Ο κινηματογράφος είναι ένα τέτοιο παγκόσμιο παράθυρο - προσφιλές μου. Εδώ και χρόνια, και παρά τη δραματική ελάττωση των αιθουσών, αντλούμε αισθητική και πνευματική συγκίνηση από κινηματογραφίες άγνωστες ή υποτιμημένες. Κι αυτές μας ωθούν να καταλάβουμε, αφενός, ότι ο κόσμος δεν είναι ενιαίος και ομοιογενής, αφετέρου, ότι η ανθρώπινη ύπαρξη βασανίζεται και λυτρώνεται με παρόμοιους τρόπους.
Χρωστάμε χάρη στα φεστιβάλ, με πρώτο της Θεσσαλονίκης, που μας έμαθε λ.χ. τον Αμπάς Κιαροστάμι και το ιρανικό σινεμά. (Τιμή και χάριτες στους τότε διευθυντές του, Μισέλ Δημόπουλο και Δημήτρη Εϊπίδη.) Χρωστάμε χάρη στα ειδικά αφιερώματα. Χρωστάμε χάρη στην τεχνολογία: στα DVD έως πρόσφατα, στις πλατφόρμες τώρα πια.
Στο Cinobo, ας πούμε, χρωστώ συναρπαστικές αναδρομές με φιλμογραφίες σπουδαίων δημιουργών και συναρπαστικές νέες γνωριμίες, με ταινίες που φτάνουν στις αίθουσες λίγο ή καθόλου.
Το ιρανικό σινεμά
Στις ταινίες του Κιαροστάμι η ζωή ακούγεται μέσα από την ποίηση του Ομάρ Καγιάμ: «Λένε πως ο Παράδεισος είναι πανέμορφος με τα ουρί του / εγώ λέω πως ο χυμός του αμπελιού είναι καλύτερος // Προτίμησε το παρόν από αυτές τις ωραίες υποσχέσεις // Ακόμα και το τύμπανο ακούγεται μελωδικό από μακριά». Ακούγεται η μοντέρνα ποιήτρια Φορούγ Φαροχζάντ· την απαγγέλλει ένας μορφωμένος άνθρωπος της πόλης σε μια δεκαεξάχρονη χωρική που αρμέγει τη γελάδα μες στο μισοσκόταδο: «Στη μικρή μου νύχτα, αλίμονο, ο άνεμος έχει ραντεβού με τα φύλλα των δέντρων… // Ακου! Ακούς το φύσημα του σκότους;...// Εσύ που είσαι πράσινη από την κορφή ώς τα νύχια, / βάλε τα χέρια σου σαν φλεγόμενη ανάμνηση στα ερωτευμένα χέρια μου… / Ο άνεμος μια μέρα θα μας πάρει, ο άνεμος θα μας πάρει».
Αρωμα Ινδίας
Ο Κιαροστάμι αφουγκράζεται τις σιωπές και τα λίγα λόγια των αμίλητων της ιστορίας, των ας πούμε καταφρονεμένων, κι ακούει λυρισμό, υπαρξιακό λυρισμό. Το ίδιο διέκρινα σε μια νέα Ινδή κινηματογραφίστρια, την Παγιάλ Καπάντια. Στο «Ολα όσα φανταζόμαστε ως φως», παρακολουθεί με τον τρόπο του ντοκιμαντέρ τους παράλληλους βίους τριών γυναικών, μες στη βουή της μεγα-μητρόπολης Βομβάης. Δυο νοσηλεύτριες, μια μαγείρισσα. Παρίες. Βίοι επάλληλοι, ασύμπτωτοι, συνθλιβόμενοι από την ανάγκη και τις συμβάσεις, από τον φρενήρη καπιταλισμό και τη μοναξιά. Σ’ ένα ψαροχώρι θα συναντηθούν οι ζωές τους, με σιγαλή αποδοχή και αγάπη, θα ξεδιπλωθούν οι προσδοκίες και οι διαψεύσεις, το υπερβατικό θα φωτίσει τις υπάρξεις, ο κτιστός κόσμος θα τις φωτίσει σαν έναστρος ουρανός.
Η Καπάντια αναβλύζει από την ινδική παράδοση, είναι επίγονος του σπουδαίου Σατιατζίτ Ράι (φιλοξενείται αφιέρωμα στην πλατφόρμα). Ακούει τις φωνές των ταπεινών, ιδίως των ταπεινών γυναικών που δεν τις ακούει κανείς, σώματα χωρίς στοργή και χάδι, χωρίς θέση στο στερέωμα.
Ex oriente lux (Φως από την ανατολή)
Αυτή η ανθρωπολογία, γνωστή σε μας από τον ιταλικό νεορεαλισμό, κάποιες αμερικάνικες ταινίες του ’70, από τον Κεν Λόουτς και τον Μάικ Λι, αυτή η ποίηση και ο στοχασμός, γνωστές από τον Ταρκόφσκι και τους Ιάπωνες μετρ, τώρα αναδύεται από τις ταινίες του παγκόσμιου Νότου, από τους ιστορικούς πολιτισμούς της Ινδίας, του Ιράν, του Μαγκρέμπ, της Παλαιστίνης, της Κορέας, από τον νέο κόσμο της Λατινικής Αμερικής, από τους τόπους των γενοκτονιών, των εθνοκαθάρσεων, της αποικιοκρατίας, αλλά και της ελευθερίας, της ελπίδας.
Από τη μια, το Νέτφλιξ της ακατάσχετης ροής ασημαντότητας, της ωμής προπαγάνδας του ισραηλινού Fauda (προπομπός της γενοκτονίας της Γάζας), το θέαμα της τεχνοφεουδαρχίας, έτσι όπως το όρισε πριν από εξήντα χρόνια ο Γκι Ντεμπόρ*: «Το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης ώστε μετατρέπεται σε εικόνα».
Από την άλλη, ο στοχασμός, η ποίηση, τα βάσανα, η ομορφιά, τα εύθραυστα κομψοτεχνήματα των κοινωνιών, τις οποίες ο λευκός άνθρωπος της Δύσης υποτιμά και περιφρονεί όταν δεν βομβαρδίζει: αυτά μας θυμίζουν ότι είμαστε άνθρωποι ακόμη, αυτός ο άνεμος μια μέρα θα μας πάρει.

Οσοι αναμασούν μονοσήμαντες ανοησίες για το «καθυστερημένο» Ιράν, ας δουν τις ταινίες του Κιαροστάμι