Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2026 19:41

Την ανοικονόμητη ποιητική αύρα της ζωής του Γιώργου Β. Μακρή, μας χάρισε η Χαριτίνη Ξύδη με το κολλάζ που φιλοτέχνησε στο fb

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
fba70Σ.Δ. Πολλά χρόνια πριν, τότε που διάβαζα ποικίλα περίεργα/παράξενα περιοδικά, τα περισσότερα βραχύβια, που τα ανακάλυπτα σε κάτι τρύπες, το ωραίο ήταν πως ξεφυλίζοντάς τα ένιωθα με μια απίστευτη φυσικότητα περίεργα και παραξένα, ωραία δηλαδή έτσι όπως ζούσα σε συνδυασμό με το πως ονειρευόμουν να ζήσω. Τότε πρωτοδιάβασα για τον Γιώργο Β. Μακρή (Αθήνα,1923- 31 Ιανουαρίου 1968) κάποια συμβάντα της ζωής του που με κούρδισαν τόσο ώστε ήθελα να ζούσε και να τον γνώριζα από κοντά και ότι ήθελε προκύψει. (Κι άλλες φορές έχω παρατηρήσει ότι αυτά που ήθελα να ζήσω και δεν τα έζησα είναι πιο πολλά από όσα έζησα. Καλό αυτό; Κακό; Ακόμα δεν ξέρω.)
 
Ως ποιητής ο Μακρής έχει καταχωρηθεί ο άνθρωπος στο διαδίκτυο, και με μια έννοια, από όσα έμαθα δηλαδή, ήταν όντως ένας ποιητής πιο πολύ γιατί ζούσε ποιητικά. 
Παρότι γράφτηκε στην Νομική σχολή Αθηνών, δεν φοίτησε ποτέ. Αντιθέτως, μαθαίνει Γαλλικά και Αγγλικά και διαβάζει μετά μανίας όλους τους ξένους συγγραφείς της εποχής εκείνης στην γλώσσα τους.
 
Ο Γιώργος Μακρής άφησε ελάχιστη γραπτή λογοτεχνική παρουσία με τη μορφή δημοσιεύσεων σε περιοδικά κατά τη διάρκεια της ζωής του και δεν επεδίωξε ποτέ του να εκδώσει κανένα έργο του.
 Σήμερα η φεϊσμπουκική φίλη Χαριτίνη Ξύδη μάζεψε το τι είπαν γι'αυτόν κάποιοι επώνυμοι καλλιτέχνες που τον γνώρισαν από κοντά. Μου έκαναν καλό όλες αυτές οι αναφορές από τη ζωή ενός εμβλητικού Αθηναίου τα χρυσοφόρα χρόνια της δεκαετίας του '60 
 
