Αθελά του ο Ντε Νίρο έπαιξε σε ένα κακόγουστο sequel του «Τaxi Driver», όπου όμως αντί για ταξί οδηγεί αλγόριθμους.
Πάνω σε αυτήν την ιστορία των ημερών μπορούν να γίνουν τέσσερις παρατηρήσεις:
1. Το περιστατικό δεν είναι μόνο «ελληνικό».
Πρόκειται για ένα διεθνές μοτίβο που ανακυκλώνεται σε πολλές γλώσσες και κοινότητες στο Facebook.
Η ίδια ακριβώς φράση («America’s first 100% free homeless hospital») έχει εμφανιστεί μαζικά με πολλούς διαφορετικούς ήρωες.
Χθες ήταν ο Ντε Νίρο, παλιότερα ο Κίανου Ρήβς, ο Ερικ Κλάπτον και αρκετοί ακόμα.
Όπως έχει αποδειχτεί, τέτοιες αναρτήσεις ξεκινούν από σελίδες με διαχειριστές που βρίσκονται γεωγραφικά πολύ μακριά.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση και στο συγκεκριμένο προ-χθεσινό «κύμα» αναφέρεται έντονα το Βιετνάμ ως κόμβος διαχείρισης της διασποράς της δήθεν είδησης.
Επομένως, το ελληνικό Facebook απλώς «έπεσε» πάνω σε ένα διεθνές πακέτο έτοιμο για αναπαραγωγή, όπως γίνεται πολλές φορές και με πολλές διαφορετικές περιπτώσεις.
2. Γιατί τα fake news υπερ-διαδίδονται τόσο εύκολα; Η πιο στιβαρή εμπειρική ερμηνεία που διαθέτουμε είναι ότι το ψευδές περιεχόμενο τείνει να διαδίδεται ταχύτερα, μακρύτερα και βαθύτερα από το αληθές, κυρίως λόγω ειδικών ψυχολογικών μηχανισμών που επηρεάζουν την ατομική συμπεριφορά. Τέτοιοι μηχανισμοί μπορεί, παραδείγματος χάριν, να είναι η κατάπληξη (πολλοί άνθρωποι τείνουν να μοιράζονται πιο εύκολα κάτι που φαίνεται ή είναι «καταπληκτικό»), το συναίσθημα υψηλής διέγερσης (οργή ή συγκίνηση) ή, ένας μηχανισμός προβολής της ατομικότητας του καθενός μας - οι «καλές ειδήσεις» δημιουργούν τη συνθήκη «δες τι άνθρωπος είμαι που το μοιράζομαι» - που αποτελεί ουσιαστικά και ένα φθηνό κοινωνικό κεφάλαιο.
Όλα τα παραπάνω, ίσως και περισσότερα ακόμα, λειτούργησαν ως καύσιμο της συγκεκριμένης Fake είδησης με τον Ντε Νίρο.
3. Το αξίωμα «όσο μεγαλύτερο είναι το ψέμα τόσο πιο πιστευτό γίνεται» είναι συγγενές με την ιδέα του big lie στην προπαγάνδα. Ιστορικά αποδίδεται στη ναζιστική πρακτική και ρητορική και συνδέεται με την υπόθεση ότι το τεράστιο ψέμα δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι κάποιος θα το επινοούσε. Το αν είναι «καλό» ή «κακό» το περιεχόμενο δεν το κάνει ακίνδυνο όταν είναι ψευδές και γίνεται viral. Γιατί εκπαιδεύει το κοινό σε έναν λάθος κανόνα: Δεν πειράζει να μοιράζομαι χωρίς έλεγχο, αρκεί να είναι ωραίο. Αυτός είναι ο επιδημιολογικός παράγοντας για την επόμενη (πιο τοξική) παραπληροφόρηση. Γιατί οργανώνει μηχανισμό εξαπάτησης και γιατί διαβρώνει την εμπιστοσύνη στην ίδια την έννοια του «γεγονότος». Όταν πολλές ειδήσεις που διακινούνται είναι από κατασκευασμένες έως παραπλανητικές δυσκολεύεσαι να διακρίνεις και την ακριβή είδηση. Δεν πιστεύεις ούτε σε αυτήν. Στη συνθήκη αυτή κερδίζει όποιος φωνάζει δυνατότερα (έχει δηλαδή τον έλεγχο των Μέσων Ενημέρωσης), όχι όποιος έχει δίκιο.
4. Γιατί πολλοί άνθρωποι δεν κατέβασαν την ανάρτηση για τον Ντε Νίρο παρά το γεγονός ότι τους επισημαινόταν διαρκώς ότι ήταν fake news; Εδώ υπεισέρχεται η «οικονομία του εγώ», μια βαθιά ιδεολογική και ψυχολογική διάσταση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας ακόμα και σε μορφωμένους ή αριστερούς ανθρώπους. Εν πρώτοις, πολλοί / ές δεν βλέπουν καν τα σχόλια, είτε εκουσίως (αδιαφορία) είτε ακουσίως ((ρυθμίσεις ειδοποιήσεων, αλγόριθμος).
Είναι πιθανόν, επίσης, να υποκρύβεται και απροθυμία παραδοχής λάθους. Το κατέβασμα είναι δημόσια ομολογία του λάθους. Και πολλοί άνθρωποι δεν την αντέχουν, οπότε προτιμούν να το αφήσουν να ξεχαστεί.
Υπάρχει, ακόμα, ο μηχανισμός αντίδρασης σε μια παρατήρηση. Σε κλίμα γενικευμένης δυσπιστίας, η παρατήρηση του λάθους εκλαμβάνεται ως επίθεση, όχι ως βοήθεια ή συντροφικότητα. Τέλος, μπορεί να υπάρχει και ένας μηχανισμός σιωπηλού κινήτρου. Κάποιοι άνθρωποι το μοιράζονται όχι επειδή το πιστεύουν 100%, αλλά επειδή τους αρέσει το συναίσθημα, η εικόνα, η αφήγηση, ο ίδιος ο κεντρικός ήρωας. Η αλήθεια είναι δευτερεύουσα.
Η ειρωνεία είναι ότι αυτό το τελευταίο («μου αρέσει ως ιστορία») είναι σχεδόν ο ορισμός της μετα-αλήθειας: η χρησιμότητα του μύθου πάνω από την ακρίβεια του γεγονότος.