Αισθανόσουν μεν μία θαλπωρή, γιατί υπήρχε ακόμα η γειτονιά, η ενορία, η εκκλησία, το σπίτι, το σόι, οι θείοι, και ταυτόχρονα αισθανόσουν μία τεράστια ανάγκη εξόδου από αυτά τα πράγματα. Να σηκωθείς να φύγεις. Όταν ήμασταν 19 και 20 χρόνων προτιμούσαμε να βγούμε έξω στον δρόμο να ζητιανεύουμε, να βρούμε μία δουλειά -ό,τι δουλειά να είναι- παρά να κάτσουμε με τη μάνα μας. Μου κάνει εντύπωση που τώρα συμβαίνει το αντίθετο, δεν φεύγουν από το σπίτι τους και είναι και 30 χρόνων παιδιά. Αυτό που εγώ το έκανα δίσκο, «Το φορτηγό», δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο τότε, το παιδί που φεύγει, κάνει οτοστόπ για να φτάσει στη μεγάλη πόλη. Ούτε είχα κανέναν συγκεκριμένο στόχο, τι θα κάνω φεύγοντας. Ήθελα να φύγω από το σπίτι μου, να αλητέψω, αυτή είναι η αλήθεια.
Το ροκ του μέλλοντός μας
Για μένα αυτή η μουσική, οι Animals ας πούμε, την οποία άκουγα το '63, περιείχε μία λύσσα την οποία καταλάβαινα παρά πολύ καλά. Χωρίς να το συνειδητοποιώ, ήθελα να συνδυάσω το ελληνικό και το ξένο. Όχι ότι δεν μου άρεσε ο Θεοδωράκης ή ο Χατζιδάκις. Μου άρεσαν και με επηρέασαν παρά πολύ, αλλά ένιωθα πολύ έντονα την ανάγκη ενός τραγουδιού που να είναι άμεσο και να τολμά να πει πράγματα, τα οποία δεν λέγονταν τότε σε ένα τραγούδι. Με ενδιέφερε πολύ η μουσική που έκαναν οι Stones ή τα μεγάλα συγκροτήματα, τα οποία τα άκουγα και τα παρακολουθούσα. Με έχουν επηρεάσει παρά πολύ. Βέβαια, οι ειδικοί, που ασχολούνταν με αυτήν τη μουσική, την ξένη, ο Μαστοράκης, ο Πετρίδης, ο Κογκαλίδης, την παρουσίαζαν ως χορευτική νεανική μόδα, δεν αντιλαμβάνονταν τότε τι στην πραγματικότητα ήταν. Έκαναν εκπομπές με top, ποιο έρχεται πρώτο, ποιο έρχεται δεύτερο. Σαν να είναι μία ιπποδρομία. Όχι ότι αυτό δεν έχει κάποιο ενδιαφέρον, αλλά δεν βρίσκεται εκεί η ουσία αυτής της μουσικής. Επρόκειτο για αληθινή έκφραση μιας καινούργιας ανάγκης να μπορέσουμε να πούμε αυτό που έχουμε μέσα μας. Λέγεται δεν λέγεται, εγώ θα το πω. Πραγματικά, το φαινόμενο ήταν περίεργο. Είχαμε μία μουσική από τον Πρίσλεϊ και μετά, που αυτοί οι οποίοι ήταν κάτω από τα 25 την καταλάβαιναν πολύ καλά και τη γλεντούσαν και αυτοί που ήταν πάνω από τα 25 την έβρισκαν εντελώς ακατανόητη. Έλεγαν «μα τι ακούτε;». Αυτό δεν είχε ξαναγίνει, γιατί παλιά δεν υπήρχε μουσική για νέους, η μουσική ήταν μία, τα τραγούδια τα άκουγαν όλοι. Άκουγαν Βέμπο οι γονείς μας, Βέμπο ακούγαμε και εμείς, δεν ακούγαμε κάτι άλλο. Αυτό το περίεργο φαινόμενο λοιπόν, το ροκ, δημιούργησε την εντύπωση ότι φτιάχτηκε μία μουσική για νέους, μα τώρα που πέρασαν τα χρόνια βλέπουμε ότι αυτό δεν ήταν μουσική για νέους, ήταν ένα κλασικό είδος, ένα αναγεννησιακό γεγονός, το οποίο απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις ηλικίες και όλα τα στρώματα.
Lifestyle
Οι πολιτικοποιημένοι νέοι κυκλοφορούσαν με κουστούμι και γραβατούλα, ακούγανε Θεοδωράκη, κλασική μουσική - ή μάλλον ελαφροκλασική. Διάβαζαν τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα. Επίσης Φίσερ, η αναγκαιότητα της «Τέχνης». Έλεγαν ότι διάβαζαν Μαρξ, αλλά δεν νομίζω ότι το έκαναν, ήταν τρομερά κουραστικός. Λούκατς επίσης. Κατά τ' άλλα, ταβέρνα, ρετσίνα, ρεμπέτικα, τα οποία έγιναν μόδα με τη δεύτερη εκτέλεσή τους -φρόντισε γι' αυτό ο Βασίλης Τσιτσάνης. Ο Τσιτσάνης στη δεκαετία του '60 έγινε καλλιτεχνικός διευθυντής της Columbia και προς τιμήν του ηχογράφησε μία σειρά από ρεμπέτικα τραγούδια, όχι δικά του, ή όχι μόνο δικά του, αλλά όλων των ομότεχνών του, του Παπαϊωάννου, του Βαμβακάρη με εξαιρετικές εκτελέσεις. Έφτιαξε μία εξαιρετική ορχήστρα και είχε φωνάξει όλους τους μεγάλους τραγουδιστές: Καζαντζίδη, Γιώτα Λύδια, Πόλυ Πάνου, Μπιθικώτση. Τα ρεμπέτικα τραγούδια εμείς τα μάθαμε από αυτές τις εκτελέσεις. Τραγουδούσαν οι πάντες ρεμπέτικα μέσα στις ταβέρνες. Εκείνη την εποχή ήταν τεράστιο μέγεθος εναλλακτικό ο Τσιτσάνης. Και ο Θεοδωράκης. Mainstream ήταν το ελαφρό τραγούδι, η Τζένη Βάνου, ο Γιάννης Βογιατζής, η Ζωίτσα Κουρούκλη. Πολύ γρήγορα όμως το εναλλακτικό έγινε ο κύριος κορμός. Μέσα στο '65-'66 δηλαδή, ο Ζαμπέτας ήταν πια κορμός. Τα στέκια της εποχής ήταν στην Πλάκα και λιγότερο στα Εξάρχεια. Τα Εξάρχεια βόλευαν περισσότερο για να φας κάτι τι το μεσημεράκι, το βράδυ όλος ο κόσμος πήγαινε στην Πλάκα, όλοι οι φοιτητές, να φάνε κάτι και μετά θα πήγαιναν σε μπουάτ. Δεν έκλεινες τραπέζι, αυτό ήταν στέκι και περνούσες έτσι κι αλλιώς από εκεί. Οι «Εσπερίδες» ήταν η πιο γνωστή, τα «Ταβάνια». Καμάκι πολύ, βέβαια. Όλοι μιλούσαν πολιτικά, έχοντας αγκαλιά την γκόμενα από δίπλα. Οι συζητήσεις ήταν μέσα στην πολιτική κουβέντα, η οποία είχε κάτι το ξύλινο, κι έχωναν και μερικές βωμολοχίες για να ζωντανέψει. Την ξένη μουσική δεν την άκουγαν οι πολιτικοποιημένοι, την άκουγαν παιδιά πιο «κανονικά», που φρόντιζαν και λίγο το ντυσιματάκι τους. Υπήρχαν μπαρ που δούλευαν το απόγευμα και μάλιστα στην πλατεία Συντάγματος, μπαρ με τζουκ-μποξ. Κατέβαιναν αγόρια και κορίτσια, έπιναν ένα ποτό και χόρευαν, διότι δεν είχαν το ελεύθερο να γυρνάνε αργά τα κορίτσια τότε, έπρεπε να γυρίσουν νωρίς. Οπότε ό,τι ήταν να γίνει γινόταν απόγευμα.
Περιοδικά
null
Τα λαϊκά παιδιά διάβαζαν αθλητικές εφημερίδες, ποδόσφαιρα, τέτοια πράγματα. Ο «Ταχυδρόμος», η «Γυναίκα», αυτά ήταν τα περιοδικά, οι «Εικόνες», οι οποίες σταμάτησαν όμως στη δικτατορία.
Διασκέδαση-μπουάτ
Δεν διάβαζαν τόσο οι νέοι τότε αλλά τραγουδούσαν παρά πολύ. Άκουγαν δίσκους, πήγαιναν στις μπουάτ και τραγουδούσαν. Τραγουδούσαν στις ταβέρνες, δεν υπήρχε περίπτωση να μπεις μέσα στην ταβέρνα και να μη δεις μία παρέα που τραγουδάει, συνήθως ρεμπέτικα τραγούδια. Και Θεοδωράκη τραγουδούσαν παρά πολύ. Ήταν και πολύ φτηνά να πας στην μπουάτ. Ο φοιτητικός κόσμος, και όχι μόνο, πήγαινε, έτρωγε σε μία ταβέρνα, και μετά, όπως τώρα κάνεις μπαρότσαρκες, η τσάρκα γινόταν στις μπουάτ. Εδώ τραγούδαγε ο Ζωγράφος, εκεί τραγούδαγε ο Σαββόπουλος, πιο 'κει τραγουδούσε η Πόπη Αστεριάδη. Πρέπει να έκανε 10 δραχμές. Πότε σε πλήρωναν, πότε δεν σε πλήρωναν, βέβαια, αλλά, εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δουλειά επ' αμοιβή που έκανα ήταν στις Εννέα Μούσες του Ζουγανέλη το 1964. Καλοκαίρι του '64 το πρώτο μου μεροκάματο. Πρέπει να ήταν κάτι σαν 100 δραχμές τότε, 100 δραχμές τότε ήταν σαν €100 περίπου. Βέβαια, δεν ήταν συνέχεια. Είχαμε μεγάλα κενά χωρίς δουλειά. Εν συνεχεία, μετά τις Εννέα Μούσες, έπιασα δουλειά στην οδό Βουλής, στο Κέντρο «Ρουλότα», ένα υπογειάκι, το οποίο σήμερα είναι τσαγκαράδικο. Βουλής 35, νομίζω. Έπαιζα με την Καίτη Χωματά, ένας χώρος μικροσκοπικός. Θυμάμαι είχαμε πάει να κάνουμε μια εκπομπή για το «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι» και μπήκα μέσα με τον οπερατέρ και μου λέει: «Πού είναι η πίστα, πού είναι τα μικρόφωνα;». Δεν είχαμε πίστα, δεν είχαμε μικρόφωνα, έπαιζες σε ένα σκαμπό, και τραγουδούσες εκεί πάνω, έμπαιναν μέσα εβδομήντα άτομα, καθιστοί σε κάτι καρεκλάκια. Κάναμε τρία προγράμματα, δεν ήταν ακριβώς προγράμματα, ήταν ένα στέκι, σαν ένα μπαράκι, όπου κάθεσαι και μιλάς και ακούς μουσική απ' το μαγνητόφωνο και κάθε είκοσι λεπτά βγαίνει ο Σαββόπουλος, τραγουδάει λίγο, σταματάει, κάθεται με τις παρέες και αυτός - δεν υπήρχε άλλος χώρος να καθίσεις, εξάλλου. Μια άλλη μπουάτ στην Πλάκα ήταν η Παράγκα, στην οδό Σωτήρος, σε ένα ανηφοράκι. Είχαμε πολύ επιτυχία αλλά έμπαινε κάθε λίγο η αστυνομία και συλλαμβάνανε τον κόσμο στα καλά του καθουμένου.
Χορός-Σκυλάδικα-Καζαντζίδης
Χόρευαν πολύ στα '60s. Πήγαιναν λοιπόν σε κάτι μπαρ. Δεν υπήρχαν οι ντισκοτέκ τότε, ούτε κλαμπ τα έλεγαν. Χόρευαν και υπαιθρίως με αυτά τα Tepaz. Δεν πήγαινε μέχρι τις επτά η διασκέδαση, γύρω στη μία, το πολύ στις δύο το πρωί είχε τελειώσει. Βεβαίως, βγαίναμε από τις εννέα και γινόντουσαν δύο ή και τρία προγράμματα μικρά, με διάλειμμα ανάμεσα να πιεις τον καφέ σου, να συζητήσεις. Σερβίρονταν μία σούπα, θυμάμαι, ένας τραχανάς που δεν ήταν κακός, με κρουτόν μέσα. Σε κάτι πήλινα σκεύη. Το ξημέρωμα δεν θυμάμαι από πότε άρχισε, πάντως η πρώτη φορά που το είδα εγώ στη δεκαετία του '70 ήταν σε σκυλάδικο. Τότε στο σκυλάδικο πήγαινε ο κόσμος της Λαχαναγοράς. Πήγαιναν οι άνθρωποι που έχουν προέλευση από την επαρχία, γιατί το σκυλάδικο έχει ένα στοιχείο λαϊκο-δημοτικό μέσα στη μουσική του και η γοητεία των τραγουδιστών του ήταν η μεγάλη αμεσότητα που είχαν. Στα άλλα μαγαζιά, τα «καλά», όλοι οι μεγάλοι τραγουδιστές και του δημοτικού τραγουδιού και του λαϊκού τραγουδούσαν λιγάκι σαν αγάλματα, ήταν αποστασιοποιημένοι από το τραγούδι. Έβλεπες δηλαδή μία προσωπικότητα που λέγεται Νίνου, που λέγεται Μπιθικώτσης, οι οποίοι κάθονται και σου λένε το τραγούδι άψογα. Ο πρώτος που το άλλαξε αυτό ήταν ο Καζαντζίδης. Με τον Καζαντζίδη για πρώτη φορά είχαμε την εντύπωση ότι αυτά που λέει είναι δικά του. Ο Καζαντζίδης μάς έκανε να νομίζουμε ότι όλα αυτά που διηγείται τα έπαθε ο ίδιος, είτε μίλαγε για μετανάστευση είτε για μία γυναίκα είτε τη μάνα του. Νομίζαμε ότι αυτός τα έχει πάθει αυτά τα πράγματα, αυτό που παθαίνουμε στην επιθεώρηση, όταν ταυτιζόμαστε πολύ με τους κωμικούς. Δηλαδή, ξεχνούσαμε ότι αυτά που λένε τα έχει γράψει ένας συγγραφέας. Πρέπει να είναι ο πρώτος μεγάλος λαϊκός εκσυγχρονιστής ο Στελλάρας. Έκανε τη συλλογική φαντασία προσωπική. Την ενσάρκωσε. Κάτι τέτοιο προσπάθησα να κάνω κι εγώ. Είμαι ένας Καζαντζίδης χωρίς φωνή.
Aπό τον M.Hulot και τον Σταύρο Διοσκουρίδη lifo.gr/culture/music (18.8.2020)
Διονύσης Σαββόπουλος: Πώς έγραψα «Το Περιβόλι του Τρελλού» , (21.10.2025). Κυκλοφορεί σαν σήμερα το 1969 ένας από τους σημαντικότερους ελληνικούς δίσκους.

Ήταν η δεκαετία που επέτρεψε στους ανθρώπους να ονειρευτούν. Ο Διονύσης Σαββόπουλος περιγράφει, ειδικά για τη LIFO, το κλίμα της παραφοράς (κρασί, τριαντάφυλλα και επανάσταση) και σε αντιδιαστολή τη στεναχώρια της Ελλάδας που ασφυκτιούσε, πυρακτωμένη, ανάμεσα στο μυστρί του Πατακού και το συρτάκι του Δαλιανίδη.