Τα γεμιστά είναι, νομίζω εν τέλει, το φαγητό που θα έλεγα ότι κρίνει την καλή μαγείρισσα. Είναι δε το μοναδικό φαγητό που δεν έχω ευχαριστηθεί *ούτε μία φορά* από τις άπειρες που το έχω παραγγείλει -ακριβώς επειδή μου αρέσουν πάρα πολύ- σε ταβέρνες, εστιατόρια, νεο-ταβέρνες, μαγειρεία, όποια κατηγορία φαγοπωλείου έχει τύχει να έχει γεμιστά στο μενού. Τα φτιάχνουν πολύ κακά και αδέξια, κυρίως λασπωμένα, με βουνά ρυζιού, και άνοστα.
Ντρέπομαι ή, πάντως, δεν είμαι και πολύ ευτυχής για το γεγονός ότι εγώ έχω φτιάξει μια-δυο φορές μόνο στη ζωή μου και καμία από τις δύο δεν τα λάτρεψα. Ήταν κάτι ανεκτό. Μία ακόμη ήταν στην Αγγλία και δεν πιάνεται, τα λαχανικά είχαν την ακαμψία του στύλου μπέηζμπωλ.
Ίσως επειδή συνδυάζουν πολύ απλά, φρέσκα και μυρωδάτα υλικά, και είναι ένα είδος μαγειρευτού φούρνου, φαίνεται σε αυτά η μαεστρία, η δεξιοτεχία και η γλύκα στο μαγειρικό χέρι. Πόση ζαχαρίτσα στον πάτο της ντομάτας, πόση τριμμένη φρυγανιά στα καπάκια, μελιντζάνα ή όχι; κολοκυθανθοί; πατάτες; μαϊντανός, δυόσμος, ορφανά ή με κιμά; ποια σχολή είναι ο καθένας, πόσο θα γεμίσεις τα λαχανικά ώστε να μην ξεχειλίσουν, τί ρύζι θα βάλεις, πόση σάλτσα θα σου μείνει να τα αγκαλιάσει όλα. Τα βαριά τα μικρασιάτικα, με τη σταφίδα και το κουκουνάρι, είναι μια άλλη ιστορία από μόνα τους.
Εγώ έχω ευτυχώς την θεία Καίτη και τα χαίρομαι, παρά τη δική μου ακαματοσύνη.
Καλοκαίρι χωρίς γεμιστά δεν είναι καλοκαίρι.