Τα ψέματα δεν είναι όλα ίδια, συνήθως διακρίνουμε τα μικρά ψεματάκια από τα κατάφωρα ψεύδη ή τη δόλια ανειλικρίνεια. Σε αυτές τις δύο μεγάλες κατηγορίες του ψεύδεσθαι, τα πιο αθώα ή «λευκά ψεύδη» (white lies) είναι αυτά που λέμε με καλή πρόθεση, ώστε να μην ενοχλήσουμε ή πληγώσουμε τους άλλους. Συνήθως πρόκειται για τα λεγόμενα «κατά συνθήκην ψεύδη», δηλαδή τις ανειλικρίνειες και υποκριτικές συμπεριφορές που επινοούμε όταν π.χ. δεν μας αρέσει καθόλου το φαγητό που μας ετοίμασε ένα φιλικό μας πρόσωπο ή όταν αποφεύγουμε να εκφράσουμε με ειλικρίνεια τη γνώμη μας για κάτι ασήμαντο.
Τα μαύρα ψέματα (black lies), αντίθετα, είναι το να διαστρέφουμε σκοπίμως την πραγματικότητα με στόχο τα προσωπικά μας συμφέροντα. Στα μαύρα ψεύδη εντάσσονται, λοιπόν, οι αναλήθειες και οι δόλιες στρατηγικές που επιλέγονται και εφαρμόζονται συστηματικά για να εξαπατήσουν τους άλλους.
Σε τι διαφέρει, όμως, η λευκή από τη μαύρη παραπλανητική συμπεριφορά; Μολονότι η διαστρέβλωση της αλήθειας είναι σκόπιμη και στις δύο περιπτώσεις, μόνο τα μαύρα ψεύδη στοχεύουν στο να βλάψουν το θύμα ή τα θύματά τους προς όφελος του ψεύτη. Πάντως, η προσφυγή σε τέτοια δόλια μέσα γίνεται με κριτήριο, αφενός, την καταστροφή των άλλων και, αφετέρου, την αποφυγή του κινδύνου να αποκαλυφθούν αυτές οι παράνομες πρακτικές.
Επομένως η μαύρη ψευδολογία αποβλέπει συνειδητά στην εκμετάλλευση της ευπιστίας, της άγνοιας ή της αφέλειας των ανθρώπων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα «μαύρων ψεμάτων» είναι οι καθημερινές ιδιωτικές απάτες για οικονομικά οφέλη, αλλά κυρίως οι δημόσιες πολιτικές εξαπάτησης: π.χ. τα κατάφωρα ψεύδη της ελληνικής κυβέρνησης περί των ευθυνών της για την κοινωνικοοικονομική ή την πανδημική κρίση, για τις υποκλοπές και, πιο πρόσφατα, για το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα.
Εντοπίζοντας τα λευκά και τα μαύρα ψεύδη
Συνήθως καταφεύγουμε στα λευκά ψέματα για να αποφύγουμε πολύ δυσάρεστες καταστάσεις, όχι τόσο για τους άλλους, αλλά πρωτίστως για εμάς τους ίδιους. Ενα αθώο ψεματάκι θεωρείται η πιο βολική λύση επειδή μας βγάζει από δύσκολες και αγχογόνες καταστάσεις. Η αποσιώπηση της αλήθειας, δηλαδή το να μη λέμε πάντα αυτό που πραγματικά σκεφτόμαστε, δεν βλάπτει κανέναν και μας απαλλάσσει από το άγχος και τα αισθήματα ενοχής που συνοδεύουν την ψυχρή, ειλικρινή, αλλά χωρίς ενσυναίσθηση έκφραση των σκέψεών μας.
Τα κίνητρα, πάντως, για την υιοθέτηση μιας σκοπίμως παραπλανητικής συμπεριφοράς είναι μόνο φαινομενικά «ευγενικά»: διότι η απόκρυψη της αλήθειας μέσω παραλείψεων και αθώων ψεμάτων δεν είναι αλτρουιστική αλλά κατά βάθος ιδιοτελής. Πρόσφατες έρευνες, μάλιστα, σχετικά με τις εγκεφαλικές δομές που ενεργοποιούνται όποτε λέμε ψέματα, έδειξαν ότι στον εγκέφαλό μας ενεργοποιούνται διαφορετικές δομές, ανάλογα με το αν λέμε λευκά ή μαύρα ψέματα.
Πράγματι, σύμφωνα με μία πειραματική έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Journal of Neuroscience τον Ιούλιο του 2021, διαφορετικές δομές στον μετωπιαίο εγκεφαλικό λοβό φαίνεται πως εμπλέκονται όταν λέμε λευκά ή μαύρα ψέματα. Την έρευνα αυτή πραγματοποίησαν οι Ju-Young Kim και Hackjin Kim, δύο γνωστοί νευροεπιστήμονες που εργάζονται στο Πανεπιστήμιο της Σεούλ (Νότια Κορέα), οι οποίοι κατέφυγαν στις νέες τεχνικές της Μαγνητικής Λειτουργικής Τομογραφίας (fMRI). Ετσι, επιβεβαίωσαν πειραματικά τη μέχρι τότε θεωρητική εικασία ότι τα ψεύδη που λέμε διαφέρουν σημαντικά ως προς το «γνωστικό φορτίο» τους, διαφοροποιούνται δηλαδή ανάλογα με τον κόπο που καταβάλλει ο εγκέφαλος του ψεύτη όταν τα λέει.
Και ο κόπος ή το γνωστικό φορτίο που απαιτείται για την επεξεργασία των λευκών ψεμάτων είναι προφανώς πολύ μικρότερο από το γνωστικό φορτίο για τα μαύρα ψεύδη!
Η έρευνα των εγκεφαλικών μηχανισμών του ψεύδους έχει διευκολυνθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια από την εντυπωσιακή ανάπτυξη των νέων τεχνικών απεικόνισης των μικροδομών και των λειτουργιών του εγκεφάλου. Και οι νευροεπιστήμονες είναι πλέον σε θέση, σε πειραματικές συνθήκες, να παρακολουθούν εν τω γίγνεσθαι την παραγωγή του ψεύδους από συγκεκριμένες εγκεφαλικές δομές. Και όπως επιβεβαιώνεται από διαφορετικές νευροαπεικονιστικές αναλύσεις μέσω fMRI, η γένεση κάθε λεκτικής και σωματικής εξαπατητικής συμπεριφοράς μας προϋποθέτει την ενεργοποίηση, δηλαδή την αυξημένη δραστηριότητα τριών τουλάχιστον βασικών εγκεφαλικών δομών: της πρόσθιας έλικας του προσαγωγίου, της αμυγδαλής και ορισμένων γνωστών δομών του προμετωπιαίου εγκεφαλικού φλοιού.
Πρόκειται για τρεις εγκεφαλικές περιοχές -η πρώτη και η δεύτερη βαθύτερα στον μέσο εγκέφαλο, ενώ η τρίτη πιο επιφανειακή και πρόσθια- οι οποίες συνεργάζονται στενά τόσο για την επιλογή όσο και τη διαμόρφωση-παγίωση στη συνείδηση των πρόσκαιρων μνημονικών καταγραφών: η πρόσθια έλικα του προσαγωγίου εμπλέκεται άμεσα στην εστίαση της προσοχής μας σε κάτι, ενώ η αμυγδαλή, μια δομή που σχετίζεται με τη ρύθμιση των συναισθηματικών αποκρίσεων, επιλέγει τις πληροφορίες που θα φτάσουν στις ανώτερες φλοιικές δομές του προμετωπιαίου φλοιού. Ο οποίος, από όσο γνωρίζουμε, αποφασίζει είτε για την καταστολή είτε για την επιλεκτική παγίωση των εγκεφαλικών δραστηριοτήτων για την παραγωγή ψευδών.
Αποκαλύπτοντας τη μηχανή παραγωγής των ψεμάτων
Ωστόσο, κατά την επεξεργασία ορισμένων ψεμάτων κάποιες μνημονικές καταγραφές σχετικές με αυτά απορρίπτονται και τελικά «διαγράφονται», είτε ως περιττές είτε ως επουσιώδεις για τη μνήμη εργασίας των συγκεκριμένων δομών του προμετωπιαίου φλοιού (βλ. σχετική φωτογραφία του εγκεφάλου, σε κόκκινο). Ετσι, σε αρκετές περιπτώσεις, αυτή η μνημονική διαγραφή πληροφοριών από τον εγκέφαλο του ψεύτη συμπεριλαμβάνει -άλλοτε συνειδητά και άλλοτε υποσυνείδητα- στις προς απόρριψη πληροφορίες για τη βιωμένη πραγματικότητα και την… αλήθεια!
Ενα γεγονός που πολύ συχνά διαπιστώνεται από τους ερευνητές, είναι ότι σε όσους ή όσες ψεύδονται συνειδητά και συστηματικά, ο ψευδοπλόκος εγκέφαλός τους ενεργοποιεί αυτόν ακριβώς τον εγκεφαλικό μηχανισμό της επιλεκτικής διαγραφής ή, ακριβέστερα, της απόκρυψης ορισμένων σημαντικών πληροφοριών. Και ίσως γι’ αυτό οι ψευδείς απαντήσεις που δίνουν στα τεστ ψεύδους, διατυπώνονται συνήθως με σχετική καθυστέρηση. Αντίθετα, όταν επιλέγουν να απαντούν με ειλικρίνεια, οι συγκεκριμένες δομές δεν ενεργοποιούνται και οι απαντήσεις τους διατυπώνονται πολύ πιο άνετα και συνήθως χωρίς καθυστέρηση.
Πάντως, όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη δημιουργία αξιόπιστων ανιχνευτών ψεύδους είναι ότι κατά τη διάρκεια των ανακριτικών πρακτικών μέσω τεστ αλήθειας, δεν εμφανίζονται κάποιες ιδιαίτερες γλωσσικές ή ορατές συμπεριφορικές αντιδράσεις, που να διαφοροποιούν με τρόπο σαφή και αλάνθαστο τα άτομα που λένε την αλήθεια από τα άτομα που ψεύδονται καθ’ έξιν ή κατ’ επάγγελμα.
Με τα διαθέσιμα σήμερα τεχνολογικά μέσα και τις σχετικές νευροεπιστημονικές γνώσεις θα ήταν υπερβολή το να ισχυριστεί κανείς ότι μπορούμε να «διαβάζουμε» τις πιο μύχιες σκέψεις ενός ανθρώπου. Οσο για τον εντοπισμό ή τη σαφή διάκριση των «εγκεφαλικών κέντρων» για την αλήθεια και το ψεύδος, αυτό μπορεί να είναι θεωρητικά εφικτό. Και τονίζουμε ότι είναι «θεωρητικά» εφικτό, επειδή οι διαθέσιμες νευροαπεικονιστικές μέθοδοι για τον εντοπισμό των εγκεφαλικών υποδομών του ψεύδους είναι εμφανώς ανεπαρκείς και πρακτικά ανεφάρμοστες για τις δικαστικές μας ανάγκες και γι’ αυτό δεν γίνονται αποδεκτές ως πειστήρια ενοχής από τα περισσότερα δικαστήρια σε όλο τον κόσμο.
Κι όπως θα δούμε στο επόμενο άρθρο, τόσο οι σημερινοί ανιχνευτές όσο και τα σχετικά τεστ ψεύδους, ενώ αποτελούν ένα καλό τεστ για την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης και της τεχνολογίας του εγκεφάλου, αποδεικνύονται ανεπαρκέστατα ή ανεφάρμοστα για τον έγκαιρο εντοπισμό των ατόμων που ψεύδονται και γι’ αυτό δεν γίνονται αποδεκτά από τα περισσότερα δικαστήρια. Εντούτοις, στα επόμενα χρόνια αυτές οι νευροτεχνολογικές εξελίξεις έχουν πλέον ανοίξει τον δρόμο για τη σαφή βελτίωση και τη δημιουργία πιο εξελιγμένων μηχανών ανίχνευσης του ψεύδους και της απάτης.
Πηγή: efsyn.gr/epistimi/mihanes-toy-noy
Το σύνδρομο του Πινόκιο Μέσα στο ζωικό βασίλειο ο άνθρωπος είναι ο τέλειος ψεύτης: εξαπατά συστηματικά όχι μόνο τους συνανθρώπους του, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του. Ισως έτσι εξηγείται γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την τάση να πιστεύουν ότι είναι πιο όμορφοι, πιο έξυπνοι, πιο ευαίσθητοι, πιο εργατικοί ή αποτελεσματικοί από τους άλλους.

Σπύρος Μανουσέλης.