Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2025 16:45

Τώρα με τα επεισόδια με τους αγρότες στο Βόλο δεν ξέρω πως και γιατί πήγε το μυαλό μου στη "Σκάλα του Μιλάνου"

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

fba16Μιλάμε για μια ταβέρνα που όταν έμαθα γι'αυτήν έπαθα. Πρώτη φορά που διάβασα για τη Σκάλα του Μιλάνου ήταν στις αναφορές για τον Τσιτσάνη, ιδιαίτερα την περίοδο πριν κατέβει στον Πειραιά και στην Αθήνα, τότε που ψαχνόταν και μουσικά και επαγγελματικά. Συχνά λοιπόν τότε την επισκεφτόταν γιατί του άρεσαν και οι μουσικές του Μιλάνου και τον έφτιαχνε το κλίμα που επικρατούσε.

Πολύ αργότερα έμαθα περισσότερα πράματα γι'αυτήν την ταβέρνα και χάρηκα για τα ωραία της και τα καλά της και μ'έπιασε και μια στεναχώρια που δεν ήμουν κι εγώ εκεί, τα χρόνια που το μαγαζί ήταν μια ανοιχτή αγκαλιά.

Ιδού μια ευχή που έκανα τότε στο τζίνι μου, μία ευχή που μου βγήκε αβίαστα. Να με πας, του ζήτησα, στα πρώτα χρόνια που άρχισε να γίνεται στέκι η ταβέρνα, αλλά και μετά όταν ήταν στις δόξες της. Και τη συμπλήρωσα αυτές τις μέρες, να με πας μαζί με τους αγρότες καλό μου τζίνι, μ'ακούς, ε; 

Ακόμα περιμένω να εκπληρωθεί η ευχή μου, αλλά που θα πάει, αφού το θέλω τόσο πολύ κάποτε δε θα εκπληρωθεί; 

Τώρα, θες από σύμπτωση, θες που τη θυμήθηκα πάλι λόγω των γεγονότων, έπεσε το μάτι μου σε μία πρόσφατη ανάρτηση στο fb της Χαριτίνης Ξύδη ενός άρθρου της Μαριάννας Τζιαντζή για την Σκάλα που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή τον Μάρτιο του 2003.  

Μάιος 1919. Κάπου στο κέντρο του Βόλου, στην πλατεία Αγίου Νικολάου και, συγκεκριμένα, στο νούμερο 174 της οδού Ερμού (αργότερα θα αλλάξει η αρίθμηση και το 174 θα γίνει 186), ο 27χρονος Στέφανος Μιλάνος ανοίγει ένα καπηλειό. Καπηλειό παναπεί ότι το μαγαζί βάζει το κρασί και ο πελάτης φέρνει μαζί του τον μεζέ που γουστάρει, από ντομάτα, φέτα κι ελιές, μέχρι λακέρδα και σκουράντζο. 

Ο Στέφανος κάνει το κέφι του. Όχι πως με την δουλειά δεν τρέφει την οικογένειά του αλλά έχει και  την άνεση να κάθεται σε μια γωνιά και να γρατζουνάει το μπουζουκάκι του. Με τον καιρό, έβαλε το χεράκι της κι η γυναίκα του, η Σουλτάνα με το όνομα και το καπηλειό εξελίχθηκε σε ταβερνάκι. Ένα μικρό ταβερνάκι, που σιγά-σιγά έγινε στέκι των εργατών κι όσων δούλευαν πιο κάτω, στο λιμάνι. Στέκι, όχι μόνο για τα φαΐ και το πιοτί μα, κυρίως, για το μπουζούκι του Στέφανου. Ώσπου άρχισαν οι θαμώνες να ξεθαρρεύουν και κάποιοι απ' αυτούς να κουβάλανε τα βράδυα τα δικά τους οργανάκια και το ταβερνάκι να γίνεται μουσικός παράδεισος.
Σαν ήρθε η μεταξική δικτατορία, βγήκε φιρμάνι να κρεμάσουν όλα τα μαγαζιά απ' έξω μια ταμπέλα που να λέει τι είδους μαγαζί ήταν αυτό και ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης. Έτσι, λοιπόν, στα 1936 το μαγαζί του Στέφανου βαφτίστηκε κι έγινε "Σκάλα", επειδή όποιος πέρναγε απ' αυτό μια φορά, κόλλαγε, "σκάλωνε" και ξαναρχόταν. Αυτό ήταν. Ο Βόλος είχε αποκτήσει πλέον την δική του "Σκάλα του Μιλάνου".
Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δύσκολα. Και με την απελευθέρωση έγιναν δυσκολώτερα, λόγω της κομμουνιστικής ιδεολογίας τόσο του Μιλάνου όσο και των περισσότερων πελατών του. Το μαγαζί δέχτηκε επανειλημμένες επιδρομές ταγματασφαλιτών αλλά ο Στέφανος δεν τους έκανε την χάρη να τον πιάσουν. Έφυγε και κρυβόταν για καιρό στο Πήλιο, ώσπου να ηρεμήσουν κάπως τα πράγματα.
Όταν τέλειωσε ο εμφύλιος, τα πράγματα πήραν την σειρά τους. Στο μαγαζί άρχισαν να μπαίνουν σιγά-σιγά τα παιδιά τού Στέφανου, ο Κάρολος κι ο Νίκος (και κάπου-κάπου κι ο Στάθης, ο μικρότερος), που είχανε μάθει το μπουζούκι στα μικράτα τους από τον πατέρα τους.
Όλη την ημέρα οι Μιλάνοι σερβίριζαν τους πελάτες με το χαμόγελο και την καλή τους την κουβέντα. Μα σαν έφτανε εννιά το βράδυ, τα πιάτα μαζεύονταν κι απάνω στα τραπέζια απόμεναν μόνο τα κανάτια με το κρασί, τα ποτήρια και τα τασάκια. Ήταν η ώρα που στη μέση άνοιγε χώρος, μπαίναν τρεις καρέκλες, ο Στέφανος κι οι γιοι του πιάναν τα μπουζούκια τους κι έπαιζαν ό,τι μπορούσε να φανταστεί κανείς. Δίχως παρτιτούρες και δίχως φιοριτούρες.
Από την "Σκάλα" πέρασαν πολλοί, είτε για να ακούσουν τους Μιλάνους είτε για να παίξουν μαζί τους. Ανάμεσά τους ο Βαμβακάρης, ο Γαβαλάς, ο Ζαγοραίος, ο Καλδάρας, ο Λεμονόπουλος, ο Μπιθικώτσης, ο Παγιουμτζής, ο Παπαϊωάννου, ο Τσιτσάνης. Ο τελευταίος, μιλώντας σε τοπικό δημοσιογράφο, δεν δίστασε να δηλώσει ότι "έρχομαι εδώ, στην Σκάλα του Μιλάνου, για ν' ακούσω πόσο όμορφα παίζονται τα λαϊκά τραγούδια". Ο Τσιτσάνης είχε δίκιο γιατί οι Μιλάνοι παίζανε με την ψυχή τους, το όργανο γινόταν η προέκταση του χεριού τους κι ο ήχος του συνταίριαζε με την ανάσα τους, σάμπως το μπουζούκι να ήταν συστατικό τής ύπαρξής τους.
Αξίζει τον κόπο να κάνουμε εδώ μια παρένθεση. Ο Στάθης βαφτίστηκε το 1947, σε ηλικία έξι ετών. Βαφτίστηκε μεγάλος, μιας κι ως τότε ο νονός του βρισκόταν πρώτα στο βουνό και μετά στις εξορίες. Στα βαφτίσια του διασκέδασε τους καλεσμένους παίζοντας μπουζούκι ο ίδιος. Κλείνουμε την παρένθεση και συνεχίζουμε.
Εδώ, πριν τον πόλεμο, ήρθε κι ένας δεκαπεντάχρονος πιτσιρικάς για να μάθει μπουζούκι, ένα προσφυγόπουλο από την Πόλη, ο Γιώργος, ο γιος του Στέφανου του Μητσάκη, του ψαρά από την Άφησσο. Σαν ήρθε ο καιρός, ο Μιλάνος έδωσε του μικρού Μητσάκη 150 δραχμές για να αγοράσει το δικό του μπουζούκι. Ο Γιωργάκης δίστασε. "Δανεικά στα δίνω, μικρέ", είπε σοβαρά ο ταβερνιάρης. Και για να δείξει στον μικρό ότι εννοούσε αυτό που έλεγε, πήγε στον μαυροπίνακα που είχε στον τοίχο για να γράφει τα χρωστούμενα των πελατών, πήρε την κιμωλία κι έγραψε καθαρά "Γιώργος Μητσάκης 150". Εννοείται ότι μετά το 'σβησε.
Ο μικρός πήρε το μπουζούκι και λίγο αργότερα την κοπάνησε για Θεσσαλονίκη, κρυφά από τον πατέρα του που ήθελε να τον κάνει ψαρά. Έγινε μεγάλος και τρανός μα ούτε ξαναπάτησε το πόδι του στην "Σκάλα" ούτε μίλησε ποτέ γι' αυτή. Ο Μιλάνος καπρίτσωσε. Πήγε στον μαυροπίνακα, έγραψε με την κιμωλία πάνω-πάνω "Αχάριστος κόσμος" κι από κάτω "Γιωρ. Μητσάκης, μπουζουκτσής Αθηνών: 150". Το όνομα του κακοπληρωτή Γιώργου Μητσάκη θα έμενε στον μαυροπίνακα ίσαμε το 1965. Θα έμενε για πάντα εκεί αλλά τότε σε μια συνέντευξή του ο Μητσάκης έσωσε και δήλωσε ότι "μπουζούκι μού έμαθε ο γερο-Στέφανος Μιλάνος στον Βόλο", οπότε ο Μιλάνος είπε χαλάλι, του έδωσε άφεση και τον έσβησε.
Οι Μιλάνοι δεν είχαν καλή σχέση με τα λεφτά. Δεν τα λιμπίστηκαν ποτέ. Γι' αυτό και ποτέ δεν πήγαν σε άλλο μέρος για να παίξουν, εκτός από τον Κάρολο, που στο φανταριλίκι του έπαιξε σε κάποια μαγαζιά της Λάρισας και της Καρδίτσας. Το παίξιμό τους έγινε θρυλικό επειδή έπαιζαν τα πάντα από μνήμης, πράγμα που τους οδηγούσε αναπόφευκτα σε εντυπωσιακούς αυτοσχεδιασμούς και ανεπανάληπτα σολαρίσματα.
Το 1970, ο Στέφανος Μιλάνος φεύγει από την ζωή, σε ηλικία 78 ετών. Η "Σκάλα" μένει στα χέρια τού Κάρολου και του Νίκου. Στις 29 Νοεμβρίου 1978, το ταβερνάκι μετακομίζει σε έναν κάπως μεγαλύτερο χώρο, στην οδό Ιωλκού αριθμός 83, κρατώντας πιστά την ίδια σειρά: κάθε βράδυ στις εννιά, ο Κάρολος με τον Νίκο και τον Στέφανο τζούνιορ έπιαναν τα μπουζούκια τους. Σκέτα, όπως πάντα, δίχως ενισχυτές και μεγάφωνα.
Στις 4 Ιουνίου 2004, οι φίλοι των Μιλάνων διοργανώνουν προς τιμή τους μια συναυλία στον Βόλο. Την παρουσιάζει ο Πάνος Γεραμάνης και συμμετέχουν οι Kώστας Καλαφάτης, Δημήτρης Κοντογιάννης, Χρήστος Μητρέντζης, Γιώργος Ξηντάρης, Νίκος Παπάζογλου, Τόλης Χάρμας κ.α. Δυο χρόνια μετά, στις 20 Απριλίου 2006 (ημέρες Πασχαλιάς), ο Νίκος φεύγει για να συναντήσει τον πατέρα του. Το φευγιό του σημαίνει και το τέλος τής "Σκάλας", μετά από 87 χρόνια ζωής. Την επόμενη χρονιά, στις 4 Μαΐου 2007 (πάλι ημέρες Πασχαλιάς), θα φύγει και ο Κάρολος, κλείνοντας οριστικά μια από τις πολλές όμορφες σελίδες της λαϊκής μουσικής μας ιστορίας.
Θοδωρής Αθανασιάδης
????
fba15Δύσκολο να μη ζηλέψουμε εκείνους που πρόλαβαν ή μάλλον αξιώθηκαν να ακούσουν τον Κάρολο Μιλάνο στο μπουζούκι και τον αδελφό του Νίκο στην κιθάρα, αλλά κυρίως έζησαν τη μοναδική ατμόσφαιρα της βολιώτικης «Σκάλας». Αυτό το ιστορικό ταβερνάκι είναι ο πιο νωπός θρύλος στην ιστορία όχι μόνο του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού αλλά και του λαϊκού πολιτισμού.
Η «Σκάλα του Μιλάνου» έκλεισε το 2006, ύστερα από 80 και πλέον χρόνια λειτουργίας. Το ντοκιμαντέρ περιλάβαινε αποσπάσματα από βίντεο που είχαν τραβηχτεί στην ταβέρνα, καθώς και σύντομες αφηγήσεις ανθρώπων που είχαν γνωρίσει και είχαν αγαπήσει τη «Σκάλα». Εντύπωση προκαλούν ο σεβασμός, ο θαυμασμός και η αγαλλίαση στις αφηγήσεις των νέων που μιλούν σήμερα γι' αυτούς τους καλλιτέχνες. Εύκολα ο τηλεθεατής μαντεύει ότι ο Κάρολος και ο Νίκος, τυχερά παιδιά ενός σπουδαίου πατέρα, δεν ήταν μόνο δεξιοτέχνες μουσικοί, αλλά και ολοκληρωμένες κοινωνικές προσωπικότητες που επέλεξαν το βιοπορισμό σε ένα ταπεινό ταβερνάκι, αρνούμενοι τους μάνατζερ, την καριέρα στη μεγάλη πόλη, τα μεγάλα μαγαζιά και το μεγάλο «νυχτοκάματο».
Οι ίδιοι μαγείρευαν νόστιμους (και φτηνούς) μεζέδες, σέρβιραν, κουβέντιαζαν με τους θαμώνες, έπαιζαν θαυμάσια μουσική και τραγουδούσαν. Θυμίζουν εκείνον τον Ινδό επαναστάτη από την Καλκούτα στο μυθιστόρημα του Χάουαρντ Φαστ «Η υπόσχεση», που το 1945 μόνος του έγραφε, τύπωνε, διένεμε και διάβαζε την εφημερίδα του, αφού πήγαινε με το ποδήλατο από χωριό σε χωριό και τη διάβαζε μεγαλόφωνα στους αναλφάβητους χωρικούς. Κάθε ακροατής της εφημερίδας τον πλήρωνε με ένα σπυρί ρύζι κι έτσι εξασφάλιζε το πιάτο της ημέρας.
Αυτή και αν ήταν εναλλακτική δημοσιογραφία!
Στη «Σκάλα» επικρατούσαν άγραφοι κώδικες. Το νταηλίκι, το ξεσάλωμα, τα τσιγαριλίκια δεν είχαν θέση εδώ. Σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στα νυχτερινά κέντρα του συρμού, όπου οι φίρμες εμφανίζονται μετά τα μεσάνυχτα, εδώ το πρόγραμμα άρχιζε νωρίς και τελείωνε αυστηρά γύρω στη μία. Παρά τα παρακάλια, δεν υπήρχε «ανκόρ» («κι αύριο μέρα είναι», ήταν η κλασική απάντηση). Η κατάνυξη συνυπήρχε με τη χαρά καθώς οι άνθρωποι δεν μεράκλωναν, αλλά γλεντούσαν δίχως φωτιστικά εφέ, μπαλέτα και μικρόφωνα, ενώ οι μουσικοί δεν κάθονταν στο πάλκο, πιο ψηλά από τον κόσμο, αλλά ανάμεσα στα τραπέζια, πλάι στον κόσμο.
Το ήθος, η νοστιμιά, η απλότητα δεν αναπαράγονται, αλλά και δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν. Νέες μορφές συλλογικότητας και δημιουργίας γεννιούνται και διαδίδονται - και με το Διαδίκτυο να παίζει σημαντικό ρόλο.
Το παράδειγμα της «Σκάλας» δεν τροφοδοτεί μόνο τη νοσταλγία, αλλά το πείσμα και την ευγενική φιλοδοξία ενώ το ντοκιμαντέρ αυτό έμμεσα έδειξε ότι οι Μιλάνοι πήγαν κόντρα στο ρεύμα.
Μαριάννα Τζιαντζή
Πηγή: Καθημερινή, 14.03.2009
Διαβάστηκε 605 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2025 19:04
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση