Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2025 19:41

Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν κρητικοί που βλέπουν το Ηράκλειο και γενικά την Κρήτη πάνω κάτω όπως ο Manos Labrakis από το αεροδρόμιο, στο fb, κι αν αυτωνών η ζωή είναι διαφορετική

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
iraklioΤο χθεσινό μου ταξίδι, η κίνηση μέσα στη νύχτα, τα λίγα βήματα στην πόλη πριν το ξημέρωμα και η σημερινή περιπλάνηση στους γνώριμους—ή μάλλον στους πρώην  γνώριμους—δρόμους, λειτούργησαν σαν μια οδυνηρή αποκάλυψη. Έβλεπα μπροστά μου έναν τόπο που φέρει ακόμη τα τοπωνύμια της μνήμης μου, αλλά έχει προ πολλού αποβάλει την ουσία που τα γέννησε.
Η πόλη μοιάζει πλέον με έναν υβριδικό σχηματισμό, όπου η πραγματικότητα και το εμπορικό φαντασιακό έχουν συμπτυχθεί σε ένα και μοναδικό πράγμα: μια κατασκευασμένη «κρητικότητα» που δεν αφορά τους κατοίκους της, αλλά το προϊόν που πρέπει να παραδοθεί — καθημερινά, δεκαετίες τώρα — στους καταναλωτές της.
 
Περπατώντας το πρωί, είδα ξεκάθαρα τα σημάδια αυτής της μετάλλαξης: το νησί λειτουργεί σαν μια διογκωμένη οικονομική μηχανή που δεν σχετίζεται πλέον ούτε με τις ιστορικές του ανάγκες, ούτε με τις πολιτισμικές του δυνατότητες, ούτε με τις κοινωνικές του προοπτικές.
Είναι μια μηχανή καταβρόχθισης πόρων, χρημάτων, προγραμμάτων, καλυμμένης ιδιωτικής λεηλασίας, κρατικής αδιαφάνειας και τοπικής συναλλαγής.
Αυτό που αποκαλείται σήμερα «ανάπτυξη» στο νησί δεν είναι παρά μια βιομηχανία αποτυπωμένη πάνω στις ίδιες τις αρτηρίες της τοπικότητας: χιλιάδες δωμάτια, οικοδομικοί όγκοι που ξεφυτρώνουν σαν μώλωπες, παρεμβάσεις που καταστρέφουν ό,τι απέμεινε από τη φυσιογνωμία του τόπου.
Και πίσω από αυτή τη συνεχή επέκταση κρύβεται ένας άλλος, πιο σκοτεινός μηχανισμός: χρήματα που έχουν πέσει —και χρήματα που έχουν εξαφανιστεί.
Γιατί η Κρήτη δεν είναι απλώς ένας τόπος που χτυπήθηκε από τον τουρισμό. Είναι τόπος που ολόκληρες γενιές πολιτικών, αυτοδιοικητικών, μεσαζόντων και επαγγελματιών της «ανάπτυξης» αντιμετώπισαν ως πεδίο αφαίμαξης. Το νησί έχει καταναλώσει, τις τελευταίες πέντε δεκαετίες, ποσά που δεν αντιστοιχούν στην παραγόμενη ποιότητα ζωής. Εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από ευρωπαϊκά προγράμματα, αναπτυξιακά ταμεία, προγράμματα περιφερειακής σύγκλισης, χρηματοδοτήσεις υποδομών, και φυσικά η ΠΚΠ —η περιβόητη Περιφερειακή Κατανομή Πόρων— έχουν καταλήξει όχι σε έναν πολιτισμικό αναπροσδιορισμό του τόπου, αλλά σε ένα αδιανόητο συνονθύλευμα εργοληψιών, μισοτελειωμένων έργων, έργων-βιτρίνα, έργων-σκευασμάτων, έργων που δεν συνδέονται ούτε με στρατηγική ούτε με όραμα.
Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά το αστικό τοπίο, θα δει ότι το νησί μοιάζει πλέον με ένα χάρτη αδιαφάνειας.
Και όμως, εκεί που θα περίμενε κανείς κάποια θεσμική αντίσταση, η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο απογοητευτική.
Η πολιτική ζωή του νησιού, είτε δημοτική, είτε περιφερειακή, είτε κυβερνητική, έχει ευθυγραμμιστεί πλήρως με τη λογική της αγοράς. Οι αποφάσεις παίρνονται όχι με βάση έναν πολιτισμικό ορίζοντα, αλλά με βάση έναν ορίζοντα ευκαιριών: ποιος θα επωφεληθεί, ποιοι θα μεσολαβήσουν, ποιοι θα εξασφαλίσουν τις «δουλειές».
Και οι Κρητικοί πολιτικοί, διαχρονικά, έχουν επιδείξει μια σχεδόν τελετουργική αδιαφορία απέναντι στη μνήμη.
Η μνήμη δεν παράγει χρήμα. Παράγει ταυτότητα — κι αυτό είναι επικίνδυνο για κάθε καθεστώς που στηρίζεται στη διαχείριση, όχι στη δημιουργία.
Αλλά το πραγματικό σοκ δεν είναι η πολιτική. Είναι ότι το ίδιο το νησί έχει αποδεχτεί αυτήν την ταπείνωση. Οι κοινωνίες συνηθίζουν. Σιωπούν. Οικειοποιούνται την παρακμή ως κανονικότητα.
Χτες το βράδυ και σήμερα το πρωί είδα αυτήν ακριβώς την αλλοίωση: στους ανθρώπους, στους ρυθμούς, στη γλώσσα, στην καθημερινότητα. Μια τοπικότητα που κάποτε ήταν σκληρή, έντονη, γεμάτη υλικό, έχει γίνει πια μια εύπλαστη, εμπορική επιφάνεια — ένα «προϊόν» που ο τόπος το διαφημίζει για να επιβιώσει.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η μουσική —από τα πιο βαθιά δομικά στοιχεία της κρητικής ταυτότητας— έχει υποστεί μια από τις πιο ταπεινωτικές μεταμορφώσεις. Δεν είναι πια έκφραση της κοινότητας, του πένθους, του χαμόγελου, της οργής, της ιστορικής συνέχειας. Είναι soundtrack. Μια λειτουργική υπόκρουση για τον τουριστικό μηχανισμό. Η λύρα δεν είναι πλέον εργαλείο ρυθμού. Είναι διαφημιστικό αντικείμενο. Τα λαούτα δεν συνοδεύουν πια τις ζωές των ανθρώπων, αλλά τις οθόνες των επισκεπτών.
Η μουσική, δηλαδή, έχει αποκοπεί από το σώμα της κοινωνίας.
Αυτό είναι το σημείο όπου η τοπικότητα χάνει την ψυχή της.
Και όσο οι θεσμοί —πολιτικοί, αυτοδιοικητικοί, θρησκευτικοί, πολιτιστικοί— παραμένουν αδρανείς, το κενό γίνεται άβυσσος. Η Εκκλησία, κάποτε σημείο μορφοποίησης κοινοτήτων, δεν κατάφερε να παρέμβει, να οριοθετήσει, να αρθρώσει λόγο απέναντι στην αποδόμηση του τόπου. Απλώς συμπορεύτηκε με την παρακμή, χωρίς να αντισταθεί. Η πολιτική εξουσία, αντί να σχεδιάσει μακροπρόθεσμα, απλώς διαχειρίζεται ροές χρημάτων. Η κοινωνία, κουρασμένη και δελεασμένη από πρόσκαιρη ευημερία, αποδέχεται την ταχύρρυθμη αποδόμηση.
Αυτό που λείπει σήμερα από την Κρήτη είναι ένας πολιτισμικός μετασχηματισμός, όχι μια τεχνική αναβάθμιση.
Λείπει η βαθιά εκείνη πράξη που μεταμορφώνει την αντίληψη του τόπου από «αγορά» σε «ύλη ζωής». Λείπει η επανάσταση στην ίδια τη νοητική δομή της κοινωνίας, ώστε να αντιληφθεί ότι η τοπικότητα δεν παράγεται από τον τουρισμό, αλλά από τη μνήμη, το σώμα, τη γλώσσα, τη μουσική, την ιστορική ευθύνη.
Και αυτός ο μετασχηματισμός δεν θα προκύψει μέσα από επιτροπές, μελέτες και προγράμματα. Θα προκύψει από το ξύπνημα μιας συνείδησης που σήμερα μοιάζει να έχει αποκοιμηθεί μέσα στο χρήμα, στο εμπόριο, στην εργολαβία, στη διεκδίκηση επιδοτήσεων, στο παζάρι του δήθεν εκσυγχρονισμού.
Η Κρήτη δεν χρειάζεται άλλα έργα.
Χρειάζεται νόημα.
Χρειάζεται μια βαθιά πολιτισμική αναθεμελίωση.
Μια ρήξη με όλες τις πολιτικές που την έφεραν ως εδώ.
Μια ρήξη με τον τουριστικό αυτοματισμό.
Μια ρήξη με την εμπορική της παραμόρφωση.
Μια ρήξη, τέλος, με την ίδια της την ανοχή στη μετριότητα.
Μόνο τότε ο τόπος θα μπορέσει να ανασάνει ξανά.
Όχι ως προορισμός.
Αλλά ως πατρίδα της σκέψης.
Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2025 19:01

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση