Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2025 20:05

Πειραιάς, το ψαροχώρι που έγινε βιομηχανική πόλη + το μοναδικό κτίριο που έχει διασωθεί από τη συνοικία Τσίλλερ στον Πειραιά

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Σταύρος Μαλαγκονιάρης. ets28Η εξέλιξη που γνώρισε ο Πειραιάς από τα τελευταία χρόνια της οθωνικής περιόδου έως το 1875 άλλαξε εντελώς την όψη της πόλης και του λιμανιού του. Κατά τη δεκαπενταετία 1860-1875 από εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο κατάφερε να γίνει η πρώτη βιομηχανική πόλη της χώρας

● Με τις αφίξεις νέων κατοίκων -κυρίως λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης, από την Κρήτη, τη Μάνη και άλλες περιοχές- καθώς υπήρχαν ευκαιρίες εργασίας, ο πληθυσμός του Πειραιά ανήλθε το 1896 σε 50.200 άτομα. Συγκριτικά με το 1861, στην έναρξη της εκβιομηχάνισης, η αύξηση φτάνει στο 357%!

Διαδοχικές «μεταμορφώσεις», που αποτυπώνουν την κοινωνική και οικονομική εξέλιξη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, άλλαξαν, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, τον Πειραιά. Ετσι, από ένα άσημο, σχεδόν ερημικό ψαροχώρι έγινε το μεγαλύτερο βιομηχανικό κέντρο της χώρας, το «Ελληνικό Μάντσεστερ», όπως το αποκάλεσαν.

 

Αφετηρία αυτού του «ταξιδιού» η 18η Σεπτεμβρίου του 1834, όταν η Αθήνα ανακηρύχτηκε πρωτεύουσα του «νεαρού» κράτους. Από τότε το φυσικό της επίνειο, ο Πειραιάς -μαζί με τη μαζική εγκατάσταση Χίων και Υδραίων προσφύγων- αρχίζει να έχει σημαντική ναυτιλιακή κίνηση.

 

Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των ιστιοφόρων που καταφτάνουν, το εισαγωγικό εμπόριο αναδεικνύεται στην κυρίαρχη οικονομική δραστηριότητα του λιμανιού. Για τον λόγο αυτό, πολλοί έμποροι συγκεντρώνουν μεγάλα κεφάλαια και επεκτείνονται σε νέες δραστηριότητες προωθώντας την εκβιομηχάνιση της πόλης.

Παράλληλα, αναπτύσσονται μικρές βιοτεχνίες τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης, όπως αλευροποιεία, βιοτεχνίες ζυμαρικών, ποτοποιεία, σαπωνοποιεία κ.ά.

Από τις πρώτες βιοτεχνίες που άρχισαν να λειτουργούν το 1837 ήταν το σχοινοπλοκείο του Γάλλου Κλεμάν, στην Πειραϊκή. Για αρκετά χρόνια στηρίχτηκε από τις κυβερνήσεις με την ανάθεση της κατασκευής των σχοινιών για τα πολεμικά πλοία.

 

Την ίδια περίοδο λειτούργησε και ο αλευρόμυλος του Ζακυνθινού Αναστάσιου Μπόνη. Ο αλευρόμυλος αυτός, που διέθετε και γαλλική ατμομηχανή έξι ίππων, λειτούργησε μέχρι το 1845.

Εκείνα τα χρόνια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά και ο Βαυαρός Σταπ, ο οποίος λειτούργησε, στη σημερινή οδό Δ. Γούναρη (τότε Μακράς Στοάς), φαρμακείο και πνευματοποιείον, όπου παρήγε «διάφορα είδη πνευμάτων (σπίρτα), άτινα εξάγει», όπως σημειώνει ο Γ. Αγγελόπουλος στη «Στατιστική Πειραιώς» του 1850 (επανέκδοση «Ελεύθερη Σκέψις», 2000).

Από την ίδια πηγή γνωρίζουμε ότι το 1850 υπήρχαν στον Πειραιά τρία σαπωνοποιεία, των Αθ. Ζωγράφου, Β. Διδασκαλοπούλου ή Δασκαλόπουλου και Δ. Μουμουντζή, αντίστοιχα. Υπήρχαν επίσης τρία μανεστροποιεία (του Π. Περίδη, που είχε ίδιο εργοστάσιο στην Κωνσταντινούπολη, του Ν. Μελετόπουλου και του Πάνου), αρτοποιεία, το αμαξοποιείο του Μόρτεν Μπάουρ, βαφεία κ.ά.

Τα ξένα στρατεύματα κατοχής κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1857), σχεδόν 5.000 άνδρες, διεύρυναν την πελατεία των βιοτεχνών και των εμπόρων της πόλης. Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό διότι στη διάρκεια της δεκαετίας του 1850, στον Πειραιά, υπήρχε ένα πλήθος εμπόρων και μικροπαραγωγών με μεταποιητικές δραστηριότητες «αρχαϊκού τύπου».

Μέχρι τότε τίποτα δεν προμήνυε τη βιομηχανική ανάπτυξη των επόμενων δεκαετιών, εκτός ίσως από το μοναδικό ατμοκίνητο εργοστάσιο, το μεταξουργείο του Λουκά Δ. Ράλλη!

Ο Ράλλης (1794-1879) ήταν από τους πρώτους οικιστές του Πειραιά. Εφτασε το 1836 ως μέλος της επιτροπής που είχε αναλάβει τη μετοικεσία των Χίων της Ερμούπολης και αργότερα εξελέγη δήμαρχος της πόλης, αξίωμα που διατήρησε για 11 χρόνια (16.6.1855-19.4.1866). Κατά την παραμονή του στη Σύρο είχε ασχοληθεί με το διαμετακομιστικό εμπόριο και με τραπεζικές δραστηριότητες. Ομως, ερχόμενος στον Πειραιά αποφάσισε να επεκτείνει τις οικονομικές δραστηριότητές του και το 1844 ίδρυσε εργοστάσιο μεταξουργίας, το οποίο δύο χρόνια αργότερα εξοπλίστηκε με γαλλική ατμομηχανή έξι ίππων. Ετσι, όπως αναφέρεται στον Οδηγό του Μιλτιάδη Μπούκα (1875) έγινε το πρώτο «δι’ ατμού εργοστάσιον» του Πειραιά.

Η εξωτερική όψη (πάνω) και το εσωτερικό (κάτω) του μεταξουργείου του Ράλλη από τη «Νέα Πανδώρα» τ. Ιανουαρίου 1853

Το μεταξουργείο του Ράλλη βρισκόταν «εις απόστασιν δέκα περίπου λεπτών από της πόλεως», όπως αναφέρει ο Γ. Αγγελόπουλος, στην εξοχική τότε τοποθεσία «Περιβόλια» (σημερινή Λεύκα). Στεγαζόταν σε ένα διώροφο, κεραμοσκεπές κτίριο έκτασης περίπου 2.000 τετραγωνικών μέτρων. Σύμφωνα με τον Αγγελόπουλο, εργάζονταν εκεί περίπου 100 άτομα, τα περισσότερα «πτωχά κοράσια». Σε αφιέρωμα στο περιοδικό «Νέα Πανδώρα» (τόμος Γ’, τ. 62, 1.1.1853, σελ. 445-450) αναφέρεται ότι το ημερομίσθιο των ειδικευμένων εργατριών ήταν 1 δραχμή και 20 λεπτά, ενώ οι αρχάριες έπαιρναν μόλις 40 λεπτά την ημέρα. Το καλοκαίρι η διάρκεια της εργάσιμης μέρας ήταν 11 ώρες και τον χειμώνα 10. Το εργοστάσιο παρέμενε κλειστό κάθε χρόνο από τον Ιανουάριο ώς και τον Μάρτιο.

Το επόμενο ατμοκίνητο εργοστάσιο που λειτούργησε στην πόλη ήταν ο αλευρόμυλος του εμπόρου Παναγιώτη Καπράνου, το 1860. Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι ιδρύθηκε το 1864, οπότε και στεγάστηκε σε ιδιόκτητο κτίριο στην πλατεία Απόλλωνος (σημερινή πλατεία Καραϊσκάκη).

Τα πρώτα χρόνια, όμως, λειτούργησε σε ένα μικρό κτίριο που νοίκιασε ο Καπράνος από τον μεγαλέμπορο Ανέστη Χατζόπουλο. Εκεί εγκατέστησε τις παλιές, μεταχειρισμένες μηχανές που είχε φέρει από την Κωνσταντινούπολη και ξεκίνησε την παραγωγή αλευριού. Στο τέλος του 1860 ο ατμόμυλος απασχολούσε 25 εργάτες και τροφοδοτούσε με αλεύρι σχεδόν όλους τους αρτοποιούς της πόλης.

Εκείνα τα χρόνια ιδρύονται και οι ατμόμυλοι των Ι. Δημόκα (1862), Δ. Σεφερλή (1864) και Κανελά-Σκλαβούνου (1868), ενώ το 1861 είχε ιδρυθεί το ατμοκίνητο μηχανουργείο-ξυλουργείο-καθεκλοποιείο του Κωνσταντινουπολίτη εμπόρου Γιώργου Βασιλειάδη. Σταδιακά, η οικογένεια Βασιλειάδη επικεντρώθηκε στη ναυπήγηση και -περισσότερο- στις επισκευές πλοίων, σε νέες εγκαταστάσεις που δημιούργησε το 1896 στην περιοχή της Δραπετσώνας. Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο λειτουργούσε το μεγαλύτερο ελληνικό ναυπηγείο.

Το 1860 θεωρείται η χρονολογία έναρξης της εκβιομηχάνισης του Πειραιά. Οπως επισημαίνει στη διδακτορική διατριβή της η Μαριάνθη Κοτέα [Μ. Κοτέα «Η βιομηχανική ζώνη του Πειραιά (1860-1900)», Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 1995], οι βιοτεχνίες άρχισαν τότε να συνυπάρχουν με τα μεγάλα εργοστάσια. Οσες, δε, βιοτεχνίες ανήκαν σε κλάδους παραγωγής που εκβιομηχανίστηκαν απέκτησαν σχέσεις πελάτη-προμηθευτή με τις βιομηχανίες.

Διαφημίσεις των δύο μεγάλων μηχανουργείων του Πειραιά, του Βασιλειάδη και του Τζων Μακ Δούαλ

Το 1867 στην πόλη υπάρχουν 8 μεγάλα ατμοκίνητα εργοστάσια. «Η πόλις του Πειραιώς διαπρέπει ως μια των βιομηχανικωτέρων πόλεων της Ελλάδος, αριθμούσα ήδη εκτός των διαφόρων μικρών και 8 μεγάλα εργοστάσια εργαζόμενα δι’ ατμού» έγραφε η εφημερίδα «Φωνή του Πειραιώς» (φ. 17.11.1867).

Τα επόμενα χρόνια η βιομηχανική ανάπτυξη παίρνει νέα ώθηση χάρη στην αύξηση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού που προέκυψε από την εγκατάσταση πολυάριθμων προσφύγων στον Πειραιά, μετά την ανεπιτυχή Κρητική Επανάσταση του 1866. Τότε δημιουργείται (1869) και το πρώτο -κατά τον Μπούκα- κλωστήριο, των αδελφών Βολανάκη, στον Καραβά, όπου εργάζονταν 130 άτομα. Την επόμενη πενταετία ακολουθεί η ίδρυση πολλών νέων εργοστασίων, ιδιαίτερα στον κλάδο της βαμβακουργίας. Ιδρύονται τα υφαντουργεία των Ι. Δημόκα (1870), Κ. Παναγιωτόπουλου (1870 ή 1872), Κ. Λυγινού (1872), Αδελφών Ρετσίνα (1872), Γ. Βαρουξάκη (1873), Χ. Σταμόπουλου (1874), Τρίπου και Πανά (1875).

Σύμφωνα με δημοσίευμα στην εφημερίδα «Χρονογράφος» (φ. 1.1.1932), «εις τα υφαντουργεία και τα κλωστήρια και βαφεία απησχολούντο κατά το 1884 έως 2.500 εργάται και εργάτριαι».

Η δυναμική του κλάδου φαίνεται από το ότι 12 χρόνια αργότερα, σύμφωνα με στατιστική του Γάλλου προξένου (εφ. «Ακρόπολις», φ. 12.1.1896), οι εργαζόμενοι είχαν αυξηθεί σε 3.400 (1.400 άνδρες και 2.000 γυναίκες). Το ημερομίσθιο των ανδρών κυμαινόταν από 2-5 δραχμές και των γυναικών από 1-3 δραχμές.

Η εξέλιξη που γνώρισε ο Πειραιάς από τα τελευταία χρόνια της οθωνικής περιόδου έως το 1875 άλλαξε εντελώς την όψη της πόλης και του λιμανιού του. Κατά τη δεκαπενταετία 1860-1875 από εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο κατάφερε να γίνει η πρώτη βιομηχανική πόλη της χώρας. Με 30 ατμοκίνητα εργοστάσια, συνολικής ισχύος 751-758 ίππων, και 1.629-1.644 εργαζόμενους σε αυτά, ο Πειραιάς βρισκόταν στην κορυφή των περίπου 20 πόλεων οι οποίες απέκτησαν τα πρώτα ατμοκίνητα εργοστάσια την ίδια περίοδο.

Αυτή η ραγδαία εξέλιξη αποτυπώνεται και στην πληθυσμιακή αύξηση. Οι κάτοικοι από 6.452, που ήταν το 1861, αυξήθηκαν μέσα σε μια δεκαετία κατά 69,6% (!) και έφτασαν το 1870 τους 10.963. Στην περιοχή της Αθήνας η αύξηση ήταν μόλις 7,7%.

Με τις αφίξεις νέων κατοίκων -κυρίως λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης, από την Κρήτη, τη Μάνη και άλλες περιοχές- καθώς υπήρχαν ευκαιρίες εργασίας, ο πληθυσμός του Πειραιά ανήλθε το 1896 σε 50.200 άτομα. Συγκριτικά με το 1861, στην έναρξη της εκβιομηχάνισης, η αύξηση φτάνει στο 357%!

Η «Οικονομική Επιθεώρησις» (τεύχος Σεπτεμβρίου 1873) σημειώνει ότι «η βιομηχανική αύτη κοινωνία είναι κατόρθωμα του λαού και ουδενός άλλου». Καθώς, όμως, έχουν αρχίσει στο εξωτερικό οι πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις, επισημαίνεται πως «εκ της φύσεως των πραγμάτων εντός του βιομηχανικού οργανισμού αναπτύσσεται βαθμηδόν ανταγωνισμός τις μεταξύ κεφαλαιούχου και εργάτου».

Στην Ελλάδα η πρώτη απεργία έγινε το 1879 στη Σύρο, όπου ιδρύθηκε το πρώτο εργατικό σωματείο με τίτλο «Αδελφικός σύνδεσμος ξυλουργών του ναυπηγείου Σύρου».

Το πρώτο μεγάλο απεργιακό «κύμα» εμφανίζεται ταυτόχρονα τον Νοέμβριο του 1882 στην Αθήνα, στον Πειραιά και στην Πάτρα εξαιτίας της αλλαγής του νομισματικού συστήματος και της έκδοσης «νέων δραχμών», υποτιμημένων κατά 12% σε σχέση με τις παλιές.

Στον αναπτυσσόμενο τότε βιομηχανικό Πειραιά απεργούσαν οι εργάτες των μηχανουργείων, των σιδηρουργείων, του σιδηροδρόμου, οι καθεκλοποιοί, οι καπνεργάτες, οι τυπογράφοι, οι εργάτες των υποδηματοποιείων (τσαγκάρηδες) κ.ά., αλλά και οι εργάτριες «εν τοις μεγάλοις εργοστασίοις της νηματοκλωστικής και υφαντικής» (εφ. «Σφαίρα», φ. 16.11.1882).

Το μηχανουργείο «Ο Ηφαιστος» του Τζων Μακ Δούαλ στην περιοχή του Καραβά. Η φωτογραφία από την εφημερίδα «Σφαίρα» (1906)

Ολοι διεκδικούσαν να πληρώνονται σε «νέες δραχμές». Πρώτοι συμφώνησαν να ικανοποιήσουν το αίτημα οι ιδιοκτήτες των μηχανουργείων του Γ. Βασιλειάδη, του Τζων Μακ Δούαλ, που ιδρύθηκε το 1871, του Αχ. Κούπα, που είχε ιδρυθεί εκείνη τη χρονιά (1882) και του σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς. Ακολούθησαν οι ατμοπλοϊκές εταιρείες.

Αντίθετα, άλλοι εργοδότες προχώρησαν σε εκβιαστικές κινήσεις, είτε απολύοντας τους εργάτες που ήταν μέλη του σωματείου τους, όπως στα υποδηματοποιεία, είτε προχωρώντας σε ανταπεργία, κλείνοντας τις επιχειρήσεις τους όπως στα βιβλιοδετεία.

Η νομισματική κρίση της περιόδου οδήγησε σε κλείσιμο βιομηχανίες και εμπορικά καταστήματα. Ωστόσο, η βιομηχανική ανάπτυξη του Πειραιά δεν ανακόπηκε. Από 30 βιομηχανικές επιχειρήσεις το 1875, φτάνουν σε 76 το 1900, που αντιστοιχούσαν στο 35% των βιομηχανικών εγκαταστάσεων της χώρας, και το 1907-1913 ξεπερνούν τις 100. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Πειραιάς αποτελεί πλέον την κατ’ εξοχήν βιομηχανική πόλη της Ελλάδας!

Πηγή: efsyn.gr/nisides

oneman.gr/onecity/ Το μοναδικό κτίριο που έχει σωθεί από τη Συνοικία του Τσίλλερ στον Πειραιά  Άγγελος Κλάδης. Ξεχωρίζει με την επιβλητική του όψη που αγκαλιάζει τη στροφή του δρόμου. Η Οικία Πατσιάδου είναι το μόνο κτίριο που μένει ζωντανό από τη λαμπερή συνοικία που έχτισε κάποτε ο Ernst Ziller στην Καστέλλα.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2025 20:26

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση