Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2025 20:19

Βασανιστική η πολύωρη παραμονή στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) των νοσοκομείων

Επιλέγων ή Συντάκτης 

epoxi16Τάκης Γεωργόπουλος. Κάποτε τραγουδούσαμε «στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει». Σήμερα πρέπει κάποιος άλλος τραγουδοποιός να …μοιρολογήσει: «στα Επείγοντα των νοσοκομείων η Ελλάδα αναστενάζει».

Διότι πραγματικά, στα ΤΕΠ (Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών) όλων των νοσοκομείων, η Ελλάδα και οι ασθενείς της αναστενάζουν από την πολύωρη αναμονή και την αβεβαιότητα για την έκβασή τους.

 Βρίσκομαι στη «δύση» της εργασιακής νοσοκομειακής μου απασχόλησης και έπειτα από περισσότερα από 31 χρόνια εργασίας στα νοσοκομεία, διαπιστώνω πώς στα ΤΕΠ η κατάσταση εξακολουθεί να είναι στάσιμη, παρά τις θεσμικές/λειτουργικές αλλαγές που έχουν γίνει.

Στα περισσότερα δημόσια νοσοκομεία, η κατάσταση έχει φτάσει σήμερα στο απροχώρητο: Πολύωρες αναμονές, γκρίνια και επεισόδια σε βάρος των γιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, καθυστέρηση στη διενέργεια εξετάσεων, αβεβαιότητα για τη διεκπεραίωση κάθε ασθενή και νοσηλεία κατά κύριο λόγο είτε ως «φιλοξενία» σε κλινική άλλης ειδικότητας, είτε σε χώρους «βραχείας νοσηλείας», είτε και στον διάδρομο του ΤΕΠ ή όπου αλλού βρεθεί χώρος.  

Έλλειψη σωστού σχεδιασμού

Τα νοσοκομεία μας έχουν σχεδιαστεί σε κάθε πόλη χωρίς μελέτη των «συσσωρευμένων» δεδομένων νοσηλείας, αλλά και χωρίς την προοπτική ζήτησης υπηρεσιών υγείας σε κάθε νοσοκομείο, για κάθε ειδικότητα ξεχωριστά και συνολικά ως νοσοκομειακή μονάδα κάθε περιοχής.

Το ΤΕΠ που θεσμοθετήθηκε από τον νόμο 2889/2001 και εφαρμόσθηκε ως αυτόνομο τμήμα, μετά από 15 χρόνια, δεν κατάφερε να οργανωθεί και να στελεχωθεί εξαρχής όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τις λειτουργικές ανάγκες κάθε νοσοκομείου, αφού οι προκηρύξεις των γιατρών για τα ΤΕΠ, είναι φειδωλές σε αριθμό και σε αναγκαίες ειδικότητες.

Οι ασθενείς όταν προστρέχουν στο ΤΕΠ, με την έλλειψη ουσιαστικής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), προσβλέπουν σε γρήγορη εξυπηρέτηση αλλά και γρήγορη διεκπεραίωση, ώστε να ξέρουν αν θα νοσηλευθούν ή αν θα πάνε σπίτι τους με σύσταση θεραπείας. 

Η υποδοχή στα Επείγοντα Εξωτερικά Ιατρεία Διαλογής συνήθως καθυστερεί, αφού οι ασθενείς είναι πολλοί και οι διαθέσιμοι γιατροί σε κάθε βάρδια είναι ελάχιστοι για τον όγκο των ασθενών και τη ζήτηση υπηρεσιών υγείας. Κι όταν κάποτε έρχεται η σειρά του ασθενή να εξετασθεί, αυτός βιώνει έναν «μαραθώνιο» αναμονής από την πρώτη εξέταση μέχρι την παραπομπή του στο ιατρείο ειδικότητας «για περαιτέρω έλεγχο». Σε αυτόν τον ειδικό χώρο, των ειδικών γιατρών, υπάρχει μεγαλύτερη αναμονή, αν ο ασθενής δεν είναι από τους πρώτους, όταν ξεκινάει η λειτουργία της εφημερίας, διότι προηγούνται οι προγενέστεροι ασθενείς που πρέπει να διεκπεραιωθούν, ώστε να βρεθεί χώρος για τους νέους ασθενείς που εισάγονται αθρόα στα ειδικά ιατρεία. 

Κι εκεί, η εξέταση αρχίζει σχεδόν από την αρχή, αλλά και συμπληρώνεται με πρόσθετες εξετάσεις, πιο ειδικές, αιματολογικές αλλά και απεικονιστικές που ώσπου να διενεργηθούν, περνάνε κάμποσες ώρες, πολλές φορές και 6 και 7 και 8 και τότε, αρχίζει η αναμονή για την αναζήτηση κενής κλίνης! 

Ελλείψεις προσωπικού και υποδομών

Το «βραχιολάκι» που πρόσφατα καθιερώθηκε, δεν θα λύσει κανένα πρόβλημα αναμονής και καθυστέρησης στην εξέταση. Η καθυστέρηση των εξετάσεων, είτε αιματολογικών, είτε απεικονιστικών, οφείλεται πολλές φορές και στην έλλειψη προσωπικού στα εργαστήρια, αλλά και στη δυσλειτουργία καθαυτών των μηχανημάτων που στα νοσοκομεία δουλεύουν πυρετωδώς, μιας και εξυπηρετούν συνεχώς (ασταμάτητα θα ‘λεγα) ασθενείς των ΤΕΠ, αλλά και νοσηλευόμενους ασθενείς.

Έτσι, η καθυστέρηση γίνεται «βίωμα» όλων. Παρά ταύτα, κάποια στιγμή βρίσκεται κενή κλίνη, ακόμη και στον διάδρομο των ΤΕΠ, κι έτσι αρχίζει η γκρίνια για την έγκαιρη νοσηλεία των ασθενών. Διότι, ο ασθενής που πρωτοεισέρχεται στο νοσοκομείο στις 8 ή 9 το πρωί και καταλήγει να εισαχθεί στην κλινική μετά τις 3 το μεσημέρι, είναι αναμενόμενο να μην έχει πάρει τα φάρμακά του που (θα) έπαιρνε στο σπίτι του… Μιλάμε για ήπια παθολογικά ή χειρουργικά προβλήματα διότι, αν ανατρέξουμε σε βαριά περιστατικά καρδιολογίας, χειρουργικής, ορθοπεδικής ή και άλλων παθολογικών ειδικοτήτων, ο απαιτούμενος έλεγχος μπορεί να διαρκέσει περισσότερο. 

Οι ασθενείς που εξασφαλίζουν κλίνη στην κατάλληλη κλινική, πρέπει να νιώθουν «τυχεροί» επειδή θα έχουν άμεση επίβλεψη και έγκαιρες παρεμβάσεις αν κάτι «στραβώσει». Οι ασθενείς όμως που νοσηλεύονται στο …πουθενά, σε άλλους χώρους εκτός της οργανωμένης κλινικής, δικαιολογημένα ανησυχούν κι αυτοί και οι συνοδοί συγγενείς τους. 

Κάνοντας επίσκεψη σε κάποιον ασθενή, εκτός κλινικής, ακούς συχνά από τον συνοδό συγγενή του: «Γιατρέ, πότε θα πάρει ο πατέρας μου, τα φάρμακά του που έπαιρνε στο σπίτι;». Διότι μιλάμε για χρονίως πάσχοντες που έχουν μάθει να έχουν ωράριο στην θεραπεία τους.

Αλλά και πολλοί ασθενείς με ανάγκη μετάγγισης, όταν νοσηλεύονται εκτός κλινικής, καθυστερούν να μεταγγισθούν και επειδή η αιμοδοσία δυσκολεύεται να εξασφαλίσει το αναγκαίο αίμα, αλλά και επειδή καθαυτή η μετάγγιση απαιτεί απασχόληση γιατρού και νοσηλευτικού που δεν είναι πάντα εξασφαλισμένη όταν φτάνει το αίμα στον χώρο νοσηλείας – και μιλάμε για μη επείγουσες μεταγγίσεις σε ασθενείς που δεν έχουν ενεργό απώλεια αίματος.

Η παρακολούθηση ασθενών που νοσηλεύονται εκτός κλινικής είναι το δυσκολότερο έργο για γιατρούς και νοσηλευτές και συνήθως ένας/μία εφημερεύων-ουσα επιμελητής-ρια και 1-2 ειδικευόμενοι-ες, καλούνται να παρακολουθούν και τους ήδη νοσηλευόμενους-ες (συνήθως πάνω από 40-50 ασθενείς), αλλά να φροντίζουν έγκαιρα και τους νεοεισερχόμενους που στο τέλος της εφημερίας μπορεί και να απαρτίζουν μία ακόμη κλινική! Να είναι δηλαδή, πάνω από 30-35 νέες εισαγωγές! 

Αυτό συμβαίνει επειδή, η ζήτηση υπηρεσιών υγείας στα δημόσια νοσοκομεία έχει αυξηθεί κατακόρυφα μετά την πανδημία, αλλά και επειδή, τα «μικρότερα» νοσοκομεία ακόμη και πρωτευουσών νομών (σήμερα Περιφερειακών Ενοτήτων) διακομίζουν συνεχώς (στο νοσοκομείο) και με την ανοχή του ΕΚΕΠΥ, κάθε περιστατικό που θεωρούν ότι θα τους δυσκολέψει, διότι το ΕΚΕΠΥ δεν διερευνά την αναγκαιότητα των διακομιδών παρά την εγκρίνει σε κάθε ζήτηση, εν είδει «τροχονόμου».

Είναι σημαντικό το να βιώνεις από τα μέσα, για πολλά χρόνια, τη δυσλειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων, διότι έτσι γνωρίζεις τι (θα) σε περιμένει και σένα, αφού ακόμη κι ο γιατρός, όταν νοσήσει, παύει να είναι γιατρός, αλλά άρρωστος.

Αναγκαίες άμεσες αλλαγές

Η κατάσταση πάντως σήμερα είναι τραγική, παρά το φιλότιμο των εργαζομένων που επικρατεί. Τα ΤΕΠ πρέπει να οργανωθούν σε άλλη βάση, με επαρκές ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά και ο εργαστηριακός τομέας, τις ημέρες εφημερίας πρέπει να συνηθίσει να λειτουργεί με ρυθμό που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ασθενών των ΤΕΠ που έχουν σοβαρά και πολλές φορές, μέχρι να διαγνωστούν, άγνωστα προβλήματα. 

Οι ασθενείς πρέπει να εξετάζονται πλήρως στην εφημερία, ώστε να αποφασίζεται αν θα μείνουν για εισαγωγή ή θα φύγουν στο σπίτι τους κι όχι να εισάγονται στην κλινική, προκειμένου να διενεργήσουν την αναγκαία εξέταση σε δεύτερο χρόνο, αν αυτή είναι απαραίτητο να γίνει σε πρώτο χρόνο, διότι έτσι, φορτώνονται οι κλινικές με άσκοπες νοσηλείες.

Ασφαλώς και υπάρχουν ασθενείς που χρήζουν πολλών εξετάσεων όταν υπάρχουν διαγνωστικά προβλήματα/ερωτήματα, αλλά αυτοί είναι μικρό ποσοστό στο σύνολο των νοσηλευομένων. Η πλειονότητα των ΤΕΠ είναι ασθενείς χρόνιοι που εισάγονται και επανεισάγονται, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει η ιατρική συνέχεια μετά από προηγούμενη νοσηλεία, ή παρουσιάζεται ένα νέο οξύ πρόβλημα, όπως πχ οι αιμορραγίες μετά από λήψη αντιπηκτικών, που χρήζουν οπωσδήποτε νοσοκομειακής νοσηλείας και παρακολούθησης και τροποποίησης της θεραπείας. Τα προβλήματα υγείας συνήθως είναι σύνθετα, δεν είναι «γραμμικά», μονοδιάστατα.

Πρέπει να γίνει κατανοητό πως η νοσοκομειακή ιατρική, είναι η πιο δύσκολη και η πιο κρίσιμη, αλλά σου δίνει την ευκαιρία να αντιμετωπίσεις ολιστικά τον ασθενή και να λάβεις την πρέπουσα ικανοποίηση από το θετικό αποτέλεσμα της νοσοκομειακής αντιμετώπισης. 

Δεν είναι τυχαίο που, στις πιο κρίσιμες περιπτώσεις, επιλέγεται ακόμη και από τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια η Εντατική ενός δημόσιου νοσοκομείου. Όλοι το γνωρίζουν αν και σήμερα έχουν αντιστραφεί τα δεδομένα και πολλές περιπτώσεις διασωληνωμένων ασθενών οδηγούνται, ελλείψει διαθέσιμων κενών κλινών, στις ιδιωτικές ΜΕΘ. Αυτό από μία άποψη δεν είναι κακό, αν βέβαια η νοσηλεία γίνεται με τους ίδιους όρους και φυσικά η κοστολόγηση, γίνεται με όρους και τιμές δημοσίου.

Χρειαζόμαστε αλλαγή πολιτικής στο θέμα της νοσοκομειακής νοσηλείας. Χρειάζεται οι γιατροί να επανέλθουν στο καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, όχι για λόγους ιδεοληπτικούς, αλλά για καθαρά λειτουργικούς λόγους. Χρειάζεται στα νοσοκομεία να αναπτυχθούν όλες οι αναγκαίες ειδικότητες, προκειμένου να μην «μεταναστεύουν» οι ασθενείς από τον τόπο τους. Χρειάζεται τα νοσοκομεία να στελεχωθούν με όλο το αναγκαίο μη ιατρικό προσωπικό για κάθε τμήμα ή εργαστήριο, αλλά και νοσηλευτικό/παραϊατρικό, ώστε να σταματήσουν οι εξουθενωτικές βάρδιες και ιδιαίτερα η βάρδια «πρωί/νύχτα». 

Δεν μπορούμε να μιλάμε για νοσολογικό χάρτη από την εποχή της υφυπουργού Υγείας Σπυράκη και σήμερα, αν και υπάρχει, να μην τον αξιοποιούμε. Οι ασθενείς, από τη στιγμή που εισέρχονται στο νοσοκομείο, πρέπει να νιώθουν ασφάλεια κι όχι αβεβαιότητα. Οι γιατροί πρέπει να εργάζονται επίσης με ασφάλεια κι όχι να βιώνουν το αίσθημα της επαγγελματικής εξουθένωσης, το γνωστό burn out syndrome. Τα νοσοκομεία, τέλος, πρέπει να είναι ασφαλείς χώροι υγειονομικής περίθαλψης κι όχι χώροι εμπορευματοποίησης της Υγείας.

*O Τάκης Γεωργακόπουλος είναι γιατρός, διευθυντής ΕΣΥ/ΜΕΘ, πρώην αντιπρόεδρος ΕΟΠΥΥ.

Φωτογραφία: Τατιάνα Μπόλαρη / Eurokinissi

Πηγή: epohi.gr/articles/

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση