Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2025 19:39

Από την περιβόητη παριζιάνικη κίνηση του '60 Nouvelle Vague στην ομώνυμη ταινία του 2025 ένα τσιγάρο δρόμος είναι κι άλλο ένα για δύο ακόμα Nouvelle Vague

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

fb75Ποια χρυσόμυγα τσίμπησε τον Αμερικάνο σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ (Χιούστον, 1960) και πήγε το 2024 στο Παρίσι; Τα προηγούμενα 31 χρόνια γύριζε ταινίες και μάλιστα αρκετές από αυτές με πήραν αγκαλιά. Να όπως οι τρίδυμες Πριν το Ξημέρωμα, Πριν το Ηλιοβασίλεμα, Πριν τα Μεσάνυχτα, που το 2013 γυρίστηκε στην Ελλάδα και το 2014 την ταινία Μεγαλώνοντας. Ναι, τι τον τσίμπησε λοιπόν και πήγε στο Παρίσι για να γυρίσει μια ταινία με τίτλο Nouvelle Vague, μια ταινία που αφηγείται το γύρισμα της θρυλικής Με κομμένη την ανάσα που γυρίστηκε από τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ το 1960; Να ακόμα μια ταινία του Τεξανού που κι αυτή με αγκάλιασε για να με σηκώσει όμως ψηλά. 

Ή, από την αρχή, κόκκινη κλωστή δεμένη....παραμύθι ν'αρχινίσει...ποιες άραγε να ήταν οι αιτίες που έκαναν τους εικοσάρηδες Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, Φρανσουά Τρυφώ, Ερίκ Ρομέρ, Ζακ Ριβέτ και Κλοντ Σαμπρόλ να τρελαθούν με το σινεμά στα χρόνια της δεκαετίας του '50 και να γίνουν φίλοι;

Το να τρελαθεί κάποιος/α, να είναι δηλαδή παθιασμένος με ένα έργο, στις μέρες μας ελάχιστοι πια θα αμφιβάλλουν ότι είναι μία αναγκαία συνθήκη για να φτιαχτει έργο σπουδαίο, σημαντικό και ωραίο αν αφορά και στις καλές τέχνες, έργο που απαιτεί δημιουργικότητα. Το ικανός είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο, ξέρετε από εκείνα τα απαγορευμένα και τα σκοτεινά που κινητοποιούν μυστήριες και κρυφές δυνάμεις από αυτές του "όπου μας βγάλει ο χάρος" σε μια περίεργη συνύπαρξη με την δημιουργική κόντρα σ'αυτές. Για τους δικούς μας εικοσάρηδες λοιπόν, ένα πράμα ήταν βέβαιο κι αυτό ήταν οι πολλές ταινίες που έβλεπαν στις σκοτεινές αίθουσες που ξημεροβραδιάζονταν. Ταινίες παλιές και νέες όπου αρκετές τους ενθουσίαζαν και οι περισσότερες τους προκαλούσαν μια βαρεμάρα να πούμε που έφτανε στα όρια της ασφυξίας και ενίοτε της συνακόλουθης επανάστασης που έπαιρνε φόρα από αυτές που τους σαγήνευαν. 

Όταν λοιπόν στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 άρχισε να κυκλοφορεί στο Παρίσι το περιοδικό Cahiers du Cinéma ( Κινηματογραφικά Σημειωματάρια) με πρώτο διευθυντή τον Αντρέ Μπαζέν, τρέχα γύρευε να βρεις τι ήταν αυτό που οδήγησε τα βήματα αυτών των εικοσάρηδων Παριζιάνων που προέρχονταν από διαφορετικά περιβάλλοντα να χωθούν στις σελίδες των Cahiers και να κυκλοφορούν μαζί από σινεμά σε σινεμά, σε στέκια - τρύπες με καπνούς, ποτά και γυναίκες και προπάντων να χτυπιούνται πάνω από φλιπεράκια που ήταν το δυνατό κοινό τους σημείο;

Κάπως έτσι ξεκίνησαν μέσα από γόνιμες αντιπαραθέσεις, διαμάχες και ποικίλες ζυμώσεις που είχαν να κάνουν και με την κοινωνία και τις ιδέες που την διέσχιζαν φτάνοντας στο σημείο να διαμορφώνουν σιγά σιγά μια ρηξικέλευθη θεωρία για το σινεμά και τις ταινίες. Οι τύποι δεν άργησαν να συμφωνήσουν ότι, έστω και για διαφορετικούς λόγους, θαύμαζαν τους Ιταλούς Ροσελίνι, Αντονιόνι, τον Ισπανό Μπονιουέλ, τον Άγγλο Χίτσκοκ, τα φιλμ νουάρ και διάφορα γουέστερν κάποιων Αμερικάνων σκηνοθετών του Χόλυγουντ.

Την ίδια εποχή στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα ανάσαινε η ανησύχη φίλια ομάδα των Αλέν Ρενέ, Ανιές Βαρντά, Ζακ Ντεμί, Κρις Μαρκέρ και Ενρί Κολπί που ήταν πιο κουλ, μάλλον ως λίγο πιο μεγάλοι. Και ήταν αυτοί που μπήκαν με το δεξί στον χορό της δημιουργίας ταινιών το 1959 με την ταινία του Αλέν Ρενέ Χιροσίμα αγάπη μου μια αριστουργηματική ταινία που παραμένει αγέραστη. Λογικά δεν θα πρέπει να ήταν η ταινία αυτή ένας σημαντικός λόγος που έδωσε μία γερή ώθηση στους κριτικούς των Cahiers να αφήσουν τα στυλό και τα πλήκτρα και να πιάσουν τις κάμερες; 

Το πρώτο βήμα από τα Cahiers το έκανε το 1959 ο Φρανσουά Τρυφώ ( Παρίσι, 1932- Αμερικανικό Νοσοκομείο του Παρισιού, 1984) γυρίζοντας την ταινία Τα 400 κτυπήματα, ταινία που προβλήθηκε στις Κάνες, έκανε μεγάλη αίσθηση με την πρωτοτυπία της σε κάθε επίπεδο και κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας. Στη ταινία πρωταγωνίστησε ο μικρός Ζαν Πιέρ Λεό, που μες τα χρόνια καθιερώθηκε σαν ένας από τους δυο εμβληματικούς ηθοποιούς της Νουβέλ Βάγκ. Η άλλη ήταν η Άννα Καρίνα. 

Πρέπει να υπήρξαν πολλοί λόγοι, άλλοι αναγνωρίσιμοι δια γυμνού οφθαλμού κι άλλοι άντε να βγάλεις άκρη σ'αυτόν τον περίπλοκο κόσμο που ζούσαν και ζούμε, που η ταινία που έκανε το μπαμ με τον χαρακτηριστικό γαλλικό τρόπο και δημιούργησε παγκοσμίως την αίσθηση ότι κάτι νέο και ρηξικέλευθο παίζεται ήταν η ταινία Με κομμένη την ανάσα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ σε σενάριο του Φ.Τρυφώ με τους Ζαν Πολ Μπελμοντό και την αμερικανίδα Τζην Σίμπεργκ. Η ταινία βγήκε στο φως των σκοτεινών αιθουσών το 1960 και προβλήθηκε στην Ελλάδα το 1961. Εγώ την είδα στα τελευταία χρόνια της χούντας και ήταν λες και βρήκα το φως μου για μια στιγμή, για ένα μήνα, για μια ζωή.

Τότε μου γεννήθηκε η επιθυμία να γίνω σκηνοθέτης, μια επιθυμία που με τριβέλιζε γύρω στα πέντε χρόνια και στο τέλος γιατί αποφάσισα να κάτσω στ'αυγά μου δίχως όμως να κάνω κρεμαστάρι σαν τη γνωστή Αισώπεια αλεπού, είναι ακόμα ένα ανοιχτό θέμα. Το σίγουρο ήταν το ξεκάθαρο μήνυμα που μου έστελνε ο μέσα μου κόσμος ψιθυρίζοντάς μου, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου που πας ξυπόλητος στ'αγκάθια; Έ, πες μου, στ'αλήθεια πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις να γίνεις σαν κι αυτούς τους κινηματογραφιστές που θαυμάζεις; Σιγά σιγά, με πολλά όμως σκαμπανεβάσματα, έφτασα στο τέλος να μην το πιστεύω και ιδού ένας έντιμος τρόπος που παρόλο το όνειρο γίνεται καπνός νομίζω ότι δίνει την δυνατότητα να επουλώνει ο παθών την πληγή που αφήνει.

Πέρα από μένα, τον αλλού πατούσα κι αλλού βρισκόμουν τα φοιτητικά μου χρόνια στο πήγαινε έλα Πειραιά Αθήνα, στο Παρίσι τα χρόνια του '60 σιγά σιγά μπήκαν στο χορό και οι υπόλοιποι των Cahiers και το πρωτοποριακό και ανανεωτικό κίνημα που δημιούργησαν με τις ταινίες τους έγινε  παγκοσμίως γνωστό ως "Νουβέλ Βαγκ" (Nouvelle Vague) που σημαίνει "Νέο Κύμα". Κι έτσι φτάσαμε στον τίτλο της ταινίας του Λινκλέιτερ.

Πέρα από τη θεματολογία που εστίασε πολύ σε πολύριζες ιστορίες όπου απέπνεαν ένα κόσμο της αναζήτησης της ζωντάνιας και της απλότητας και το τρόπο της αφήγησης που έπαψε πια να είναι εκείνος ο γραμμικός καρτεσιανός τρόπος δηλαδή από το άλφα στο βήτα και από εκεί στο γάμα, κ.ο. κ, οι νεαροί Γάλλοι έπαιξαν με την αλλαγή των χρόνων και της εξέλιξης της ιστορίας που αφηγούντο. Χαρακτηριστικά κάποτε ο Γκοντάρ απάντησε στην ερώτηση αν οι ταινίες του έχουν αρχή μέση και τέλος και βέβαια έχουν είπε, αλλά όχι απαραίτητα με αυτήν την σειρά. Είναι ένα θέμα πάντως το πως αυτές οι εναλλαγές έδιναν στις ταινίες τους μία άλλη οπτική και δημιουργούσαν μία νέα ποιητική αίσθηση μέσα από συσχετίσεις, συνειρμούς, παραμιλητά, εντάσεις και νέες συγκινήσεις που πετύχαιναν να προκαλούν σε αρκετούς νέους θεατές.

Τώρα εύλογα θα μου πείτε, μα τι είναι αυτά που μας τσαμπουνάς ρε φίλε και δίκαιο θα έχετε. Γιατί από το ξεκίνημα της δεκαετίας του '70 οι περισσότερες άξιες λόγου ταινίες ήταν βαπτισμένες στα νερά της Νουβέλ Βάγκ, πράμα που σημαίνει πως να πάρει χαμπάρι ένας νέος θεατής τις αλλαγές που έγιναν στις εικόνες που έτρεχαν στις οθόνες του κόσμου τα τελευταία 10 χρόνια μετά το '60; Είναι σαν κι εμάς που όταν έφηβοι ακούγαμε Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου και τις λοιπές λαϊκές δυνάμεις δεν καταλαβαίναμε γιατί οι μεγαλύτεροί μας έλεγαν για την επανάσταση που έφερε ο Τσιτσάνης στο λαϊκό τραγούδι. Χρόνια αργότερα το ψάξαμε ανατρέχοντας στα πρώτα ρεμπέτικα που ακούγοντάς τα με προσοχή καταλάβαμε τις διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στο πριν και το μετά του Τσιτσάνη. 

Μάθημα κάνουμε τώρα, απευθυνόμενοι σε όσους ενδιαφέρονται για κάποια στοιχεία που δεν σχετίζονται άμεσα με την παρακολούθηση των ταινιών: Λοιπόν, όπως σε κάθε καλή τέχνη, εκτός από τη θέμα και τον τρόπο της αφήγησης των ιστοριών εξ ίσου σημαντική είναι και η αισθητική, μια αισθητική που διαμορφώνεται από τη γραμματική και το συντακτικό της κάθε τέχνης. Εννοείται πως οι κανόνες που φτιάχνουν την αισθητική τους, μέσα στους αιώνες, για τις αρχαίες τέχνες και στις δεκαετίες για τις νεαρές όπως το σινεμά, αλλάζουν. Στο σινεμά η κινηματογραφική κοινότητα θεωρητικών και μάχιμων κινηματογραφιστών καταστάλαξαν μετά από χρόνια ποιοι ήταν αυτοί που άλλαξαν τη γραμματική και το συντακτικό του. Όλοι οι θεωρητικοί που έχω διαβάσει αναφέρουν την ίδια τετράδα, και αραιά και που κάποιοι προσθέτουν κι ένα δύο ακόμα, όπως λόγου χάρη ο δικός μας Βασίλης Ραφαηλίδης που είχε προτείνει ως πέμπτο της παρέας τον Γεωργιανό σκηνοθέτη Οτάρ Ιοσελιάνι (Τυφλίδα, 1934 - 2023) που δούλεψε για πολλά χρόνια στη Γαλλία.

Οι τέσσερις λοιπόν κινηματογραφιστές που φέρουν την ευθύνη των αλλαγών δίνοντας σκληρές μάχες ήταν οι εξής: 

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Γκρίφιθ ( Crestwood, 1875 - Χόλιγουντ, 1948) πρωτοπόρος στην εποχή του. Είναι ο άνθρωπος που καθιέρωσε το γκρον πλαν. 

Ο Σοβιετικός Σεργκέι Αϊζενστάιν ( Ρίγα Λετονίας, 1898 - Μόσχα, 1948). Ήταν πρωτοπόρος στη χρήση του μοντάζ και το έργο του επηρέασε σημαντικά τους πρώτους σκηνοθέτες ταινιών σε όλον τον κόσμο. 

Ο Αμερικανός Όρσον Ουέλς ( Κενόσα, 1915 - Λος Άντζελες, 1985). Αφομοίωσε με δημιουργικότητα την τεχνική των παλιών δασκάλων του κινηματογράφου και ανανέωσε την παραδοσιακή κινηματογραφική αφήγηση, εξαρθρώνοντας τους χρόνους, τεμαχίζοντας το ντεκουπάζ και προτείνοντας πρωτοποριακές για την τότε εποχή γωνίες λήψης και κινήσεις της μηχανής. Με τη χρήση του δραματικού φωτισμού και της μουσικής, ενέτεινε το δραματικό στοιχείο για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα. Ο Φρανσουά Τριφό είπε κάποτε ότι ο «Πολίτης Κέιν» (1941) είναι ίσως η ταινία, χάρη στην οποία οι περισσότεροι κινηματογραφιστές μετά τον πόλεμο αποφάσισαν να επιλέξουν το βάσανο της κατασκευής ταινιών.

Ο Γάλλοελβετός Ζαν Λυκ Γκοντάρ (Παρίσι, 1930 - Rolle, Ελβετία, 2022). Πολλές ταινίες του Γκοντάρ αμφισβήτησαν ευθέως και τους κώδικες του παραδοσιακού Χόλυγουντ μαζί με αυτές του Γαλλικού κινηματογράφου, δημιουργώντας ένα άλλο σινεμά, που στην πράξη σήμαινε μια διαφορετική σχέση των θεατών με τις ταινίες και λέτε να αληθεύει ότι αυτό μπορεί κάποιους ευαίσθητους κι ανοιχτούς να τους οδηγεί και σε μια άλλη σχέση με τη ζωή τους; Oui.....  

Λίγο πριν από το τέλος: Ο Θόδωρος Σούμας γράφει στο Book's Journal στο άρθρο του "Στη Γαλλία με τον Γκοντάρ"

 λίγα για την ταινία Nouvelle Vague και περισσότερα για τις αλλαγές που έφερε ο Γκοντάρ στο σινεμά.

fb77Το Nouvelle vague είναι μια εξαιρετική, δροσερή, νοσταλγική και σινεφίλ ταινία αυτού του σπουδαίου Αμερικανού σκηνοθέτη, που αναφέρεται στην προετοιμασία και στα γυρίσματα της ρηξικέλευθης και κλασικής πλέον ταινίας του μοντέρνου κινηματογράφου, Με κομμένη την ανάσα (1960) του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, καθώς και στο συνολικό πλαίσιο του επαναστατικού, νέου ρεύματος της γαλλικής nouvelle vague, του γαλλικού «νέου κύματος». Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ σκηνοθετεί με φρεσκάδα, ακρίβεια, έμπνευση, ευφυΐα, κέφι, ζωηράδα και γνώση των κινηματογραφικών δεδομένων και τεκταινόμενων της εποχής στη Γαλλία. Γνώση των σκηνοθετών της Νουβέλ Βαγκ, μα και των προγόνων της, κυρίως του Ροσελίνι, αλλά και του Μελβίλ και του Μπρεσόν.

Για να μελετήσεις σωστά την ταινία του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, πρέπει να σταχυολογήσεις από το φιλμ τις στιγμές όπου κυρίως ο Γκοντάρ κι ο Ροσελίνι μάς διδάσκουν πώς γίνεται ο ελεύθερος από περιορισμούς κι από ταμπού κινηματογράφος, να συλλέξεις τα μπόλικα κομμάτια του φιλμ στα οποία οι δύο σκηνοθέτες εξηγούν πώς σκηνοθετούνται οι αδέσμευτες, ελεύθερης φόρμας και αφήγησης, ταινίες. Αλλά και πώς το γύρισμα πρέπει να είναι ελαφρύ, με ελαφριά μέσα, κάμερα και μαγνητόφωνο, γρήγορο, άνετο και απλό, πώς να στοχεύει στην ουσία με ευθύβολη, αποτελεσματική, εύστοχη φόρμα κι αισθητική.

Ο Γκοντάρ υποστηρίζει τις εντάσεις, τις εκρήξεις, τα πηδήματα, τα λογής λογής άλματα στη μυθοπλασία, τη δραματουργία και το μοντάζ, τις ρήξεις και τις ασυνέχειες στην αφήγηση, στη δράση, στη μυθοπλασία. Ως φιλμικά θέματα αρκούν σε μια ταινία ο έρωτας και η βία, δηλαδή ένα κορίτσι και ένα όπλο. Ο Γκοντάρ υιοθετεί τη συνταγή του κλασικού Αμερικανού σκηνοθέτη δράσης και θρίλερ, του Σάμιουελ Φούλερ: ο θάνατος και ο έρωτας αποτελούν βασικά συστατικά της καλής ταινίας. Το μοντάζ κατά τον Γκοντάρ μπορεί να προβαίνει σε αυθαιρεσίες ως προς βασικούς κανόνες του, οι οποίοι είναι η κάμερα να μην πηδάει τον άξονα των 180 μοιρών και να υπάρχει ρακόρ (συμφωνία, σύνδεση) στις διασταυρούμενες κατευθύνσεις των βλεμμάτων μέσα στο κάδρο. Αυτά ο Γκοντάρ τα κατέρριψε συνειδητά. Ας προσθέσουμε και άλλα αποφθέγματα-αρχές του Γκοντάρ που εξάγονται από την πρακτική άλλων σημαντικών σκηνοθετών και άλλων μεγάλων καλλιτεχνών, εικαστικών και συγγραφέων.

Ο Γκοντάρ επιχειρεί να κάνει ένα σινεμά ανεξάρτητο, αδέσμευτο από άκαμπτες νόρμες, που καταλύει τους μυθοπλαστικούς και διηγηματικούς κανόνες, εάν αυτό επιτάσσει η ελεύθερη, μοντέρνα αφήγηση και μυθοπλασία που απορρέει από τη σύλληψη και την αισθητική της ταινίας. Βλέποντας το φιλμ Nouvelle Vague απολαμβάνεις το μπρίο, την πρωτοτυπία, τη δημιουργικότητα και τη σοφία του ιδιαίτερου, πολύ καλλιεργημένου και μορφωμένου, ιδιοφυούς δημιουργού της nouvelle vague, Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, ενός σκηνοθέτη που επεξεργάστηκε με επιμέλεια την αποσπασματικότητα, την ασυνέχεια, το κoλάζ των εικόνων, των ήχων και του μοντάζ στο σύγχρονο σινεμά, σαν ένας κυβιστής του κινηματογράφου, βάζοντας έτσι τις βάσεις μιας σημαντικής τάσης του σύγχρονου κινηματογράφου η οποία εμπεριέχει μια «σπασμένη», νεωτερική αισθητική και αφήγηση και την κινηματογραφική αποστασιοποίηση και αποδόμηση. Που περιέχει το σινεμά μέσα στο σινεμά, το στοχασμό πάνω στο ίδιο το μέσο, μα και πάνω στη μαζική και καταναλωτική, περιβάλλουσα κοινωνία. Να προσθέσουμε επίσης την παράμετρο της κοινωνικοπολιτικής συνείδησης που περικλείουν οι σπουδαίες ταινίες του μεγάλου, ανανεωτή, μοντέρνου –και εν μέρει μεταμοντέρνου– δασκάλου του σύγχρονου σινεμά.

και  lifo.gr/ Nouvelle Vague One cover band to rule them all  

και  lifo.gr/music/ Tα πέντε αγαπημένα τραγούδια των Nouvelle Vague Και ένα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι  

και  athinorama.gr/clubbing/ 'Nouvelle Vague': Πώς ένα μπαρ από τα Τίρανα βρέθηκε στα 50 καλύτερα του πλανήτη 

Διαβάστηκε 465 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2025 11:39
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Τελευταία άρθρα από τον/την Λάκης Ιγνατιάδης

Σχόλια   

0 # Ιγνατιάδης Λάκης 28-11-2025 11:50
- Είμαστε έτοιμοι γι'αυτό, ε;
- Ναι είμαστε
- Δεν κατάφερα να κοιμηθώ χθες βράδυ
- Το ξέρω, σε άκουγα που στριφογύριζες όλο το βράδυ
- Είσαι σίγουρη;
- Όχι δεν είμαι σίγουρη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει σιγουριά
Πως ξέρω ότι κάνουμε το σωστό;
Έχω προαίσθημα
- Ναι, τώρα ακούγεσαι σαν εμένα όταν ήμουν ιερέας
Διάλογος από τη σειρά Task, που δεν ξέρω γιατί, αλλά με το που τον άκουσα το μυαλό μου(;) πήγε στη ταινία Nouvelle Vague. Μυστήριο πράμα
Παράθεση

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση