Σύμφωνα με τα νέα επιδημιολογικά και κλινικά δεδομένα, ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί κάλλιστα να εθιστεί όχι μόνο στις διάφορες ψυχοδραστικές και ναρκωτικές ουσίες, αλλά και στις αυτόματες ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές ή εμμονές, όπως π.χ. ο εθισμός στον τζόγο, στο ψυχαναγκαστικό σεξ, στο Διαδίκτυο και στο κινητό τηλέφωνο. Αν αυτό ισχύει, όπως επιβεβαιώνεται από όλες τις σχετικές μελέτες, τότε η υιοθέτηση και η επικράτηση, μέχρι πρόσφατα, στην επίσημη ορολογία του όρου «εξάρτηση» (dependence) έναντι του όρου «εθισμός» (addiction) είχε σοβαρότατες ιατρικές-διαγνωστικές αλλά και βιοπολιτικές συνέπειες: η επιστημονικά παραπλανητική και, κατά βάθος, κοινωνικά καθησυχαστική ταύτιση των «εξαρτήσεων» μόνο με ορισμένες εθιστικές ουσίες αποκρύπτει αφενός τον συστημικό-δομικό βιοψυχολογικό τους χαρακτήρα και αφετέρου τα κοινωνικά αίτια των δήθεν ατομικών εθιστικών συμπεριφορών. Ετσι, η εμφανώς απαξιωτική και ενοχοποιητική έννοια της «εξάρτησης» παραβλέπει ή υποβαθμίζει σκοπίμως το γεγονός ότι δεν πρόκειται μόνο για ένα ατομικό «εγκεφαλικό» πρόβλημα αλλά για ένα συστημικό κοινωνικό φαινόμενο.
Ομως, εξίσου ολέθριο είναι το να αγνοούνται συστηματικά από τις αρμόδιες αρχές και τους πολίτες οι πιο πρόσφατες κατακτήσεις των επιστημονικών ερευνών σχετικά με τους νευροβιολογικούς μηχανισμούς του εθισμού και τις επιδράσεις τον εθιστικών ουσιών στον εγκέφαλό μας. Και, όπως θα δούμε, πρόκειται για ιδιαίτερα αποκαλυπτικές κατακτήσεις που, πρώτη φορά στην ανθρώπινη Ιστορία, ανοίγουν τον δρόμο για την ακριβέστερη βιοϊατρική διάγνωση των εθιστικών παθήσεων και την αποτελεσματικότερη θεραπεία των εθισμένων ατόμων.
Το πολυεθιστικό «κοκτέιλ» της εγκεφαλικής μηχανής
Αραγε, ποιες εγκεφαλικές αλλαγές συνοδεύουν απαρέγκλιτα και αποτυπώνουν το πέρασμα από την «αθώα», σποραδική και περιορισμένη κατανάλωση εθιστικών ουσιών στην κατάχρηση, τον βασανιστικό και ενίοτε αυτοκαταστροφικό εθισμό από αυτές; Η βασική προϋπόθεση για να κατανοήσουμε το φαινόμενο του εθισμού σε διάφορες νόμιμες ή παράνομες εθιστικές ουσίες, είναι να περιγράψουμε ό,τι οι έρευνες μέχρι σήμερα μας αποκαλύπτουν για το πώς αυτές οι ουσίες καταφέρνουν να επηρεάζουν -είτε αναρρυθμίζοντας είτε απορρυθμίζοντας- το περίφημο «σύστημα ανταμοιβής» του εγκεφάλου μας. Πρόκειται για ένα περίπλοκο νευρωνικό δίκτυο που συνδέει λειτουργικά και αμφίδρομα τις κατώτερες (τοπολογικά) δομές του μεταιχμιακού συστήματος με ορισμένες ανώτερες δομές του νεοφλοιού των εγκεφαλικών ημισφαιρίων στον προμετωπιαίο λοβό, οι οποίες όταν ενεργοποιούνται δημιουργούν αισθήματα ανείπωτης ευχαρίστησης και ικανοποίησης.
Οι εθιστικές ουσίες λειτουργούν ως βιοχημικός «δούρειος ίππος» που αποπλανά τον εγκέφαλό μας αναγκάζοντάς τον να παράγει μεγάλες ποσότητες ντοπαμίνης· αυτός ο νευροδιαβιβαστής πυροδοτεί τα αισθήματα ευχαρίστησης που βιώνουμε. Στην υπερπαραγωγή ντοπαμίνης από τις εθιστικές ουσίες εμπλέκονται δύο βασικές δομές του εγκεφαλικού συστήματος ευχαρίστησης: ο επικλινής πυρήνας (nucleus accumbens) και το μεταιχμιακό σύστημα. Στο γράφημα: το μεταιχμιακό σύστημα και ο επικλινής πυρήναςΓια τη ρύθμιση του εγκεφαλικού συστήματος ανταμοιβής υπαίτιοι θεωρούνται κάποιοι νευροδιαβιβαστές (όπως π.χ. η ντοπαμίνη, η αδρεναλίνη και η σεροτονίνη), δηλαδή κάποια συνηθισμένα μόρια επικοινωνίας μεταξύ των νευρώνων. Αυτοί οι εγκεφαλικοί αγγελιοφόροι όχι μόνο έχουν ταυτοποιηθεί πλήρως χημικά, αλλά γνωρίζουμε επακριβώς και το πώς εμπλέκονται στην παραγωγή τόσο των σημάτων ευχαρίστησης-ηδονής όσο και της δυσαρέσκειας-άλγους από συγκεκριμένα «κέντρα» του εγκεφαλικού μεταιχμιακού συστήματος και του νεοφλοιού. Και θεωρείται επαρκώς επιβεβαιωμένο ότι ο εθισμός μας σε κάποιες ουσίες ή σε αυτόματες εμμονικές συμπεριφορές πυροδοτείται και, εν πολλοίς, καθορίζεται από την παραγωγή και τη συγκέντρωση στον εγκέφαλο αυτών ακριβώς των νευροδιαβιβαστών. Ετσι, για τις σύγχρονες Νευροεπιστήμες, η επίδραση των εθιστικών ουσιών και συμπεριφορών σχετίζεται με κάποιες λίγο-πολύ σαφώς εντοπισμένες εγκεφαλικές δομές, η φυσιολογική λειτουργία των οποίων εξαρτάται από την ενεργοποίηση ή όχι συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών!
Πώς ακριβώς επηρεάζει τον εγκέφαλό μας η χρήση εθιστικών ουσιών; Για να απαντήσουμε σε αυτό το αποφασιστικό ερώτημα χρειάζεται να ανακαλύψουμε τη δράση της ντοπαμίνης, του νευροδιαβιβαστή που έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε όλα τα φαινόμενα εγκεφαλικού εθισμού. Μέχρι πολύ πρόσφατα, η ντοπαμίνη θεωρούνταν και περιγραφόταν ως το «μόριο της ευχαρίστησης και της ηδονής». Στην πραγματικότητα, όπως αποκάλυψαν οι πιο πρόσφατες έρευνες, πρόκειται μάλλον για «το μόριο της επιθυμίας» και της επιτακτικής αναζήτησης ευχάριστων εμπειριών από τον εγκέφαλό μας, αφού η παραγωγή της ντοπαμίνης στην εγκεφαλική μηχανή μας σηματοδοτεί αν ένα ερέθισμα είναι χειρότερο ή καλύτερο από ό,τι περιμέναμε.
Οταν μια πολύ ευχάριστη εμπειρία ή, ακριβέστερα, ένα θετικό χημικό ερέθισμα υπερβαίνει τις εγκεφαλικές μας προσδοκίες, τότε η παραγωγή και η συγκέντρωση ντοπαμίνης ανεβαίνει, ενώ όταν μια εμπειρία μας δεν είναι ικανοποιητική τότε η συγκέντρωση ντοπαμίνης πέφτει. Αυτά συμβαίνουν σε δύο βασικές δομές, στον επικλινή πυρήνα (nucleus accumbens) και το μεταιχμιακό σύστημα που βρίσκονται στο κέντρο του εγκεφάλου (βλ. τις υποφλοιώδεις δομές με διάφορα χρώματα στη σχετική φωτ.).
Τα «σήματα» που μεταφέρονται από την ντοπαμίνη, δηλαδή οι νευρωνικές πληροφορίες που παράγονται από τον επικλινή πυρήνα και το γειτονικό μεταιχμιακό σύστημα, φτάνουν ταχύτατα στα ανώτερα ειδικά εγκεφαλικά κέντρα του προμετωπιαίου φλοιού των εγκεφαλικών ημισφαιρίων (που βρίσκονται στον μετωπιαίο λοβό, βλ. σχετική φωτ.). Εκεί αποτιμάται η συναισθηματική αξία τους και αποσαφηνίζεται η σημασία αυτών των σημάτων, ώστε να αποφασιστούν οι κατάλληλες εγκεφαλικές αντιδράσεις. Αυτό το νευρωνικό κύκλωμα είναι η καρδιά του «συστήματος ευχαρίστησης», η λειτουργία του οποίου, ενώ είναι υποσυνείδητη, παίζει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της τρέχουσας συναισθηματικής κατάστασης του εγκεφάλου μας, από την οποία εξαρτώνται τα πιο συνειδητά πάθη και οι διαθέσεις μας.
Ολα αυτά συμβαίνουν βέβαια σε φυσιολογικές συνθήκες, διότι η παρατεταμένη λήψη εθιστικών ουσιών λειτουργεί απορρυθμιστικά σε αυτό το αποφασιστικό νευρωνικό κύκλωμα: η είσοδος στον εγκέφαλο των εθιστικών ουσιών λειτουργεί ως βιοχημικός «δούρειος ίππος» που δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ευχάριστο εγκεφαλικό «ντοπάρισμα». Και μολονότι οι εθιστικές ουσίες διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, ο βασικός μηχανισμός δράσης τους είναι ο ίδιος, και μπορούν να αποπλανούν τον εγκέφαλο επειδή η είσοδός τους αναγκάζει τον επικλινή πυρήνα του συστήματος ανταμοιβής να παράγει υπερβολικά υψηλές ποσότητες ντοπαμίνης.
Ωστόσο, αυτή η δόλια νευροχημική αποπλάνηση δεν κρατά για πάντα: ο εγκέφαλος αντιδρά στην παρατεταμένη παρουσία της ξένης εθιστικής ουσίας, μειώνοντας την ευαισθησία των υποδοχέων ντοπαμίνης, με αποτέλεσμα να μειώνεται η παραγωγή ντοπαμίνης παρά την παρουσία των εθιστικών ουσιών. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί τα πολύ γνωστά σύνδρομα στέρησης και ανοχής, που οδηγούν στην ανάγκη αυξημένης δόσης της εθιστικής ουσίας για να μην αισθάνεται ο χρήστης ουσιών πολύ δυσάρεστα και για να συνεχίσει να έχει τα ίδια ευχάριστα αποτελέσματα!
Η δυσκολία απεξάρτησης από εθιστικές ιδεοληψίες
Οι σχετικές νευροαπεικονιστικές έρευνες, μάλιστα, έδειξαν ότι στα εθισμένα άτομα το εγκεφαλικό σύστημα ανταμοιβής γίνεται σταδιακά υπερευαίσθητο μόνο σε συγκεκριμένα εθιστικά ερεθίσματα, ενώ τόσο οι δομές όσο και οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες του προμετωπιαίου φλοιού αποδιοργανώνονται και εκφυλίζονται προοδευτικά. Μια πολύ σημαντική ανακάλυψη, που επιβεβαιώνει όσους -εδώ και πολύ καιρό- υποστηρίζουν ότι είναι λάθος να αντιμετωπίζονται τα εθισμένα στις ιδιαίτερα τοξικές ουσίες άτομα ως εγκληματικά όντα, αφού η εμμονή στη χρήση αυτών των ουσιών, από ένα σημείο κι ύστερα, δεν είναι αποτέλεσμα μιας ελεύθερης και συνειδητής επιλογής, αλλά της δυσλειτουργίας των εγκεφαλικών τους κυκλωμάτων.
Το κλασικό και ευρέως αποδεκτό εξηγητικό μοντέλο της εξάρτησης ερμηνεύει την ακατανίκητη ανάγκη ενός εθισμένου ατόμου στην καθημερινή δόση της ψυχοδραστικής ουσίας ως το αποτέλεσμα μόνιμων αλλοιώσεων του εγκεφάλου του. Και οι αλλοιώσεις αυτές υποτίθεται ότι προκαλούνται αποκλειστικά από την παρατεταμένη κατανάλωση των απαγορευμένων εθιστικών ουσιών. Ποια είναι, ωστόσο, τα τρία τυπικά γνωρίσματα για τη διαπίστωση της αυξημένης τοξικότητας μιας εθιστικής ουσίας;
Είτε πρόκειται για τα πιο «σκληρά» ναρκωτικά (όπιο, μορφίνη, ηρωίνη, αλκοόλ κ.ά.) είτε για τις πιο «ήπιες» ψυχοδραστικές ουσίες (κοκαΐνη, αμφεταμίνες, χασίς, καφές κ.ά.), τρία είναι τα επίσημα, αποδεκτά σήμερα, επιστημονικά κριτήρια ή, αν προτιμάτε, τα τυπικά συμπεριφορικά γνωρίσματα για να χαρακτηριστεί μια εθιστική ουσία ως «ναρκωτικό»: η εξάρτηση, το σύνδρομο στέρησης και η ανοχή στη χρήση, δηλαδή η ανάγκη σταδιακής αύξησης της δόσης για να μπορεί να βιώνει τα ίδια αποτελέσματα ο χρήστης. Ωστόσο, για να είναι έγκυρη αυτή η διάκριση των εθιστικών από τις μη εθιστικές ουσίες, θα πρέπει οι χρήστες να εκδηλώνουν ταυτοχρόνως και τα τρία παραπάνω τυπικά γνωρίσματα. Μόνο με αυτήν την προϋπόθεση μπορούμε, με σχετική ασφάλεια, να κατατάσσουμε κάποια φυσική ή συνθετική εθιστική ουσία στα... «ναρκωτικά»!
Και η εύλογη απορία που προκύπτει είναι η εξής: Η περιορισμένη αλλά σταθερή κατανάλωση π.χ. μαριχουάνας ή χασίς οδηγεί αναπόδραστα τον χρήστη ή τη χρήστρια σε μια κατάσταση πλήρους ψυχοσωματικής εξάρτησης, όπως συμβαίνει με τα οπιούχα ναρκωτικά (όπιο, μορφίνη, ηρωίνη); Αυτό το πολύ εύλογο ερώτημα, ωστόσο, περιπλέκεται ακόμα περισσότερο -και καθίσταται πρακτικά και νομικά άλυτο- επειδή δύο τόσο διαφορετικές μεταξύ τους ψυχοτρόπες εθιστικές ουσίες, όπως π.χ. η ηρωίνη και το χασίς, θεωρούνται συλλήβδην -και εντελώς αυθαίρετα!- από τον νόμο ως «ναρκωτικά». Και μολονότι δεν έχουν καμία σχέση ούτε ως προς την προέλευση ή τη χημική σύστασή τους ούτε ως προς τα αποτελέσματα που επιφέρουν στον ανθρώπινο οργανισμό, αυτές οι τόσο διαφορετικές ουσίες ποινικοποιούνται εξίσου και η χρήση τους εξακολουθεί να επισύρει βαρύτατες ποινές.
Επιπλέον, τις τελευταίες δεκαετίες, την «τοξικότητα» της κάνναβης σε σχέση με άλλες νόμιμες εθιστικές ουσίες επιχείρησαν επανειλημμένως να την επιβεβαιώσουν πολυάριθμες ανατομικές, νευροφυσιολογικές, φαρμακολογικές μελέτες και, πιο πρόσφατα, οι βιοχημικές, γονιδιακές και νευροαπεικονιστικές αναλύσεις. Πίσω από την ανεπαρκώς τεκμηριωμένη και την εσκεμμένη νομικά-κοινωνικοοικονομικά στρατηγική ποινικοποίησης των απαγορευμένων εθιστικών ουσιών, όπως π.χ. η κάνναβη, βρίσκουμε συνήθως την επιστημονικά ασαφή απειλή της «εξάρτησης» ή του εθισμού. Πρόκειται όμως για ένα κάθε άλλο παρά σαφές και τεκμηριωμένο «εξηγητικό» μοντέλο, που όχι μόνο ταυτίζει απλοϊκά την τοξικότητα με τον εθισμό μιας αυθαίρετα απαγορευμένης ουσίας, αλλά θεωρεί τον εθισμένο εγκέφαλο ως μια ψυχοσωματική ανωμαλία ή παθολογική περίπτωση.
Εντούτοις, όπως είδαμε, η σημερινή πολύ καλύτερη κατανόηση των φυσικών εγκεφαλικών μηχανισμών της προδιάθεσής μας για εθιστικές ουσίες ή συμπεριφορές δεν βοηθά απλώς στο να εξαλειφθεί, επιτέλους, ο βάρβαρος κοινωνικός στιγματισμός των εθισμένων ατόμων, αλλά ενδέχεται και να συμβάλλει στη συνειδητοποίηση και την αποδοχή του δυσάρεστου γεγονότος ότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως διαθέτουν μια αρκετά πολύπλοκη εθιστική μηχανή, δηλαδή έναν εγκέφαλο βιολογικά και εξελικτικά προδιατεθειμένο στις εθιστικές απολαύσεις και τα δεινά τους. Στο επόμενο άρθρο θα εξετάσουμε διεξοδικότερα τις νέες βιοπολιτικές της διαχείρισης αυτών των ανατρεπτικών επιστημονικών γνώσεων, με στόχο την αποτελεσματικότερη χειραγώγηση των εθισμένων εγκεφάλων.

Τα τελευταία χρόνια έγινε μια πολύ ενδιαφέρουσα (διαγνωστικά) και σημαντική (νομικοπολιτικά) αλλαγή στην ιατρική ορολογία: ό,τι συνήθως ονομάζαμε «εξάρτηση» ενός οργανισμού, πρέπει πλέον να θεωρείται και να ονομάζεται «εθισμός». Αυτή η μετονομασία είναι επιβεβλημένη διότι οι παθολογίες λόγω εθισμού δεν αφορούν μόνο τη χρήση παράνομων ή νόμιμων εθιστικών ουσιών (ναρκωτικά, αλκοόλ, καπνός, καφές, διάφορα φάρμακα), αλλά και εθιστικές διαταραχές της ατομικής και συλλογικής συμπεριφοράς. Κάτι που καταγράφηκε και πρώτη φορά επίσημα στην πέμπτη αναθεωρητική έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου για τις Ψυχικές Διαταραχές ή DSM-5 (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders-V) της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, αλλά και στις σχετικές οδηγίες στο International Classification of Diseases του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. 