Ο Παντελής Μπουκάλας ( Λεσίνι Αιτωλοακαρνανίας, 1957)) είναι Έλληνας ποιητής, αρθρογράφος, συγγραφέας, μεταφραστής και δημοσιογράφος..Τον διαβάζω από τα τέλη της δεκαετίας του '70 όταν έγραφε στο περιοδικό Πολίτης. Τον διάβαζα ακόμα και την περίοδο αυτός αλλά και άλλοι που αρθρογραφούσαν στον Πολίτη έγραφαν κάτι πολύ δυσνόητα άρθρα που τα ούτε τα μισά δεν καταλάβαινα. Επέμενα όμως για μια περίοδο γιατί θεωρούσα ότι το πρόβλημα ήταν εξ ολοκλήρου δικό μου, ως ένας ακόμα Έλληνας με αδύναμη παιδεία. Μετά μοίρασα το κακό. Επέμενα επίσης, γιατί τα θέματα που έθιγε εκείνη την εποχή με ενδιέφεραν.
Σιγά σιγά όλοι οι δυσπρόσιτοι με καλή θέα όμως, γύρισαν σε μια ομαλή γραφή, που ήταν και πλούσια και ξεχωριστή, αλλά πια τους κατανοούσα. Έτσι συνέχισε και όλες τις επόμενες δεκαετίες ως αρθρογράφος στην Καθημερινή. Συνέχισα κι εγώ να τον διαβάζω, όχι τόσο συστηματικά όσο στο περιοδικό. Κάθε φορά όμως κάτι καλό μου έκαναν τα άρθρα του Παντελή Μπουκάλα. Κατάφερνε πάντα να αναδεικνύει κάτι δυνατό και όμορφο που πάλλει από ζωή μέσα σε αυτόν τον από κάθε άποψη μεγάλο καταναλωτικό σκουπιδότοπο που ζούμε.
Φέτος στον Παντελή Μπουκάλα του απονεμήθηκε στα κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας "Το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων 2024" για τη συνολική προσφορά του στα Γράμματα.
Αρκετά άρθρα του έχουμε αναδημοσιεύσει στη Σταγόνα.
Στοιχεία του βίου του και τα έργα του στη biblionet.gr
Και 3 ποιήματά του
Τώρα μαθαίνω πως η λύπη
γράφεται μ’ έψιλον και γιώτα.
Λείπεις – κι όλος ο κόσμος λείπει.
Λείπεις και νύχτωσαν τα φώτα.
Φωνή που ξεμακραίνει, τρέμει
φωνή ίδια βουνό ένα κλάμα.
Σαν δίχως νήμα μια ανέμη
σαν θαύμα που γυρνάει σε τραύμα.
Φωνή φαρμάκι, και το πίνω
όλο πουλί μου, να γλυκάνεις.
Το νου και το κορμί τα σβήνω,
μόνον εσύ μη μου πικράνεις.
Ακούω πιο βαθιά απ’ τη φωνή σου.
Νιώθω το βλέμμα της σιωπής σου σπαραγμένο.
Αξιώθηκα στιγμούλα της στιγμής σου.
Δώρο πιο τίμιο δεν έχω να προσμένω.
Χάνει τα’ αηδόνι την ανάσα του
που κλαίει ασίγαστος το πανηγύρι του
Δένει τραγούδια νέα η αγάπη
και θέλουν όλη την ανάσα σου
μόνον έτσι σώζεται η ψυχούλα σου
Και τέλος στην πυρά της δεν υπάρχει.
Συμβαίνει. Απλώς συμβαίνει η αγάπη.
Όπως συμβαίνει η θάλασσα.
ΠΑΡΑΜΥΘΙ Α’
Ψωμί ο χρόνος,
ακριβώς πικρό,
ωσάν το βλέμμα όσων απόκαμαν
και κίνησαν για το βαθύ ταξίδι
το αμεταγλώττιστο.
Μνήμη αμείλικτη το σώμα σου,
ένα κλωνί βασιλικός στ’ αυτί του χάρου.
Πρώτη και μόνη σιγουριά
αυτό που πάντα διαφεύγει
( Άγριος Πάνθηρας, 1985)