Τρίτη, 01 Ιουλίου 2014 04:57

4ο) Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

«Μέχρι το τέλος». Είναι ο ωραίος τίτλος μιας ταινίας που βγήκε στις οθόνες εν μέσω Μουντιάλ. Αμερικάνικο, που πρωταγωνιστεί η 40χρονη Χίλαρι Σουάνκ ( μια άγνωστη ηθοποιός που έχει κερδίσει δύο όσκαρ α΄ γυναικείου ρόλου) και ο 68χρονος απόφοιτος του Χάρβαντ Τόμι Λι Τζόουνς – διάσημος ως ο διώκτης στον «Φυγά» και ο λευκός στους «Άντρες με τα μαύρα».

 

Μ’αρέσει στην οθόνη η φάτσα και το βλέμμα αυτού του ανθρώπου. Είναι ένα βήμα πριν «…όλοι να θέλουν τη ζωή, κι εγώ το θάνατό μου», όπου αποφασίζει με την ελάχιστη πίστη που του έχει απομείνει να πάει κόντρα. Στο «Μέχρι το τέλος», όχι μόνο πρωταγωνιστεί, αλλά και το σενάριο έγραψε και τη σκηνοθέτησε. Κάποια στιγμή θα το δω αυτό το φιλμ, διότι μου άρεσε πολύ το πρώτο έργο που είχε σκηνοθετήσει πριν χρόνια. Ο τίτλος του είναι «Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα» και το θυμήθηκα τώρα που βγήκε στις οθόνες το «Μέχρι το τέλος».  

Ποιος είναι αυτός ο Μελκιάδες Εστράδα;  Ο νεκρός πάνω στο άλογο. Προπορεύεται ο Τόμι Λι Τζόουνς και δίπλα του ένας νεαρός με χειροπέδες. Ο νεαρός Αμερικάνος είναι ο κατά λάθος δολοφόνος του Εστράδο. Φρουρός στα σύνορα του Τέξας με το Μεξικό. Και ο Λι Τζόουνς είναι φίλος του νεκρού. Απ’αυτόν είχε ζητήσει ο μετανάστης Εστράδες, δείχνοντάς του κάποτε μία φωτογραφία με τη γυναίκα του δίπλα σε κάτι χαλάσματα, « όταν πεθάνω φίλε, εδώ θέλω να με θάψεις». Κι αυτό αποφασίζει να κάνει ο Λι Τζόουνς μετά τον θάνατό του, διασχίζοντας με άλογα την απόσταση ανάμεσα στο χωριό του Τέξας και το Μεξικάνικο χωριό, που στο μεγαλύτερο κομμάτι της είναι έρημος. Έρημος πραγματική, έρημος συμβολική.

 

Θα ήθελα να παίξω σ’αυτήν την ταινία το ρόλο του Τόμι Λι Τζόουνς ή τουλάχιστον να ήμουν η σκιά του. Ας εξηγηθώ καλύτερα. Τότε που είδα για πρώτη φορά την θαυμάσια αυτή ταινία, όσο περνούσε η ώρα κάτι μέσα μου δεν με άφηνε να την ευχαριστηθώ εντελώς. Υπήρχε ένα μικρό αγκάθι που με ενοχλούσε. Μετά από το the end κι αφού το σκέφτηκα, μάλλον εντόπισα το λόγο. Πολύ απλά, δεν μπορούσα να καταλάβω την απόφαση του πρωταγωνιστή και όσα έκανε μετά. Δηλαδή, ενώ το έργο κατάφερε να με βάλει μέσα του και να το ακολουθήσω άφωνη, αυτό που τσινούσε εντός μου είχε να κάνει με έναν ανοίκειο χαρακτήρα και με κώδικες ξένους προς εμένα. Θέλω να πιστεύω πως αυτό συνέβη όχι μόνο γιατί είμαι γυναίκα.

Γι’αυτό θα ήθελα να παίξω αυτόν τον ρόλο, για να δω, έστω και στα ψέματα, αν θα πειθόμουν και θα άντεχα να κάνω αυτά που έκανε ο Λι Τζόουνς. Να προχωράω μαζί του, να του λέω τις αντιρρήσεις μου, να τον ρωτάω γιατί παίζει με τη ζωή του για κάτι που φαίνεται ότι δεν έχει καμία σημασία.

Με συνείδηση ότι είμαι έξω από το χορό, σε κάποια συζήτηση με φίλες είπα, ότι δεν θα εύρισκα νόημα να πραγματοποιήσω μια τέτοια υπόσχεση για καμία από τις φίλες μου. Και όταν αντέδρασαν αυτές, συνέχισα ανεβάζοντας το κτύπημα, λέγοντας ότι δεν θα το έκανα ούτε για κάποιο από τα παιδιά μου, ούτε και για τον άντρα μου. Ξέρετε καλές μου, άλλο είναι να είσαι από το πρωί μέχρι το βράδυ δίπλα σε κάποιον άνθρωπο που παλεύει για τη ζωή του και όσο πιο αγαπητός σου είναι αυτός τόσο πιο αγόγγυστα να το κάνεις κι άλλο είναι να θέλεις να συνεχίσεις μια σχέση με έναν νεκρό. Όταν μάλιστα δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος για να τρίζουν τα κόκαλα του. Αυτά είπα κι άναψα τσιγάρο, ρούφηξα και μια γουλιά από τον υπέροχο καφέ και τις κοίταξα στα μάτια.

