«Αι ιταλικαί δυνάμεις προσβάλλουν από της 05.30 πρωινής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους». Όχι πατρώου, δηλαδή των πατέρων αλλά, πατρίου, δηλαδή της πατρίδας.
Είτε «μίλησε» η καθαρεύουσα, είτε η ευχέρεια του στρατιωτικού ύφους της εποχής, ή η ευχή της πατριωτικής συσπείρωσης, εξέφρασε την ουσία. Σε μια αφετηρία ενός τραγικού για την Ελλάδα πολέμου, όταν όλα είναι ρευστά και όταν όλα «παίζονται» ή θα παιχθούν, κυριαρχεί η αγωνία της εθνικής συσπείρωσης. Αγωνία για το τι θα απομείνει από τον τόπο, μέσα από την βαρβαρότητα ενός πολέμου. Η έγνοια της πατρίδας και της επιβίωσης της, υπάρχει ισχυρότερη εντός ενός μεσούντος πολέμου, που είχε σκλαβώσει ήδη την δυτική ηπειρωτική Ευρώπη.
Πατρίδα είναι τα χώματα, οι θάλασσες, ο άνεμος, οι άνθρωποι, οι νοοτροπίες, οι μνήμες, η σύνθεση, η προσπάθεια και όποιοι αγαπάνε αυτό το σύνολο.
Η πατρίδα, το ελλαδικό πάτριο έδαφος που αναφέρει το ανακοινωθέν, είναι τότε το 1940 πολύ χλωρό, είναι πολύ φρέσκο και αποτελείτο απο γη, νησιά και θάλασσα που είχαν πρόσφατα διαμορφώσει την χώρα μας. Μόλις δεκαοκτώ χρόνια πριν από το 1940, το 1922 η Μικρασιατική καταστροφή είχε πνίξει στα νερά του ανατολικού Αιγαίου την Μεγάλη Ιδέα και το επόμενο χρόνο έχουν φτάσει ανέστιοι και πένητες ενάμιση εκατομμύριο ελλήνων και ελληνίδων ξεριζωμένοι και ρημαγμένοι. Βρέθηκαν απέναντι στα πεντέμισι εκατομμύρια που ήδη υπήρχαν. Κυρίως όμως βρέθηκαν εδώ, απαξιωμένοι, αποδιωγμένοι και προγκισμένοι από τους ντόπιους, επίσης έλληνες. Σαν να έφταιγαν οι ξεριζωμένοι από την Ιωνία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη για την ήττα της Μεγάλης Ιδέας και σαν να πλήρωναν για την κατάρρευση ενός εγχειρήματος, μιας εκστρατείας, που δεν σχεδίασαν και δεν χειρίστηκαν. Άρα στην αρχή του παγκοσμίου πολέμου, το ελληνικό πάτριο έδαφος βρισκόταν ακόμη υπό ηθική διαμόρφωση, με ρευστή ακόμη και μη κοινή ταυτότητα όσων ζούσαν εδώ. Οι πρόσφυγες στην αγωνία τους, στις παρυφές των πόλεων, σε ανέχεια, σε χωριστό κόσμο, με τον πόνο και τον φόβο κυρίαρχο και οι ντόπιοι στα υποτίθεται κεκτημένα μιας ζωή, χωρίς εκπλήξεις σε μια ύπαιθρο φτωχή. Και οι δύο «Ελλάδες» ζουν χωριστά, με την εθνική ιδεολογία σε κατάρρευση, με απόντα τα κοινά οράματα και ήρθε ο τραγικός, ανελέητος και βάρβαρος πόλεμος να μας φτιάξει ως κοινό όραμα την άμυνα του τόπου μας, να μας γεμίσουν περηφάνια οι θυσίες και οι πολεμικές προσπάθειες.
Προσφυγάκια γεννημένα στις παράγκες των συνοικισμών ή έχοντας φτάσει βρέφη με τα καράβια του ξεριζωμού, έχοντας βιώσει την ρετσινιά του «ξένου», βρέθηκαν στην Πίνδο με τα τσοπανόπουλα και τα παιδιά των αγροτών, μαζί να πολεμάνε, μαζί στο χιόνι για ένα τόπο που διεκδικούσαν ως δικό τους. Χωρίς κοινά νανουρίσματα, χωρίς κοινά ακούσματα και κοινές γεύσεις, για πρώτη φορά στα πολεμικά Συντάγματα Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και άλλων μεγάλων πόλεων με προσφυγικό στοιχείο, βρέθηκαν μαζί να πολεμάνε, η Κοκκινιά με τον κεντρικό Πειραιά, η Καισαριανή με την Κυψέλη, η Καλαμαριά και η Τούμπα με το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τόποι και ψυχές ασύμβατες έως τότε, σαν αδέλφια γονιών που συγκρούονται.
Ευτυχώς ο πόλεμος; Προφανώς όχι. Όμως μέσα και λόγω της τραγικότητας του, ενοποιεί και αναδιοργανώνει κοινωνίες και έθνη σαν τα δικά μας που αναζητούν νεοπαγή σύμβολα που τα συντηρεί περισσότερο η θερμή εμπειρία παρά η κοινή μνήμη και ανάμνηση.
Όμως το έπος του 1940, άντεξε και αντέχει γιατί αποτελεί ορόσημο σύνθεσης και σύνδεσης. Ανέτρεψε τις «εθνικές» διαιρέσεις μας, σφυρηλατημένο από τους θανάτους και τις αναπηρίες του πολέμου και από την άμβλυνση της διαίρεσης προσφύγων και ντόπιων. Παρά τον Εμφύλιο που ακολούθησε της Κατοχής, οι διαιρέσεις μας μεταπτώθηκαν ευτυχώς σε πολιτικές. Κάτι είναι και αυτό…
-Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί την είσοδο της Ελλάδας στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Μετά από αυτόν τίποτα στον κόσμο δεν θα είναι ίδιο, τίποτα δεν θα θυμίζει τις νοοτροπίες που προηγήθηκαν και όλα θα μπουν σε νέο πλαίσιο.