Η μοναξιά τον κατοικεί τον έρωτα, μη
την τρομάζεις, χαμογέλασες,
και εφευρίσκει γλώσσα αμίλητη
και γλώσσα τιμημένη.
Τη σέβονται όλοι και υποκλίνονται
και προσπερνούν
Να μη θυμούνται
τον έρωτα που κάποτε
τους άνοιξε πανιά
– κι αυτήν την μόνη και μοναδική
γλώσσα για να μιλήσουν
Που ελησμόνησαν.
Εσύ κι εγώ είμαστε ασφαλείς και
μη φοβάσαι – σαν μοναξιά
κατοίκησέ με μη φοβηθείς.
Και άσε με
τις πόρτες σου ν’ ανοίξω
τα παράθυρα, σαν φως και φυλλαράκι
ίσκιος να εισχωρήσω κι εκεί σε τοίχους
και πατώματα και σε περβάζια παραθύρων
δες, να, εκεί αφήνεται ριζώνει κλαδάκια
βγάζει και καρπούς μυρωδικούς
η αντανάκλαση τού έρωτα κι αντιφεγγίσματα
σωμάτων που επάλεψαν κουράστηκαν τον πόλεμο
και ενοστάλγησαν την μυρωδιά βασιλικού και
μόσχου. Μη φοβηθείς.
Σ’ αυτήν την μαύρη χώρα του φωτός
σαν γη και πώς απλώνεται η όψη σου και συνεχώς
θυμάται και πάντα νοσταλγεί
το φως
το φως
το άλλο φως
Του έρωτα.
Εσύ
ποιαν άλλη χώρα να ζητήσεις
Εγώ
ποιαν άλλη γη.
Μαρία Κυρτζάκη (Καβάλα, 1948 - Αθήνα, 2016), Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα (2000)
Το νήμα της δημιουργίας του Νικόλα Σεβαστάκη από τη lifo, στις 27.1.16
Ένα ποίημα της Κυρτζάκη, ένα γλυπτό του Λάππα ή ένα σεμινάριο του Τζαβάρα μετατρέπουν το υλικό της καθημερινής απελπισίας σε κάτι ευγενέστερο. Φτιάχνουν νόημα από το λίγο, από το τίποτα, από τα ίδια τα κενά. Αλλάζουν έτσι τη ζωή με ουσιαστικότερο τρόπο. Δρώντας, όμως, στους αόρατους αρμούς και στις ανεπαίσθητες συνάψεις της γλώσσας και των πραγμάτων. Πατώντας εδώ θα διαβάσετε τη συνέχεια.

Δεν γίνεται ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα∙