Χ.Ξ.
«Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;
Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι.»
Στις 31 Ιανουαρίου του 1968 ο Γιώργος Β. Μακρής ανέβαινε από τις σκάλες στην ταράτσα της πολυκατοικίας του, γωνία Μιχαλακοπούλου και Σεμιτέλου, με σκοπό και απόλυτα αποφασισμένος αυτή τη φορά να πέσει στο κενό όπως και έπραξε. Κατά την είσοδό του, ο θυρωρός τον ρώτησε: "Θ' αργήσετε, κύριε Γιώργο;", για να λάβει την απάντηση με το απαράμιλλο μαύρο χιούμορ του: "Μην ανησυχείς, θα κατεβώ αμέσως".
????
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής άνοιξε ένα
μικρό κατάστημα με ψιλικά
πελάτες του είναι όλοι όσοι σ’ αυτό τον κόσμο
τον βασάνισαν
πελάτες του δ ε ν ε ί ν α ι όσοι α υ τ ό ς βασάνισε·
δικάστηκε
κι έχει αθωωθεί.
????
Τι μαλακίες χρειάζεται να πεις
για ν' ατενίσεις απ' τα βάθη ενός κρεβατιού
ένα σουτιέν σε μια καρέκλα
ένα ζευγάρι κάλτσες στο χαλί.
Γιώργος Β. Μακρής
Αυτόγραφο για τον φίλο του Αλέξη Ακριθάκη, γραμμένο στα γαλλικά, κατά την προσφιλή του συνήθεια, ενώπιον του Κώστα Ταχτσή, στην πίσω πλευρά πακέτου τσιγάρων, το φθινόπωρο του 1965. Το απέδωσε στα ελληνικά ο Μάνος Τασάκος.
????
Ιδού, πώς περιγράφει ο Ε. Χ. Γονατάς τον "μανιώδη" τρόπο του να σημειώνει στίχους και σκέψεις παντού, αλλά, και την δυσκολία του εγχειρήματος της συγκέντρωσης & επιμέλειας των γραπτών του:
" …υπάρχουν κείμενά του που έχουν γραφτεί σε κουτιά από τσιγάρα, σε καταλόγους εκθέσεων ζωγραφικής, σ' επιστολόχαρτα ξενοδοχείων και καφενείων του Saint Germain des pres, σε φακέλους επισκεπτηρίων, σε ακυρωμένα δελτία τροφίμων της Κατοχής. Ένα κείμενό του είναι γραμμένο πίσω από μια κιτρινισμένη παιδική του φωτογραφία. Οι διαχωρισμοί των στίχων, σε πολλά ποιήματά του, καθορίζονται από το φάρδος του χαρτιού που γράφει. Οι άθλιες συνθήκες συντήρησης των χειρογράφων του καθιστούν προβληματική την ανάγνωσή τους, που την μεταβάλλουν συχνά σε αποκρυπτογράφηση..."
????
ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ: Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε στη ζωή του ένας δανδής. Περιφρονούσε τα πεπατημένα. Προκαλούσε την καταστροφή. Είχε μια μεγαλοπρέπεια, που λίγοι άνθρωποι την έχουν. Έπαιρνε τη ζωή του στα σοβαρά. Ενώ άλλοι την υποτιμάνε επίτηδες για να επιζήσουν. Για τον έναν ήταν ο ξενύχτης που τριγύριζε σε απίθανα μέρη, ο νoμαδικός περιπλανώμενος, για άλλον ήταν ο τσίφτης, ο διανοούμενος φιλόσοφος, ο περιπατητικός, για έναν τρίτο ήταν ο σύντροφος ο πολυδιαβασμένος, γι’ άλλους η γοητεία, το πνεύμα του.
????
ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ: Τα μεσημέρια τρώγαμε συχνά στον "Γεροφοίνικα", πολύ πιο ανεπιτήδευτο και πιο φτηνό την εποχή εκείνη. Αλλ' ενώ εμείς οι άλλοι παίρναμε ύστερα το δρόμο για τα σπίτια ή τις δουλειές μας, ο Μακρής έπαιρνε το δρόμο για κάποιο καφενείο. Είτε είχε είτε δεν είχε κάποια γκαρσονιέρα, ζούσε περισσότερο στα καφενεία. Ακόμα και για τον ύπνο, προτιμούσε τα σπίτια των αμέτρητων φίλων του, μ' όποιους τύχαινε να έχει ξενυχτήσει αποβραδίς.
Τι έκανε στα καφενεία μόνος του, ή μάλλον με την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι μόνος; Μα-διάβαζε. Δεν θυμάμαι ποτέ τον Μακρή, χωρίς ένα ή περισσότερα βιβλία και κάμποσες εφημερίδες υπό μάλης. Είναι τρομακτικό το τι διάβαζε αυτός ο άνθρωπος. Κι επειδή είχε εξαντλήσει προ πολλού την ελληνική γραμματεία, κι η τρέχουσα ισχνή νεοελληνική παραγωγή ήταν σταγόνα στον ωκεανό της δίψας του, διάβαζε ξενόγλωσσα βιβλία, γαλλικά, γερμανικά, εγγλέζικα, κυρίως φιλοσοφικού περιεχομένου. Κι όχι μόνο διάβαζε. Υπογράμμιζε χωρία, καμιά φορά και ολόκληρη σελίδα, τα σχολίαζε με θαυμαστικά, ερωτηματικά και "γλώσσες" στο περιθώριο, πάντα στη γλώσσα του πρωτοτύπου.
Τα βράδια συναντιόμασταν, πού αλλού, στο "Βυζάντιο", στο οποίο άλλωστε ερχόταν σχεδόν εν σώματι όλη η παρέα του "Μπραζίλιαν", χωρισμένη όμως τώρα σε μικρότερες και, όχι σπάνια, αλληλοϋποβλεπόμενες ομάδες. Ήταν φανερό ότι ο συγχρωτισμός στο "Μπραζίλιαν", οφειλόταν περισσότερο στη στενότητα του χώρου παρά στην ευρύτητα των αισθημάτων και των αντιλήψεων. Ο γραφικός Μπάμπης πηγαινοερχόταν με το δίσκο δίνοντας από μακριά, τις παραγγελίες με τη στριγκή φωνή του: "Ένα πυροβολικό για τον κύριο Μακρή!". "Πυροβολικό", έλεγε το νεραντζάκι, που μοιάζει πραγματικά με μικρογραφία μπάλας αρκεβούζιου.
Όχι σπάνια, κινούσαμε για κάποιο μπουζουκτσίδικο της Αθήνας ή του Πειραιά, ή για πόκα στο σπίτι κάποιου από μας. Ο Μακρής ήταν μανιώδης, μολονότι μέτριος, χαρτοπαίχτης. Δεν περιφρονούσε κανένα μέσο αυτοκαταστροφής. Απ' αυτή την άποψη δεν ήταν μόνο άρχοντας του πνεύματος, μα και της ζωής: τη σπαταλούσε αλόγιστα και μ' απλοχεριά, όπως άλλωστε ξεκοκάλιζε και σπαταλούσε και τη μεγάλη οικογενειακή περιουσία - κτήματα στο Άργος, κι ακίνητα στην Αθήνα και τον Πειραιά. Νομίζω μάλιστα ότι, ένας απ' τους λόγους της τελευταίας και πετυχημένης του απόπειρας, ήταν η άρνηση της μάνας του να του επιτρέψει να πουλήσει κάτι κτήματα που απόμειναν, μα που είχαν εξ αδιαιρέτου. Ήταν λιγάκι σαν να της έλεγε κι αυτός: "Στην υγειά σου μάνα!".
Αλλά δε σπαταλούσε μόνο για τον εαυτό του. Σπαταλούσε και για τους φίλους του, αρκεί να επρόκειτο για πράγματα περιττά. Τον γοήτευε το περιττό- το gratuit. Περιφρονούσε το χρήσιμο. Αν ήξερε ότι δεν έχεις λεφτά, δε σ' άφηνε ποτέ να πληρώσεις λογαριασμό σε κέντρο διασκεδάσεως. Αν όμως του ζητούσες εκατό δραχμές δανεικά να πληρώσεις το ηλεκτρικό, για να μη στο κόψουν, σου 'λεγε: "Καλύτερα να στο κόψουν, θ' αγοράσεις μια λάμπα πετρελαίου!".
????
Όταν ο Λεωνίδας Χρηστάκης, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, προσπάθησε να προτρέψει τον Μακρή στην ενεργή και πιο δραστήρια συμμετοχή του στα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά πράγματα, του απάντησε: "Λεόν, υπάρχει τόση ψευτιά γύρω μας που εμείς θα συντριβούμε μόλις θα ξεκινήσουμε.".
????
Τι μαρτυρική ψυχή ζει στο καλοκαίρι!
Ποιος δεν το ευχήθηκε να γίνει αστραπή.
Φέτο ασχοληθήκαμε με το τι θα πει
να χτυπάς γροθιά στο μαχαίρι.
Φέτο ανακαλύψαμε ένα νέο χέρι
μπήκαμε στο σxήμα του με μια προσευχή.
Το χαμένο νόημα που 'χει η βροχή
η ψυχή μας έμαθε να ξέρει.
