Όταν έγινε ο πόλεμος στο Ιράκ, ο Γιούργκεν Χάμπερμας και ο Ζακ Ντεριντά, δημοσίευσαν ένα κοινό άρθρο με τίτλο «15 Φεβρουαρίου 2003, ή Τί συνδέει τους Ευρωπαίους;
Μια έκκληση για κοινή εξωτερική πολιτική αρχίζοντας από τον πυρήνα της Ευρώπης» (FAZ 31.5.2003).
Το κείμενο που αναπαρήχθη στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες ήταν μια απόπειρα αναδιατύπωσης μιας νέας ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Τί σημαίνει ευρωπαϊκή ταυτότητα, πώς διακρίνεται από τον ευρωκεντρισμό και την αποικιακή ιδέα της ευρωπαϊκής αποικιακής υπεροχής; Τί μάθαμε από δυο παγκόσμιους πολέμους και το Ολοκαύτωμα;
Πώς από τα διαφορετικά έθνη θα συγκροτηθεί ένα ευρωπαϊκό εμείς; Πώς μας βλέπουν οι μη Ευρωπαίοι και τί διακρίνουν σε μας; Βεβαίως τα συστατικά της ευρωπαϊκής ταυτότητας έχουν διαδοθεί στον κόσμο και συνιστούν τον δυτικό πολιτισμό, αλλά εντούτοις υπάρχει κάτι τί το ιδιαίτερο το οποίο συνιστά την ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα. Αυτό είναι η αναγνώριση της διαφορετικότητας και η ενότητα των διαφοροποιήσεων, η κριτική απόσταση που έχουν οι ευρωπαίοι, και οι θεσμοί που διαφυλάσσουν αυτές τις επιφυλάξεις απέναντι στη θρησκεία, στον καπιταλισμό και στην εξουσία.
Η Ευρώπη το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα κατόρθωσε μια διακυβέρνηση πέραν του έθνους, κατάφερε να εκκοσμικευτεί όσο καμιά άλλη κοινωνία με σεβασμό στο θρησκευτικό αίσθημα των πολιτών της, απέκτησε μια οικονομία της αγοράς στεριώνοντας θεσμούς κοινωνικής αλληλεγγύης που περιορίζουν τη διαβρωτική δύναμη του καπιταλισμού και τέλος προόδευσε επιστημονικά και τεχνολογικά διατηρώντας την ευαισθησία των πολιτών της απέναντι στο παράδοξο της προόδου.
Αυτός ο χαρακτήρας της Ευρώπης πρέπει να βρει έκφραση στην επιδίωξη μιας διεθνούς τάξης η οποία θα βασίζεται σε αρχές δικαίου και θα την εγγυάται ένας μεταρρυθμισμένος ΟΗΕ. Η ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι πράγματι μια «κατασκευή» της δημόσιας σφαίρας, αλλά, όπως συμβαίνει και με τις ιστορικές εμπειρίες, δεν προσδιορίζουν αναγκαστικά τη συνείδηση, αλλά είναι υποψήφιες για την υιοθέτησή τους από αυτή. Αυτά υποστήριζαν οι δυο διανοούμενοι αποφεύγοντας τον ιστορικό ντετερμινισμό και την ουσιοκρατία και αποδίδοντας στον ευρωπαϊκό κανόνα έναν έλλογο, φιλελεύθερο και αναστοχαστικό χαρακτήρα.
Η αμερικανική απάντηση άρχισε εκεί που τελείωνε η Ευρωπαϊκή πρόταση, δηλαδή στη αναφορά στην καντιανή επιδίωξη μιας «Διαρκούς Ειρήνης». Ο Robert Kagan απάντησε με το άρθρο «Οι Αμερικανοί είναι από τον Αρη, οι Ευρωπαίοι από την Αφροδίτη» (Americans are from Mars, Europeans are from Venus», Sunday Times 2.2.2003). Η διαφοροποίηση της Ευρώπης από την Αμερική, υποστήριζε, συνίστατο στο γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι, εξαιτίας της αδυναμίας που τους προκάλεσαν δυο παγκόσμιοι πόλεμοι και η κατάρρευση των αποικιακών αυτοκρατοριών, ζουν σε ένα είδος μετα-ιστορικης καντιανής «Διαρκούς Ειρήνης» όπου τα προβλήματα λύνονται με διευθετήσεις και συμφωνίες, ενώ η Αμερική είναι υποχρεωμένη να εποπτεύει την παγκόσμια τάξη, αναγκασμένη να χρησιμοποιεί βία εναντίον όσων την απειλούν.
Οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, υποστήριζε, πρέπει να ξεπεράσουν τις αυταπάτες για ένα ειρηνικό κόσμο και να υιοθετήσουν έναν καινούργιο φιλελεύθερο επεμβατισμό “new liberal interventionism”. Ο κόσμος δεν αποτελείται μόνο από μεταμοντέρνα κράτη που επιδιώκουν συναίνεση και συμφωνίες, αλλά και από μοντέρνα ή αποτυχημένα κράτη που καταλαβαίνουν μόνο από δύναμη.
Δυο δεκαετίες από τότε, με τον πόλεμο στην Ουκρανία του 2022, και τώρα με τον πόλεμο εναντίον του Ιραν επαληθεύτηκαν οι Kagan and Cooper και όχι ο Χαμπερμας και ο Ντεριντά.
Και οι δυο ανήκουν στη μνήμη της Ευρώπης. Δυστυχώς όχι στο παρόν της.
ΚΑΙ
Γιώργος Παπασωτηρίου
ΠΈΘΑΝΕ Ο ΧΆΜΠΕΡΜΑΣ
Ανήμερα των Χριστουγέννων είχα αναφερθεί στον μεγάλο Γερμανό διανοητή στο θεατρικό έργο Ο Εχθρός του Λαού του Οστερμαγιερ. Στο ερώτημα αν είναι δημοκρατικό να εναντιωνόμαστε στη γνώμη της πλειοψηφίας, ο Χάμπερμας έλεγε:
Σε μία δημοκρατία «κανείς (σ.σ. ούτε η πλειοψηφία) δεν έχει το προνόμιο να χαράζει τα όρια της ανεκτικότητας μόνο από την οπτική γωνία των εκάστοτε δικών του αξιολογικών τοποθετήσεων». Στη δημοκρατία τα όρια αυτά καθορίζονται με βάση τους κοινούς αξιολογικούς προσανατολισμούς που βρίσκουν την έκφρασή τους στο Σύνταγμα. Αλλά ακόμη και η υπέρβαση των ορίων, αυτό που αποκαλείται «ειρηνική ανυπακοή», καθορίζεται ομοίως από το Σύνταγμα. Υπ’ αυτή την οπτική το Σύνταγμα ανέχεται ακόμη και τους αντιπάλους της δημοκρατίας, όπως τους «βλέπει» η πλειοψηφία, οι οποίοι αύριο θα μπορούσαν να αποδειχθούν οι πραγματικοί φίλοι της.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ποιος είχε δίκιο η πλειοψηφία που ανέβασε τον Χίτλερ στην εξουσία ή η μειοψηφία που με όλες τις προσωπικές διακινδυνεύσεις και συνέπειες τον αρνήθηκε και αντιστάθηκε στον ναζισμό;
Οι μειοψηφίες είναι αυτές που είναι υπεύθυνες για όλους τους νεωτερισμούς, είναι αυτές που εισαγάγουν αυτό που αύριο θα γίνει πλειοψηφικό. Και υπ’ αυτή την οπτική πρέπει να προστατεύονται και όχι να διώκονται...
ΚΑΙ
Ο Γιούργκεν Χάμπερμας ( Ντίσελντορφ, 1929-Στάνμπεργκ,2026) ήταν διακεκριμένος Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, ο οποίος εντάσσεται στην παράδοση της κριτικής θεωρίας και επηρεάστηκε σημαντικά από το φιλοσοφικό ρεύμα του αμερικανικού πραγματισμού. Ως καθηγητής πανεπιστημίου υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης φιλοσοφίας, επηρεάζοντας βαθιά τη φιλοσοφική και κοινωνική σκέψη για πολλές δεκαετίες. Το έργο του άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη θεωρητική παράδοση του 20ού αιώνα.
Αναγνωρίστηκε ως ο πιο εξέχων εκπρόσωπος της δεύτερης γενιάς της «Κριτικής Θεωρίας», γνωστής διεθνώς ως «Σχολή της Φρανκφούρτης». Μέσα από τη διδασκαλία και τα γραπτά του, συνέβαλε καθοριστικά στη συνέχιση και την ανανέωση αυτής της πνευματικής παράδοσης. Το σημαντικότερο έργο του θεωρείται η «Θεωρία της Επικοινωνιακής Δράσης», που εκδόθηκε το 1981 και αποτέλεσε σταθμό στην εξέλιξη των κοινωνικών επιστημών και της φιλοσοφικής ανάλυσης της επικοινωνίας.
- Ο Χάμπερμας ανέπτυξε τη θεωρία της δημόσιας σφαίρας, όπου οι πολίτες ανταλλάσσουν απόψεις και ασκούν κριτική.
- Η θεωρία της επικοινωνιακής δράσης του υποστηρίζει ότι η επικοινωνία είναι η βάση για την κοινωνική αλληλεπίδραση και τη συνεννόηση.
- Η σκέψη του επηρέασε την πολιτική θεωρία, προωθώντας τη σημασία της δημόσιας συζήτησης και της συμμετοχής των πολιτών.
- Η κληρονομιά του εστιάζει στην ενίσχυση του διαλόγου και της συμμετοχής για τις σύγχρονες δημοκρατίες.