αυτή. Τη δεκαετία του '80 όταν ήμουν στη Γερμανία, έβλεπα με τεράστια έκπληξη στα σπίτια δεκάδων μεταναστών ένα είδος ρωμαϊκού lararium με τις φωτογραφίες, τους δίσκους, τα κεριά και τα αναμμένα καντήλια για τον Καζαντζίδη. Δίπλα στην ελληνική σημαία! Αλλά και στη Λευκωσία πρόσφατα στο πιο παλιό μαγέρικο της διχοτομημένης πόλης, δίπλα στους ουρανοξύστες των νεόπλουτων και τις μπίζνες των αεί δοσίλογων, έφαγα κολοκάσι και φασούλες κάτω από την τεράστια φωτογραφία του Καζαντζίδη.
Για αυτό μίλησα πιο πάνω για κοινωνικό - πολιτικό φαινόμενο και εθνικό σύμβολο.
Από την άλλη γνωρίζω πώς ένας ολόκληρος κόσμος δεν θα συμφιλιωθεί ποτέ μαζί του και ...καλύτερα. Το είπαμε ήδη, ο Στελάρας είναι πολύ ζόρικη υπόθεση.
Η ζωή μου όλη
Είναι ένα τσιγάρο
Που δεν το γουστάρω
Κι όμως το φουμάρω...
* Σε χρόνο ανύποπτο, το τόσο δημοφιλές αυτό τραγούδι "Θα σου δώσω μια να σπάσεις.." το άκουσα σε μία συναυλία της ΚΝΕ λογοκριμένο. Εκεί που ο στίχος λέει "και στης γυναίκας την καρδιά /θα βάλω λίγη μπέσα" επειδή προφανώς ακουγόταν μισογυνικό, η κομματική, ορθή γραμμή επέβαλε την εξής αλλαγή: "και στου ανθρώπου την καρδιά /θα βάλω λίγη μπέσα". Άφεριμ σύντροφοι!
ΥΓ. 1 Να μην ξεχάσω πόσο με σπάραζε παιδί ο συγκλονιστικός κυρ Αντώνης του Χατζιδάκι - με την Μαρινέλλα σεγκόντο - που πάει να κοιμηθεί για να ξεχάσει... . Αλλά και ο Αντώνης του Μίκη ή η Καταχνιά του Λεοντή. Και βέβαια όλος ο Άκης Πάνου. Αλλά και το μοναδικό τραγούδι του Λοΐζου που είπε. "Το τελευταίο βράδυ μου" σε στίχους Ευτυχίας.

 

Διαβάστηκε 1025 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2025 19:20
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση