Αν αναζητάτε ένα γοητευτικό και αισιόδοξο ανάγνωσμα σχετικά με τη γνωστική πορεία και τις προοπτικές της ανθρώπινης επιστημονικής περιπέτειας, τότε το βιβλίο «Η αρχή του άπειρου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι αναμφίβολα η καλύτερη δυνατή αναγνωστική πρόταση: ένα πολυσέλιδο αλλά απολαυστικό κείμενο, που επιχειρεί να εδραιώσει μια μη σκεπτικιστική θεώρηση και μια συνολικά θετική αποτίμηση της επιστημονικής ιδιοποίησης της πραγματικότητας.
Γραμμένο από τον Δαβίδ Ντόιτς (David Deutsch), έναν πολύ διάσημο θεωρητικό φυσικό που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και εδώ και χρόνια πρωταγωνιστεί στην έρευνα των Κβαντικών Υπολογισμών, το «The Beginning of Infinity» («Η αρχή του άπειρου») είναι το δεύτερο και το πιο φιλόδοξο συγγραφικό εγχείρημά του· το πρώτο ήταν το επιτυχημένο εκδοτικά «The Fabric of Reality». Τόσο στο προηγούμενο όσο και στο παρόν βιβλίο, επιχειρεί να διατυπώσει ένα εναλλακτικό, γνωσιολογικά διαφωτιστικό και προοδευτικό μοντέλο της ανθρώπινης επιστημονικής γνώσης.
Ειδικότερα το «Η αρχή του άπειρου» διαβάστηκε ως ένα μετανεωτερικό μανιφέστο για τη δημιουργικότητα και την παραγωγικότητα της επιστημονικής γνώσης. Μια επιστημολογική θεώρηση των φυσικών και εμπειρικών επιστημών που, όπως αναγνωρίζει ο Ντόιτς, «εξακολουθεί να αποτελεί αυτή καθαυτή μια μειοψηφική άποψη, ακόμη και ανάμεσα στους θεωρητικούς φυσικούς». Και αυτή η θεώρηση είναι δικαιολογημένα μειοψηφική, αφού υποστηρίζει την ιστορικά παρωχημένη «μονοθεϊστική» αντίληψη για την παντοδυναμία και την αδιάλειπτη πρόοδο –και όχι απλώς την αλλαγή– των επιστημονικών μας γνώσεων και πρακτικών.
Ομως, πόσο έχουμε προχωρήσει στην αναζήτηση της αλήθειας και στη βαθύτερη κατανόηση της πραγματικότητας που διερευνάμε επιστημονικά; Αραγε η διαρκής αναζήτηση όχι απλώς διαφορετικών αλλά ολοένα και καλύτερων εξηγήσεων αποτελεί το μοναδικό κίνητρο για κοσμοϊστορικές αλλαγές που συντελούνται ακατάπαυστα σε κάθε τομέα της ανθρώπινης ζωής και σκέψης;
Αντιμετωπίζοντας αυτά τα μεγάλα θέματα που διαμορφώνουν τις αντιλήψεις μας σχετικά με την ανθρώπινη κατανόηση της φυσικής πραγματικότητας, ο Deutsch υποστηρίζει ότι η επιστήμη λειτουργεί ως «συμπαντικός ερμηνευτής», επειδή το σύμπαν φαίνεται πως διαθέτει εγγενώς –και μυστηριωδώς– ορθολογική δομή. Μια καθησυχαστική αντίληψη για την εγκυρότητα της επιστημονικής γνώσης, που βασίζεται στην ποπεριανή μέθοδο της εμπειρικής διαψευσιμότητας. Παραβλέποντας, όμως, το γεγονός ότι ο Πόπερ υποστήριζε πως μόνο η οριστική διάψευση μιας επιστημονικής θεωρίας για την πραγματικότητα είναι εφικτή, και ποτέ η επαλήθευσή της!
Για να κατανοήσει κανείς αυτές τις επιστημονικά καλλωπιστικές και γνωσιολογικά αισιόδοξες απόψεις θα πρέπει να γνωρίζει κάποια βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. Ο David Deutsch (1953) είναι Βρετανός φυσικός, γεννημένος στη Χάιφα του Ισραήλ. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια του Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης. Από το 1999 είναι επισκέπτης καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στο οποίο είναι μέλος του Center for Quantum Computation του Clarendon Laboratory.
Το 1998 του απονεμήθηκε το βραβείο Paul Dirac Prize and Medal του Institute of Physics. Πρόκειται για την ανώτατη διάκριση θεωρητικής Φυσικής που απονέμει το Συμβούλιο του Institut of Physics για την «εξέχουσα συμβολή στη θεωρητική [συμπεριλαμβάνονται η μαθηματική και η υπολογιστική] Φυσική». Και το 2002 τιμήθηκε με το Fourth International Award of Quantum Communication για το «θεωρητικό του έργο στην Επιστήμη των Κβαντικών Υπολογισμών», ενώ και το προηγούμενο βιβλίο του, «The Fabric of Reality», προκρίθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο επιστημονικού βιβλίου Rhone-Poulenc, το 1998.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Jeremy DeSilva | Τα πρώτα βήματα - Η όρθια βάδιση και η ανάδυση της ανθρώπινης υπόστασης | Μετάφραση: Μαριλένα Παπαϊωάννου. Επιστ. επιμέλεια: Γιώργος Ηλιόπουλος | Σελ. 488 | Eκδοσεις ΠΕΚ | sites.dartmouth.edu/desilvaΟ Jeremy DeSilva είναι διάσημος παλαιοανθρωπολόγος, καθηγητής Ανθρωπολογίας στο Κολέγιο Dartmouth του New Hampshire (ΗΠΑ). Χάρη στην εξειδίκευσή του στην εξέλιξη της ανατομίας του πέλματος και του ποδιού, έχει συμβάλει καθοριστικά στη διαλεύκανση της προέλευσης της όρθιας βάδισης στον άνθρωπο. Εχει μελετήσει άγριους χιμπατζήδες στη δυτική Ουγκάντα και απολιθώματα πρώιμων ανθρώπων σε όλη την ανατολική και τη νότια Αφρική. Υπήρξε, μάλιστα, μέλος της ερευνητικής ομάδας που ανακάλυψε και περιέγραψε δύο άγνωστα μέλη του οικογενειακού δένδρου του ανθρώπου, δηλαδή δύο νέους ανθρωπίνες: τον Australopithecus sediba και τον Homo naledi.
Στο πολυσυζητημένο βιβλίο του «Τα πρώτα βήματα», που μόλις κυκλοφόρησε άριστα μεταφρασμένο και επιμελημένο από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, ο DeSilva διερευνά το πώς η εξέλιξη της δίποδης βάδισης διαμόρφωσε και επηρέασε όχι μόνο τα ανατομικά αλλά και τα ιδιαίτερα νοητικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου γένους. Παρουσιάζοντας λεπτομερώς όλα τα μέχρι σήμερα σχετικά ευρήματα, το βιβλίο αυτό διαφωτίζει με τρόπο ιδιαίτερα γοητευτικό το πώς και το γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος είναι το μοναδικό θηλαστικό που περπατάει μόνο σε δύο πόδια και όχι σε τέσσερα.
Πράγματι, η ικανότητα όρθιας βάδισης και στάσης, δηλαδή ο «διποδισμός», είναι ένα πολύ σπάνιο χαρακτηριστικό στο ζωικό βασίλειο· με εξαίρεση τα πτηνά, οι άνθρωποι είναι τα μόνα ζώα στο πλανήτη που μπορούν να κινούνται διαρκώς πάνω σε δύο πόδια. Και όπως αποδεικνύει αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, οι δημοφιλείς εικόνες της γραμμικής-συσσωρευτικής εξέλιξης του διποδισμού από κάποια προανθρώπινα τετράποδα είδη στους πρώτους ανθρωπίνες είναι ένα νεωτερικό επιστημονικό μύθευμα. Η αποκάλυψη νέων παλαιοντολογικών στοιχείων σε όλο τον πλανήτη –θραύσματα απολιθωμένων οστών και σπανιότερα πλήρων σκελετών– δείχνει, αντίθετα, ότι ο διποδισμός εμφανίστηκε στα ανώτερα θηλαστικά πριν από 6-7 εκατομμύρια χρόνια και εξελίχτηκε όχι μόνο από τους sapiens, αλλά από όλους του ανθρωπίνες, δηλαδή από όλα τα είδη της οικογένειας Homo!
Τόσο τα απολιθωμένα οστά των ποδιών τους όσο και τα αποτυπώματα της όρθιας βάδισης μας αποκαλύπτουν ότι όλα τα ανθρώπινα είδη περπατούσαν –με ελαφρώς διαφορετικό τρόπο– πάνω στα δύο πόδια, δηλαδή πριν αναπτυχθούν οι μεγάλοι εγκέφαλοι. Επομένως, η όρθια βάδιση επινοήθηκε εξελικτικά πριν αναπτυχθούν πλήρως οι ανώτερες νοητικές μας ικανότητες. Μάλιστα, μία από τις μεγαλύτερες αρετές αυτού του βιβλίου είναι ότι τεκμηριώνει επαρκώς την υποψία ότι όλα τα «ανώτερα» βιολογικά χαρακτηριστικά του είδους μας προήλθαν ή, έστω, ότι σχετίζονται άμεσα με την εξέλιξη της όρθιας βάδισης.
Ωστόσο, η εξέλιξη και η υιοθέτηση του διποδισμού είναι φαινομενικά μια παράλογη από εξελικτική σκοπιά καινοτομία, όχι μόνο γιατί τα δίποδα κινούνται πολύ πιο αργά από τα τετράποδα, αλλά και επειδή οι μεγάλες ανατομικές αλλαγές καθιστούν τη γέννα πολύ πιο επώδυνη και θανατηφόρα, τόσο για τη μητέρα όσο και για τα κυήματα. Επιπλέον, η διαρκής δίποδη βάδιση επιφέρει με τα χρόνια σοβαρές ανατομικές αλλοιώσεις, που εκδηλώνονται με διάφορες παθήσεις (κήλες, κιρσούς και πόνους στα πόδια και στη μέση).
Παρ’ όλα αυτά, όπως υποστηρίζει ο DeSilva, τα εξελικτικά πλεονεκτήματα του διποδισμού είναι πολύ περισσότερα: η μετεξέλιξη των μπροστινών ποδιών και η απελευθέρωση των χεριών επέτρεψαν την αναζήτηση και τη μεταφορά τροφών, τη φροντίδα των παιδιών σε μεγάλες αποστάσεις, τη χρήση εργαλείων κ.λπ. Επομένως, η δίποδη βάδιση είναι η βασική προϋπόθεση για όλες τις μετέπειτα ανθρωπολογικές και κοινωνικές εξελίξεις. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο «Τα πρώτα βήματα» έχει βραβευτεί με το W.W. Howells Book Prize της Αμερικανικής Εταιρείας Ανθρωπολογίας και σύμφωνα με το Science News είναι ένα από τα καλύτερα επιστημονικά βιβλία του 2021, ενώ πολλά άλλα έγκυρα διεθνή περιοδικά το θεωρούν ένα από τα καλύτερα βιβλία σύγχρονης Παλαιοανθρωπολογίας.
Από πού προέρχεται το κοινό ανθρώπινο ηθικό αίσθημα; Πώς μπορούμε να διακρίνουμε συνειδητά το καλό από το κακό; Ποιες είναι οι εγκεφαλικές προϋποθέσεις για την εμφάνιση της ανθρώπινης ηθικής συνείδησής μας; Για αιώνες φιλόσοφοι, θεολόγοι και πολιτειολόγοι αναζητούν έλλογες απαντήσεις στα αινιγματικά ερωτήματα που σχετίζονται με την προέλευση, την εξέλιξη και τη φύση της ανθρώπινης ηθικής συμπεριφοράς. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι έρευνες τόσο της Νευροεπιστήμης όσο και της Γνωσιακής ψυχολογίας επιχειρούν να εξηγήσουν με αυστηρά βιολογικούς όρους το φαινομενικό θαύμα της ανάδυσης της συνείδησης μέσα από τη «νευρωνική ζούγκλα» του εγκεφάλου.
Και το συμπέρασμα όλων αυτών των ερευνών είναι ότι η ανθρώπινη συνείδηση είναι μόνο μια πολύπλοκη βιοψυχολογική διεργασία, που συνδέεται άρρηκτα τόσο με τη μνήμη, τη βούληση, την προθετικότητα όσο και με τις υποσυνείδητες ή και ασυνείδητες νοητικές καταστάσεις του εγκεφάλου μας.
Η συντελούμενη, στις μέρες μας, «νευροεπιστημονική επανάσταση» μελετά την ανθρώπινη νόηση ως επιφαινόμενο της λειτουργίας του εγκεφάλου μας, δηλαδή ως μία βιολογική μηχανή που εμπλέκεται αποφασιστικά σε κάθε σκέψη και συμπεριφορά των ανθρώπων. Μια ερευνητική προσέγγιση που έχει βαθύτατες ηθικές-πολιτικές διαστάσεις και γεννά εύλογες απορίες και ανησυχίες. Είναι θεμιτός και σε ποιες περιπτώσεις ο έλεγχος –ή και η βελτίωση με τεχνητά μέσα– των νοητικών μας ικανοτήτων; Και αν μπορούμε να γνωρίζουμε προκαταβολικά τις ψυχονοητικές ικανότητές μας, θα πρέπει να επιτρέπεται η καταγραφή τους σε δημόσια και ιδιωτικά αρχεία;
Αραγε, η υποκειμενικότητα και η ηθικότητά μας εξαντλούνται στην επιστημονική ανάλυση του εγκεφάλου μας; Κι αν, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι θερμόαιμοι νευροεπιστήμονες, η προσωπική μας ταυτότητα ή, αν προτιμάτε, η «ψυχή» μας ταυτίζεται με τον εγκέφαλό μας, τότε τι νόημα μπορεί να έχει η περιβόητη «ελευθερία βουλήσεως» σε μια κοινωνία όπου οι ειδικοί θα μπορούν να διαβάζουν τις σκέψεις μας πριν ακόμα τις κάνουμε;
Αυτά τα πολύ επίκαιρα βιοπολιτικά και βιοηθικά ζητήματα αποτελούν το αντικείμενο έρευνας των νεοσύστατων γνωστικών κλάδων της «Νευροηθικής και της «Νευροφιλοσοφίας», που διερευνούν όχι μόνο τις βιολογικές προϋποθέσεις της ηθικής, αλλά και τις «καυτές» κοινωνικές και ατομικές συνέπειες από την εκρηκτική ανάπτυξη της νευροεπιστήμης και των ασύλληπτων εφαρμογών της νέας νευροτεχνολογίας.
Σε αυτό το γοητευτικό και πολύ καλογραμμένο βιβλίο, η Patricia Churchland, η κορυφαία Αμερικανίδα νευροφιλόσοφος, επιχειρεί να τεκμηριώσει τη γνωστική γονιμότητα και την επείγουσα κοινωνική αναγκαιότητα της ανάπτυξης της «Νευροηθικής», του νέου διεπιστημονικού πεδίου έρευνας –που η ίδια εισήγαγε και θεμελίωσε!– για τη μελέτη των νευροβιολογικών προϋποθέσεων, της εξελικτικής προέλευσης και της βιοψυχολογικής λειτουργίας της ανθρώπινης ηθικής.
Χωρίς να παραβλέπει τις κοινωνικοπολιτικές, ιστορικές διαστάσεις κάθε επιμέρους ηθικής συμπεριφοράς, η διάσημη νευροφιλόσοφος σε αυτό το βιβλίο διερευνά με τρόπο συστηματικό τις εγκεφαλικές λειτουργίες και τους βιολογικούς μηχανισμούς που επέτρεψαν –και εξακολουθούν να επιτρέπουν– την ανάδυση της πανανθρώπινης ηθικής διαίσθησης. Παρουσιάζοντας, ωστόσο, αναλυτικά τις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις των νευροεπιστημών σχετικά με τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς της συνείδησης, η Patricia Churchland δεν καταλήγει σε μια απλοϊκή αναγωγιστική βιολογική ερμηνεία της ηθικής. Αντίθετα, επιμένει στην αναγκαιότητα μιας πλουραλιστικής και πολυεπιστημονικής προσέγγισης αυτών των πολύπλοκων βιο-ανθρωπολογικών φαινομένων.
Συνδυάζοντας δημιουργικά τα δεδομένα από τις πιο πρόσφατες αναζητήσεις της νευροεπιστήμης, της γενετικής και της μελέτης του φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος, η Churchland αποπειράται να εξηγήσει το πώς ο εγκέφαλος εξελίχθηκε και λειτουργεί ως μια βιολογική ηθική μηχανή, που επιτρέπει όχι μόνο στους ανθρώπους αλλά και στα άλλα θηλαστικά να συνάπτουν κοινωνικές σχέσεις, να φροντίζουν τα παιδιά τους και να νοιάζονται για τους άλλους. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό βιβλίο μεγάλης διανοητικής ωριμότητας και ενσυναίσθησης, που ανοίγει τον δρόμο για τις τρέχουσες νευροηθικές επιστημονικές αναζητήσεις και άρα δικαίως ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Pen/E.O. Wilson Literary Science Writing του έτους 2020.

Τρία βιβλία προτείνουν οι «Μηχανές του Νου» αυτό το καλοκαίρι, τα οποία καλύπτουν ένα ευρύτατο γνωστικά πεδίο επιστημονικής έρευνας: από τις πιο πρόσφατες φυσικές θεωρίες μέχρι τις ανατρεπτικές επιστημολογικά προσεγγίσεις του άπειρου σύμπαντος, και από τον ρόλο του διποδισμού στην εξέλιξη της ανθρώπινης φύσης μέχρι τις εγκεφαλικές προϋποθέσεις για την εμφάνιση συνείδησης και της ανθρώπινης ηθικής.