 

Μετά από τις πρώτες αντιδράσεις, πολύ γρήγορα περάσαμε σε άλλα θέματα  Όμως αυτά που είχα πει τα εννοούσα. Βλέποντας πίνακες και διαβάζοντας κείμενα κατέληξα πως τον θάνατο για χιλιετίες οι ζωντανοί τον θεωρούσαν σαν ένα σημαντικότατο γεγονός τόσο για τον νεκρό όσο και για τους ίδιους. Γι’αυτό οι συζητήσεις με τους νεκρούς δεν είχαν τελειωμό. Ενώ τώρα… ένα τσαφ είναι που σε λίγο ο κόσμος το ξεχνάει.

 

Την δεύτερη φορά που είδαμε αυτό το έργο στην τηλεόραση, μου πέρασε από το μυαλό η Αντιγόνη. Ακόμα κι αυτή πάντως είχε περισσότερα κίνητρα γι’αυτό που έκανε και ήταν ως ένα μεγάλο βαθμό και πειστικά. Ο νεκρός ήταν αδελφός της, υπήρχε η απαγόρευση μιας αλαζονικής εξουσίας, η απόφαση της οποίας θεωρήθηκε ιεροσυλία για τα δικά της στάνταρ. Γι’αυτό πήγε κόντρα κι έπαιξε τη ζωή της εν πλήρη συνείδηση. Ενώ ο Τζόουνς; Στην ταινία δεν φαίνεται αν τρέχει κάτι άλλο πέρα από την υπόσχεσή του. Γι’αυτό ο τίτλος «Η υπόσχεση» νομίζω πως για το έργο αυτό είναι ποιο ακριβής, αν και λιγότερο ποιητικός. Μοιάζει λοιπόν το έργο όλο να είναι ένας ύμνος στη φιλία μεταξύ ενός ντόπιου κι ενός μετανάστη, που στον πυρήνα του έχει μια υπόσχεση στην επιθυμία του μετανάστη για τον τόπο όπου θέλει να τον θάψει ο φίλος του. Τρομακτικό και απείρως πιο δυνατό από τις δυνάμεις που κινητοποιούν τους ήρωες του Σοφοκλή. Μα περισσότερο αυθαίρετο. Γι’αυτό ένιωσα πάλι να μην με αφορά η πορεία του Τζόουνς.

 

Μόνο που αυτήν την φορά, μου είπε κάτι ο άντρας μου που με έβαλε σε σκέψεις. Και η γυναίκα αυτουνού; Τα παιδιά του, οι γονείς του; Τους σκέφτηκες; Όλοι αυτοί δεν θα ήθελαν να τον θάψουν όπως η παράδοσή τους το επιτάσσει; Για να πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν ο άντρας μου πέθαινε κάπου πόσο μεγάλη θα ήταν η ανάγκη μου να αγγίξω το πτώμα του και να τον θάψω. Αν θέλετε να το δούμε και λίγο από μακριά ο θάνατος μου φαίνεται ως κάτι που είναι μεν πολύ δυσάρεστο γεγονός και μερικές φορές αβάσταχτο, αλλά που μοιάζει μέσα στη φυσικότητά του και μέσα την πολυκοσμία των αγνώστων, ασήμαντος. Έχω παρατηρήσει ότι τις φορές που  οι νεκροί είναι πάρα πολλοί σε ένα συμβάν, τότε μόνο δίνουμε προσοχή στο θάνατο. Ή αν πρόκειται για δολοφονία, οπότε κουρδίζονται κι άλλα πλάσματα και φαντάσματα που ξυπνούν μνήμες και την απαίτηση για εκδίκηση. Μα ίσως αυτό ακριβώς να ήταν το θολό αίτημα του Τζόουνς. Να αποκτήσει ό θάνατος ένα νόημα, να σηματοδοτήσει κάτι έστω και ασαφές, να συναρμολογήσει τα θρύψαλα της ζωής αυτών που συνεχίζουν να ζουν μέσα σε χίλιους ασύνδετους ρόλους και να γίνει ένας στόχος ζωής. Άραγε αυτά είναι τα κίνητρα που οδηγούν τον Τζόουνς από το Τέξας στο Μεξικό; Ακόμη κι αν σ’αυτήν την ερώτηση μου απαντούσε ναι, εμένα γιατί αυτά τα κίνητρα δεν με πιάνουν; Μήπως και η δική μου ζωή δεν είναι σκορπισμένη σε ασύνδετους ρόλους; Το μόνο διαφορετικό που έχει ο Τζόουνς είναι ότι είναι μόνος. Αυτό το μόνος και μια αινιγματική απόσταση που κρατά από όσα υπάρχουν γύρω του, μήπως μετασχηματίζουν την ταφή του νεκρού στο χωριό του σε έναν τρόπο για να μεγαλώσει την απόστασή του από την πραγματικότητα; Για να γίνει φανερό πόσο την απεχθάνεται; Και αυτό θα το έψαχνα και γι’αυτό θα ρωτούσα τον Τζόουνς.

 

Ένα άλλο μεγάλο θέμα είναι η τιμωρία. Υποθέτω ότι αν ο νεκρός ήταν γιος και σύζυγος κάποιου γηγενή, η στάση που θα κρατούσε η κοινότητα απέναντι στον δολοφόνο, θα ήταν θάνατος που θα μπορούσε να προκύψει και μέσω της αυτοδικίας. Τώρα όμως που στην ταινία το θύμα είναι ένας ξένος, ένας μετανάστης, θα μπορούσε τον δολοφόνο να τον αφήσει ακόμα και ελεύθερο. Ανάμεσα σ’αυτά τα δύο άκρα ο Τζόουνς νιώθει την ανάγκη να επιβάλλει μια αληθινή τιμωρία στον δολοφόνο με την ελπίδα να τον αλλάξει. Με ποιο δικαίωμα όμως;  Γιατί περί αυτοδικίας πρόκειται και σ’αυτήν την περίπτωση. Μόνο που πρόκειται για μία εμπνευσμένη πατέντα αλά Τζόουνς. Η ταφή του νεκρού στο χωριό του, φαντάζεται ο Τζόουνς, ότι μπορεί να γίνει η αιτία για να συνειδητοποιήσει ο νεαρός φύλακας, τι έκανε, να δει από πρώτο χέρι πως ζουν αυτοί οι μετανάστες, να εμπλακεί με τη ζωή τους και να έρθει στη θέση τους. Ίσως έτσι του προκύψει η ειλικρινής διάθεση να ζητήσει μία εκ βαθέων συγγνώμη. Μα και αυτός ο σκοπός γιατί νιώθω ότι δεν με αφορά; Κύριε Τζόουνς, ακόμα κι αν όλα πάνε κατ’ευχήν και το μάτσο Αμερικανάκι νιώσει τις ενοχές που του αναλογούν, ακόμα κι αν συναισθανθεί το βάρος της πράξης του ερχόμενος σε επαφή με την ανθρώπινη διάσταση του μετανάστη, ακόμα κι αν εξιλεωθεί, τι έγινε; Θα αλλάξει κάτι; Θα αλλάξει το παράδειγμα;

Αλλά ακόμα κι αν γίνεις εσύ ένα εμβληματικό σύμβολο της θείας δίκης στον σύγχρονο κόσμο για τους δολοφόνους των μεταναστών, θα σκοτώνονται λιγότεροι μετανάστες; Τι στ’αλήθεια πιστεύεις; Αυτά δεν μπορώ να κατανοήσω κύριε Τζόουνς. Πως ανέλαβες μια τέτοια ευθύνη; Γι’αυτό θα ήθελα πολύ να ήμουν η σκιά σου, να ζούσα αυτά που έζησες, να σε ρωτούσα τα γιατί, τα πως και τα προς τι. Γιατί έτσι όπως σε είδα στην οθόνη ο ρόλος σου με άφησε απ’έξω. Παρόλο που σε θαύμασα δεν μου βγήκε η διάθεση να γίνω σαν κι εσένα. Έμεινα ξεκρέμαστη κ.Τζόουνς. Λοιπόν, θα την ξαναγυρίσεις την ταινία με μένα ως αυτόνομη σκιά σου; Να δοκιμάσουμε αν υπάρχει δυνατότητα γέφυρας ανάμεσα στην ουτοπία σου και στον πραγματισμό μου, στις ερημιές των συνόρων δυο κόσμων διαφορετικών. Δύο κόσμων πέρα μακρυά δηλαδή, εδώ δίπλα μας.

"Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδο"ΗΠΑ/Γαλλία, 2005. Σκηνοθεσία: Τόμι Λι Τζόουνς. Σενάριο: Γκιγέρμο Αριάγκα. Ηθοποιοί: Τόμι Λι Τζόουνς, Μπάρι Πέπερ, Χούλιο Σεζάρ Σεντίγιο, Ντουάιτ Γιόακαμ, Τζάνουαρι Τζόουνς, Μελίσα Λέο. 121 λεπτά. Το άρθρο αυτό μας το έστειλε η κα. Έλλη Βυθούλκα, που την ευχαριστούμε.

Πατώντας  εδώ  θα σας εμφανιστεί ένα τρέιλερ της ταινίας.

Διαβάστηκε 1921 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 06 Ιουλίου 2014 00:01

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση