Το «σιωπηλό κίνημα των Τεμπών» είναι η πλειοψηφία όσων κατέβηκαν στις διαδηλώσεις (και πολλών που δεν κατέβηκαν) οι οποίοι ζητούν από την κυβέρνηση τις απαντήσεις που δεν δίνει: Γιατί δεν ήταν ασφαλής ο σιδηρόδρομος; γιατί δεν επέτρεψε στην ευρωπαϊκή εισαγγελία της Λόρα Κοβέσι να διερευνήσει τις ποινικές ευθύνες των πρώην υπουργών; Γιατί δεν τηρούνταν οι διαδικασίες και τα πρωτόκολλα; Γιατί δεν φυλάχθηκε ο χώρος του δυστυχήματος; Η κυβέρνηση όμως, αντί να απαντήσει στα εύλογα ερωτήματα της πλειοψηφίας*, επιλέγει να απαντά στους συνομωσιολόγους και στον πολιτικό τυχοδιωκτισμό, επειδή αυτό είναι πιο εύκολο και πιο βολικό, μη αντιλαμβανόμενη ότι έτσι βάζει απέναντι της την κοινωνία και συσπειρώνει μόνο τους κομματικούς οπαδούς της.
Αυτό είναι το ίδιο λάθος που έκανε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και οδηγεί πάντα σε συρρίκνωση. Δυστυχώς η κατάσταση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς δεν υπάρχουν αξιόπιστες πολιτικές δυνάμεις στη χώρα και αυτές που έχουμε, αρνούνται πεισματικά να αλλάξουν.
Το «σιωπηλό κίνημα των Τεμπών» είναι επίσης η πλειοψηφία όσων κατέβηκαν στις διαδηλώσεις και αρνήθηκαν να καπελωθούν από κόμματα που θέλουν να τους εκμεταλλευτούν. Πάντα υπάρχουν αυτοί που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν καταστάσεις, αυτό δεν στιγματίζει τη δίκαιη και θεμιτή διαμαρτυρία. Και που επίσης το κίνημα αυτό αρνήθηκε να καπελωθεί από τα κόμματα κι ένας λόγος είναι ότι μιλά στην καρδιά και τον νου των ανθρώπων που ζητά δικαιοσύνη και να αλλάξουν όλα όσα οδήγησαν στο τραγικό δυστύχημα.
Σ.Δ. * Το Μέγαρο Μαξίμου τις τελευταίες μέρες άλλαξε ξανά γραμμή και πέρασε πάλι στην επίθεση κατά πάντων, επιχειρώντας να εμφανιστεί ως η μόνη δύναμη που υπερασπίζεται τη λογική, τη σταθερότητα και τους θεσμούς, κατηγορώντας όλους τους άλλους είτε ως «παλαβή» αριστερά είτε ως «παλαβή» ακροδεξιά. Αυτή η σκληρή και επιθετική γραμμή με τις κατηγορηματικές αρνήσεις («δεν υπήρξε μπάζωμα», «δεν υπήρξε παράνομο φορτίο», «δεν σχετίζεται με τα Τέμπη η 717») ήταν η γραμμή που ακολουθούσε πριν από τις διαδηλώσεις και την άλλαξε μετά από αυτές, καθώς δεν απέδωσε. Γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός, στην πρώτη συνέντευξη, παραδέχτηκε ορισμένες λάθος εκτιμήσεις που είχε κάνει. Για κάποιον λόγο όμως, ο οποίος δεν είναι προφανής, στο Μαξίμου αποφάσισαν ότι έπρεπε να επιστρέψουν στη σκληρή επιθετική γραμμή.
Ο πρωθυπουργός έδωσε το στίγμα στην πρόσφατη συνέντευξή του, με την οποία επιχείρησε να πάρει πίσω κάποια απ’ όσα είχε πει την προηγούμενη φορά. Ενώ π.χ. είχε αφήσει ανοιχτό το θέμα της ύπαρξης παράνομου φορτίου στην προηγούμενη συνέντευξη, στην πρόσφατη, αφού πρώτα δήλωσε «εμείς δεν κάνουμε τους δικαστές, όπως κάποιοι στην αντιπολίτευση», στη συνέχεια διατύπωσε την άποψή του, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον επιβεβαιωθεί η γνησιότητα των βίντεο, τότε όλο το σενάριο περί «παράνομου φορτίου» καταρρίπτεται με κρότο. Αυτή όμως είναι μια κρίση που θα κάνουν οι δικαστές και όχι η κυβέρνηση. Οι πραγματογνώμονες που εξέτασαν τα βίντεο, άλλωστε, ανέφεραν ότι από την παρατήρησή τους δεν μπορούν να διακρίνουν κάποιο παράνομο φορτίο και όχι ότι δεν υπήρχε παράνομο φορτίο.
Το άλλο που κάνει η κυβέρνηση είναι να επιλέγει να απαντά όχι στα εύλογα ερωτήματα (π.χ. «Γιατί δεν άφησαν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ερευνήσει τις ποινικές ευθύνες των πρώην υπουργών για τη σύμβαση 717», «Ποιος έδωσε την εντολή για την αλλοίωση του χώρου του δυστυχήματος», «Ποιος τοποθέτησε σε αυτήν τη θέση τον σταθμάρχη» κ.ά.), αλλά στα ακραία και συνωμοσιολογικά σενάρια που διακινούν κάποια λαϊκίστικα κόμματα και ορισμένα κίτρινα μέσα. Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, αυτές τις μέρες στις συνεντεύξεις του μιλά για τα «5 ψέματα» για τα Τέμπη, απαντώντας σε αβάσιμες θεωρίες όπως αυτές περί «ορφανών DNA και «εξαφανισμένων βαγονιών». Με αυτόν τον τρόπο, όμως, μένουν αναπάντητα τα ερωτήματα που περιμένει η κοινή γνώμη να φωτιστούν. Η κυβέρνηση επιδιώκει να δείξει πως αντίπαλοί της είναι οι συνωμοσιολόγοι και προσπαθεί να στριμώξει σε αυτή την κατηγορία όλη την αντιπολίτευση.