Είναι ένα βιβλίο πολιτικό εφόσον θέτει θεμελιώδη ερωτήματα ως προς το τι μπορούν να κάνουν η λογοτεχνία, η τέχνη, η κουλτούρα όταν όλα γύρω μας καταρρέουν. Κι αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να διατηρήσουν αναλλοίωτη την ανθρώπινη υπόστασή μας».
Μια συνηθισμένη μέρα. Χτες, δυο χτυπήματα σκότωσαν τέσσερα παιδιά που το μοναδικό τους έγκλημα ήταν ότι έπαιζαν ποδόσφαιρο στην παραλία. Ξυπνάς στο δωμάτιο όπου βολεύτηκες χτες. Το ξενοδοχείο φιλοξενεί εκπροσώπους του διεθνούς Τύπου. Εσύ θα προτιμούσες βέβαια να έμενες σε σπίτι ντόπιου. Αλλά το πρακτορείο σου σ’ έπεισε ότι προέχει η ασφάλεια. Στην πραγματικότητα, λιγοστές συνοικίες είχαν γλιτώσει. Ολάκερες οικογένειες αφανίστηκαν επειδή έμεναν, εν αγνοία τους ή με πλήρη συνείδηση, κοντά σ’ έναν χώρο παρανομίας. Τα χειρουργικά χτυπήματα άπτονται συχνά του ιατρικού λάθους.
O ήλιος ρίχνει βαθιές σκιές στο έδαφος και στους τοίχους. Μες στο υπέροχο φως διαγράφονται οι σιλουέτες των περαστικών. Ανακαλύπτεις για πρώτη φορά αυτή την πόλη που οι εικόνες της φαντάζουν ουρανόσταλτες. Στο πεζοδρόμιο, οι πάγκοι επωφελούνται απ’ τη νηνεμία για να δελεάσουν τον πελάτη. Τα χρώματα εκρήγνυνται κάτω απ’ το λιόφωτο. Το κόκκινο της ντομάτας, το πράσινο των φρέσκων μυρωδικών, το κίτρινο του λεμονιού. Οι τάβλες ξεχειλίζουν από ζωή. Και οι άνθρωποι συνωστίζονται ολόγυρά τους, με τα χέρια γεμάτα, τα μάτια ζωηρά. Τα παιδιά σκούζουν, οι γυναίκες είναι απασχολημένες, όλα είναι κίνηση. Ο έμπορος πάει πέρα δώθε, ζυγίζει, κουβεντιάζει, τυλίγει. Να όμως που κάτι προδίδει μια κόπωση. Η προσπάθεια για την κάθε χειρονομία ίσως. Ο άντρας ξέρει πως η ηρεμία είναι πάντα πρόσκαιρη. Ετσι πουλάει γρήγορα, πουλάει ό,τι έχει και δεν έχει. Σαν να μην υπάρχει αύριο. Η σκόνη, πανταχού παρούσα, τα σκεπάζει όλα. Μια αίσθηση χώματος, ο λαιμός κατάξερος.
Παίρνεις τα σοκάκια λίγο παρακάτω. Η συνοικία δεν έχει χτυπηθεί. Κατεβαίνεις τα τελευταία πέτρινα σκαλοπάτια, σημαδεμένα από τις πατημασιές τόσων και τόσων γενεών Παλαιστινίων. Εκεί απόθεσαν λόγια που τα πήρε ο αγέρας, εκεί γνώρισαν τα πρώτα τους ερωτικά σκιρτήματα, εκεί ξανάφτιαχναν τον κόσμο λες κι αυτό θα τους έφερνε την ελπίδα. Λες και κάποιοι ενδιαφέρονταν ακόμη για κείνους. Οι κεντρικοί δρόμοι σφύζουν από ζωή. Μια ζωή συμπτωματική όμως. Λες κι όλα θα γκρεμίζονταν με το παραμικρό τράνταγμα. Οι ταμπέλες με τα ονόματα σβησμένα απ’ τον ήλιο και την κατάρρευση, τα γράμματα ξέθωρα απ’ τα χρόνια. Ξαναβάφουν μια πόρτα εδώ, καθαρίζουν μια βιτρίνα πιο πέρα. Λες κι η παραμικρή προσπάθεια αποκατάστασης ή συντήρησης θα ξόρκιζε την κακοτυχιά. Η Γάζα είναι μια πόλη που η ιστορία της γράφεται ξανά και ξανά. Ο καθένας προσφέρει την έμπνευσή του, τις αποσιωπήσεις του. Κι όλοι φοβούνται τη στιγμή μιας κίνησης που δε θα τους ανήκε πια, τη στιγμή που μπαίνει η τελεία.
…
Η κόρνα παλιών αυτοκινήτων, ήχος στριγκός, ατέλειωτες διαμαρτυρίες. Ο μεταλλικός θόρυβος από κάρα που τα σπρώχνουν σε δύσβατα καλντερίμια. Και οι φωνές των πραματευτάδων και των περαστικών που υψώνονται, βραχνές, ενίοτε εκνευρισμένες, συνήθως εγκάρδιες. Στη στροφή ενός άλλου δρόμου, σου ’ρχεται η μυρωδιά του αλατιού και της αύρας που φέρνει ο αγέρας.
Ξάφνου, βρίσκεσαι σε μια από τις μαρτυρικές συνοικίες. Και τότε αντικρίζεις την κόλαση που ξεβράστηκε στην επιφάνεια. Μια υπαίθρια χωματερή. Ο,τι ο πόλεμος ξερνάει, καταστρέφει, θάβει, εκμηδενίζει. Προσόψεις διαλυμένες, ξεκοιλιασμένες σαν κουφάρια ψόφιων ζώων. Τα μπετονένια σωθικά κρέμονται, ανάκατα, σκορπισμένα στα πεζοδρόμια. Τα σπίτια δεν είναι πια παρά θωρακικές κοιλότητες, σμπαραλιασμένες. Λες κι είχαν εκραγεί σε χίλια κομμάτια. Στο απέναντι κτίριο, μπαλκόνια μισοπεσμένα· καλώδια, όμοια με φίδια νεκρά, κρέμονται άθλια, σωλήνες αδειάζουν στις προσόψεις. Τα βγαλμένα μάτια των παραθύρων. Τρύπες χάσκουσες που σε κοιτάζουν δίχως να βλέπουν τίποτα. Ολα μοιάζουν να ουρλιάζουν. Να ουρλιάζουν χωρίς λόγο. Τα πεζοδρόμια είναι μια θάλασσα από μπάζα, κομμάτια μπετόν κονιορτοποιημένα, δοκάρια σπασμένα, θαρρείς κι ένας γίγαντας συνέθλιψε την πόλη κάτω απ’ τα πόδια του. Τα αυτοκίνητα, ή τέλος πάντων ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτά, καμένα, καρβουνιασμένα, το ένα πάνω στ’ άλλο μες στα ερείπια, σαν προσαραγμένες βάρκες. Κουρελιασμένες σημαίες μαρτυρούν μια απατηλή προσμονή. Με κάποιες αποχρώσεις κόκκινου ή πράσινου, γαντζωμένα όπου λάχει, κομμάτια από σάρκες που κρέμονται. Απελπισμένα γκράφιτι ψυχομαχούν στους θρυμματισμένους τοίχους. Ολα αυτά δεν έχουν πια σημασία. Ενα νεκροταφείο όπου ακόμη και οι σκιές φαντάζουν χαμένες.
Πηγή: kathimerini.gr/culture
Σ.Δ. Και κάποια ακόμα, πιο μικρά.
"Ένας Παλαιστίνιος περπατάει σε κάποιο δρόμο της Γάζας μ' έναν μπούφο στον ώμο. Ένας Ισραηλινός στρατιώτης, απορημένος τον ρωτάει: "Που πας με τον μπούφο;" Ο Παλαιστίνιος απαντάει: " Δεν είναι μπούφος, είναι ο δικηγόρος μου". Ο στρατιώτης γελάει και του λέει:"Ο δικηγόρο σου;!" Ο μπούφος γυρίζει το κεφάλι του και μουρμουρίζει: "Μην απαντάς, προσπαθεί να σε παγιδέψει".
" Έλα πάμε μια βόλτα φίλε μου".
Βγάζει έναν ωραίο βασιλικό χουρμά Μετζούλ από την τσέπη του, σου τον προσφέρει. Κι ακόμα έναν για κείνον. Τον δαγκώνει βαθιά αφήνοντας ν'ακουστούν τα κοφτά πλαταγίσματα της γλώσσας και ζαρώνοντας τα μάτια. Ίσως ένας τρόπος για ν'αποδιώξει τις μαύρες σκέψεις του και με την πίκρα που στοιχειώνει την πόλη. Για να ξαναβρεί φευγαλέα τον καιρό της παιδικής ηλικίας.Τον καιρό της ανεμελιάς και της αφέλειας.
" Η Τζαμπαλίγια δεν ήταν βέβαια ο παράδεισος, αλλά εκεί ζούσαμε το 1967. Μεγαλώναμε. Οι γονείς μου γερνούσαν γαλήνια. Τελικά είχαμε συνηθίσει. Οι ισραηλινές δυνάμεις πραγματοποίησαν στην αρχή αεροπορικά χτυπήματα για να αποδυναμώσουν την άμυνα του καταυλισμού. Πυκνοί καπνοί, μεγάλος πανικός. Η μητέρα μου μάζευε διάφορα συμπράγκαλα, τα πετούσε, τσίριζε προσταγές που δεν καταλαβαίναμε. Η αδελφή μου είχε κολλήσει σ'έναν μεσότοιχο, με τα μάτια ορθάνοιχτα, βουβή σαν πέτρα. Ο πατέρας μου σαστισμένος προσπαθούσε να μας σώσει.Εγώ κοιτούσα έξω, από την τρύπα στον τοίχο που μας χρησίμευε για παράθυρο. Ο δρόμος ήταν κίτρινος, το φως γινόταν ένα με τον καπνό. Υπήρχε εκείνη η μυρωδιά του πυρωμένου μετάλλου, του ντίζελ, του θανάτου που πλανιόταν. Κι ύστερα τα τανκς. Ένας ορυμαγδός. Μακρινός στην αρχή. Υπόκωφος. Οι πρώτες δονήσεις ήρθαν από το έδαφος, Σχεδόν σαν κτύποι καρδιάς. Μα όχι τη δική μου. ¨Ηταν η καρδιά της γης που σπαρταρούσε κάτω απ' τις ερπύστριες.
Ο βιβλιοπώλης δείχνει συγκινημένος, ανοίγει το βιβλίο του, μια παλιά έκδοση του έργου, διαβάζει στ'αραβικά έναν μονόλογο, τον οποίο σου μετάφράζει:
Και πάνω απ'όλα, να είσαι αληθινά
αυτός που είσαι, και είναι σίγουρο
όσο η νύχτα ακολουθεί τη μέρα,
ότι κανέναν δεν θα εξαπατήσεις".
( Άμλετ, Πράξη 1η, σκηνή 3.)
"Ο Χαφέζ, η Χιάμ κι εγώ γυρίσαμε στη Γάζα, το 1973 μετά τον πόλεμο του Κιπούρ. Επιλογή μας ήταν. Πτυχιούχοι πλέον, καιρός ήτανε να γυρίσουμε και να παλέψουμε για την απελευθέρωσή της της πατρίδας, ο καθένας με τον τρόπο του.
" Η πόλη ήταν μοιρασμένη, διαμελισμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους. Ένα μέρος βρισκόταν στη λωρίδα της Γάζας. Το άλλο εκτεινόταν στην αιγυπτιακή χερσόνησο του Σινά. Οι συνθήκες διαβίωσης θύμιζαν εκείνες της Τζαμπαλίγια, όλα έμοιαζαν με χάσκοντα ρήγματα ακόμα και στο εσωτερικό της παλαιστινιακής κοινότητας. Όλά ήταν περίπλοκα σε τούτη την πόλη. Πολύ περισσότερο απ'αλλού. Η Χιάμ δούλευε στο ιατρείο της UNRWA σε κάποιον καταυλισμό προσφύγων. Εγώ δίδασκα. Ο Χαφέζ απόφάσισε να αλλάξει ρότα, να εγκαταλείψει τη δημοσιογραφία για την πολιτική. Εντάχθηκε στον πυρήνα επικοινωνίας της PLO και προσπαθούσε να παρασύρει κι εμάς σε δημόσιες συνεδριάσεις.
Σ.Δ. Ο ΡΑΣΙΝΤ ΜΠΕΝΖΙΝ γεννήθηκε το 1971 στην Κενίτρα του Μαρόκου. Είναι ισλαμολόγος, πολιτειολόγος, μυθιστοριογράφος και δραματουργός, και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες φωνές του φιλελεύθερου Ισλάμ στον γαλλόφωνο κόσμο. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και οικονομικά στα πανεπιστήμια Paris-Descartes και Versailles.
Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του πορεία ως καθηγητής και ερευνητής, διδάσκοντας σε πανεπιστήμια όπως το Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών της Αιξ-αν-Προβάνς και το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λουβέν. Συμμετέχει στην Εθνική Επιτροπή Δεοντολογία για τις Βιοεπιστήμες και την Υγεία της Γαλλίας. Έχει γράψει βιβλία για το Ισλάμ στα οποία το προσεγγίζει ιστορικά, με έμφαση στην αλληγορική και φιλοσοφική ανάγνωση του Κορανίου. Στα ελληνικά κυκλοφορεί και το βιβλίο του "Νουρ, γύρνα στον κόσμο" (2017).
Η ιστορία του βιβλίου έχει περιληπτικά ως εξής:
Ο Ζυλιέν Ντεμόνζ είναι ένας Γάλλος φωτογράφος ο οποίος επισκέπτεται την κατεστραμμένη Γάζα, όπου και συνειδητοποιεί πόσο αποκαρδιωτικό και θλιβερό είναι το θέαμα που αντικρίζει, παρότι ήταν ήδη προετοιμασμένος γι’ αυτό. Μια γενική ερήμωση παντού, μια ερειπωμένη πόλη, σκόνη ατέλειωτη, καπνός και ερημιά. Τίποτα δε θυμίζει τη ζωή, τίποτα δεν είναι πια ζωή. Ένα χάος και μια γενική αταξία προδίδουν το αποτέλεσμα ενός άνισου πολέμου προγραμματισμένου από την αρχή να σπείρει παντού τον θάνατο. Μέσα στα συντρίμμια αυτά ωστόσο, κάπου ανάμεσα σε έναν πάγκο ενός αρτοποιού και ενός υποδηματοποιού, ο φωτογράφος εστιάζει το βλέμμα του σε μια βιτρίνα ενός καταστήματος το οποίο εκθέτει εκατοντάδες βιβλία, ενώ ένας ηλικιωμένος άνδρας κάθεται δίπλα σ’ αυτά και διαβάζει, διαβάζει ενώ γύρω του περιβάλλεται από τα ερείπια του πολέμου.
Ο Ζυλιέν επιθυμεί να φωτογραφίσει τον άντρα αυτόν που είναι και ο βιβλιοπώλης του καταστήματος. Εκείνος, προτού τον φωτογραφίσει όμως, τον καλεί να περάσει μέσα στο κατάστημα για ένα τσάι αλλά και για να του αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του, η οποία, όπως φαίνεται στην πορεία της αφήγησης, αντιπροσωπεύει την ιστορία ενός ολόκληρου λαού, μιας ολόκληρης χώρας.
Το βιβλίο του Ρασίντ Μπενζίν* «Ο βιβλιοπώλης της Γάζας», με το που κυκλοφόρησε στη Γαλλία, τα δικαιώματα πουλήθηκαν σε 14 χώρες. Στην Ελλάδα το βιβλίο κυκλοφόρησε στις 23 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη. Το βιβλίο πραγματεύεται με σπάνια δύναμη και αμεσότητα τη γνωριμία ενός Γάλλου φωτογράφου με έναν Παλαιστίνιο ηλικιωμένο βιβλιοπώλη με φόντο τον παραλογισμό του πολέμου και του φανατισμού.