*
fba71Το αυτοβιογραφικό κείμενο, που ακολουθεί, είναι γραμμένο στα γαλλικά και έχει μεταφραστεί από τον Ε.Χ. Γονατά. Βρίσκεται στο κεφάλαιο: Σκέψεις - Φύλλα ημερολογίου, του βιβλίου Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή / Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1986. Η φωτό αριστερά το πιο πιθανό είναι ότι τραβήχτηκε το '45. Ο Μακρής είναι ο δεύτερος από τα δεξιά. 
Μέσα στο στήθος ένα αίσθημα ανακούφισης, που μου θυμίζει κάτι σαν καραμέλες μέντας και οδοντόκρεμες. Κι ένα πνεύμα σκωπτικό και κάπως σκληρό, αλλά δίκαιο, ευγνώμον, «που ήδη γνωρίζει», που σχεδόν κυμαίνεται ανάμεσα στη σκληρότητα και την τρυφερότητα. Είναι ένα αγαθό, μεγάλο κορίτσι. Θα πάμε μαζί για μπάνιο. Στα τραπεζάκια του «Ζώναρ'ς» φλυαρούμε ώρες ατέλειωτες.
Η Ζοζέτ μου έγραψε, ρωτώντας με, αν διατηρώ γι' αυτήν αισθήματα φιλίας, επειδή έχω καιρό να της γράψω, κι αν θα 'θελα να συνεχιστεί η σχέση μας, ή μήπως θα προτιμούσα ν' αρχίσει να με ξεχνάει. Της απαντώ, πως δεν έπαψα να την αγαπώ — και το πιστεύω. Πως δε θα 'θελα να χωρίσουμε, αλλά να ξορκίσω «το ξένο σώμα που την αλλοτριώνει», με άλλα λόγια τη συμβατικότητα και την παρανόηση. Ωστόσο αναρωτιέμαι, μήπως εκείνη είναι που νιώθει από την πλευρά της μια τέτοια ανάγκη. Προσθέτω στο γράμμα μου πως, σε μια τέτοια περίπτωση, δε θα 'θελα εγώ να την εμποδίσω, και πως είναι εντελώς ελεύθερη να αποφασίσει. Και πως εγώ πάντως, έχω πάρει την απόφαση να μη δημιουργήσω άλλον ερωτικό δεσμό, να μην έχω παρά εφήμερες σχέσεις, ακόμη κι αν μπω σε πειρασμό, ωσότου αυτός ο προβληματικός έρωτας να φανερώσει το αληθινό του πρόσωπο.
Στην Αθήνα η Ζοζέτ με κούρασε πολύ, αλλά:
1. Ελπίζω μια μέρα να καταλάβει.
2. Δεν θέλω να της επιβάλω εγώ αυτή την αναμονή.
3. Σιχαίνομαι τις τυπικές μονογαμικές σχέσεις και την πλαστή τους ταύτιση με τον έρωτα.
4. Θα ήθελα να διακόψει εκείνη από μόνη της, αν το θέλει, δίχως να μου το ζητήσει πλαγίως, αν, στο μεταξύ, δημιουργήσει μιαν άλλη σχέση, πιο ουσιαστική.
5. Κι όμως την αγαπώ, υπάρχει ακόμα μέσα μου όλη εκείνη η δευτερογενής επιθυμία, που γεννήθηκε μετά το πρώτο μας πλησίασμα. Όλ' αυτά δημιουργούν μια περίπλοκη, και αναμφισβήτητα τραυματική κατάσταση, κι ιδιαίτερα για κείνην, που δεν έχει και λίγα προβλήματα. Βέβαια, δεν ταυτίζεται τελικά με την πρώτη μου εικόνα, στην οποία συνεχίζω να ' μαι προσηλωμένος (στο όνειρο μάλλον, παρά στην πραγματικότητα, όπως διαμορφώθηκε). Ωστόσο θα την καταλάβαινα, αν με ξέχναγε κι ακόμη, αν είχε άλλες σχέσεις, εφήμερες. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το αντιμετωπίζω σχεδόν με τρυφερότητα, κι όχι επειδή είμαι διεστραμμένος. Αν όμως κάνει μια επένδυνση σε άλλον, και μείνει κοντά μου από συνήθεια (αλλοτρίωση), ή από φόβο μη με πληγώσει, όχι' τότε θα φύγω. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα προτιμούσα να φύγει εκείνη. Ένα άλλο μαρτύριο: καταλαβαίνει άραγε τι εννοώ, όταν λέω πως την αγαπώ; Έχω πάντα μεγάλη δυσπιστία στα τυποποιημένα φερσίματά της, όσο κι αν η ένδειξη ότι πέρασε τη μεγάλη δοκιμασία, την προβάλλει συνεχώς στα μάτια μου σαν το ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ... [σημ: κενό στο χερόγραφο]
Πειρασμός να της γράψω ότι, ναι, πρέπει ν' αρχίσει να ξεχνάει ό,τι έγινε, με την αίσθηση ότι ίσως έτσι να λυτρωθεί από ένα βάρος, καθώς άλλωστε κι εγώ (?)
Η γυναίκα που οραματίστηκα στην κάμαρη της Μαδουρής, μπορεί να είναι απαράλλαχτη η Ζοζέτ. Όμως δεν είναι. Δεν είναι καμιά. Από τη Ζοζέτ έχει την τάση του συνεχούς παιχνιδιού, κατάρα και ευλογία. Από τις άλλες, την τρυφερότητα που νιώθω γι' αυτές, και τη λύπη μου που είμαι ένας άνθρωπος αποσπασματικός, χαμένος στο επουσιώδες, εντελώς ανίκανος για το ουσιώδες, και που τις κομματιάζει κι αυτές.
Γιατί συχνά, θέλοντας να μείνουμε πιστοί σ' ένα δράμα, καταλήγουμε να κολλάμε σε ασημαντότητες.
Όχι, τίποτε απ' όλα αυτά δε σκέφτηκα στην ψηλοτάβανη κάμαρη της Μαδουρής. Η νύχτα κι οι ψιθυρισμοί των δέντρων έμπαιναν από τα ορθάνοιχτα παράθυρα, και μια ταχύρροη ουσία, που όλα τα εμπεριείχε —σαν εγγεγραμμένα— παρακαλούσε να βγει από τα όρια του πραγματικού, να ενωθεί και να συμφιλιωθεί με το σύμπαν, όπως κάνει ο σαμάνος από την κορυφή του δέντρου για την ψυχή του αρρώστου. Τότε, η κενή θέση θα πρέπει να 'ταν η θέση μιας γυναίκας που να συνοψίζει όλους τους τύπους των γυναικών, η θέση της οποιασδήποτε γυναίκας-συντρόφου, μες στη μαγεία και την αγωνία του κόσμου. Θα λυπόμουν που δεν ήρθε η Μαρία, θ' αγαπούσα τη Ζιζέλ, θα εξιχνίαζα το αίνιγμα της Ζοζέτ, που την αγαπώ (χωρίς αίνιγμα). Η Μαρία πρέπει να χορέψει στο μπαλέτο σε τρεις μέρες, μα κι αν δεν είχε αυτή την υποχρέωση, πάλι δεν θα 'ρχόταν μετά τον καβγά μας. Όταν εκείνη ήθελε να 'ρθεί, βρήκα κάποιο πρόσχημα ν' αναβάλω το ταξίδι στο «νησί», που υποτίθεται πως συμβολίζει άλλο πράγμα, κλπ.
Μα ποιος νομίζεις πώς είσαι; Και γιατί;
Οι βάτραχοι και τα τριζόνια, η σκάλα που τρίζει, κάτι γαβγίσματα μακρινά δώσαν τη μόνη απάντηση που αξίζει.
Αποκοιμήθηκα ξεκαρδισμένος στα γέλια, ξέροντας πως είμαι γελοίος, κι ωστόσο ευχαριστημένος με την κατάσταση αυτή. Αν η Μαρία βρισκόταν εδώ, θα ποθούσα το μελαχρινό καί λυγερό κορμί της· το νυχτερινό σπίτι θα γέμιζε από τις ερωτικές κραυγές μας.
Ακόμα και τη Μαρία (χμ!) θα την αγαπούσα, μέσα στην αγάπη μου για το σύμπαν, τόσο που να μην αγαπώ άλλην καμιά.
Κοιμήθηκα βαθιά, ολομόναχος, κι ονειρευόμουν τον παράδεισο, όπου δεν καταφέρνουμε να βρεθούμε, από βλακεία μας.
Ξαναβουτάω στη θάλασσα στις έξι το πρωί, ακριβώς την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος. Ξεπλένομαι απ' όλα μέσα στο ΟΛΟΝ, και υπόσχομαι να είμαι ευτυχής... {1963;}
????
ΤΑΣΟΣ ΔΕΝΕΓΡΗΣ: Έζησε χωρίς σπίτι, χωρίς επάγγελμα, χωρίς ακαδημαϊκές διακρίσεις, χωρίς γραπτό έργο, σε μια κοινωνία κυριαρχημένη από την ιδιοκτησία, το συμφέρον, τη ματαιοδοξία και τους νόθους τίτλους. Σαν τους Έλληνες της Κλασικής Εποχής σκόρπισε απλόχερα το πνεύμα του στη συζήτηση, με πολλαπλά περιεχόμενα κι απλοποιημένη μορφή. Η απελπισία θα πρέπει να τον σκότισε, κι έτσι ανέβηκε στην ταράτσα κι από ’κει σκορπίστηκε στους ανέμους. Δεν έχω τίποτ’ άλλο να προσθέσω.
 
Σ.Δ.
Χαριτίνη Ξύδη: Γεννήθηκε από καταπιεστικούς γονείς, μοναχογιός. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός με εξουσιαστικές ροπές, δίκαζε ακόμη και στο σπίτι του. Δύσκολη περίπτωση ανθρώπου ο Μακρής, τελικά όμως κατάφερε να αφήσει κάτι πίσω του κι αυτό λόγω των ανθρώπων που τον εκτιμούσαν, όπως ήταν ο Γονατάς που κόπιασε για να φτιάξει τον τόμο με τα άπαντα του. Μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που συνέβη όταν ήταν έξι ετών, ο Γιώργος Μακρής κούτσαινε σε όλη του τη ζωή. Παρότι γράφτηκε στην Νομική σχολή Αθηνών, δεν πήρε ποτέ το πτυχίο του. Γνώριζε καλά Γαλλικά και Αγγλικά και μελετούσε μετά μανίας όλους τους ξένους συγγραφείς της εποχής εκείνης στην γλώσσα τους.Τρεις ή τέσσερις φορές είχε αποπειραθεί ο Μακρής να αυτοκτονήσει. Ο Χρηστάκης και πάλι, αναφέρει χαρακτηριστικά: “Από το 1965 άρχισαν οι τάσεις για αυτοκτονία. Εάν προσθέσουμε και μερικές αδικαιολόγητες συγκρούσεις με το αυτοκίνητο του, οι απόπειρες ήταν επτά αλλά ανεπιτυχείς. Στο τέλος του Γενάρη του 1968 ήρθε σπίτι μου μεσημέρι. Ήταν χλωμός και αδυνατισμένος. Φάγαμε και αμέσως μετά μου είπε: “Είναι ντροπή να μην μπορώ να δώσω ένα αποφασιστικό τέλος στη ζωή μου“, κι έφυγε. Του τηλεφωνούσα συνέχεια. Δεν απαντούσε. Αργά στις 31 του ίδιου μήνα μου τηλεφώνησαν ότι έπεσε από την ταράτσα του σπιτιού του”.
Σ.Δ Στοιχεία επισκεπτών της Σταγόνας τον Ιανουάριο

 

 

Jan 2026   

Unique visitors Number of visits

24.616    33.883   

Διαβάστηκε 695 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 02 Φεβρουαρίου 2026 18:43
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση