Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2025 19:11

Αναμνήσεις από τον Γιάννη Ρίτσο του Ιταλού φίλου του και μεταφραστή του Nicola Croceti, από το fb

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

fb65Ο Γιάννης Ρίτσος, δεν έκανε πολλά ταξίδια στο εξωτερικό. Οι πρώτες έξοδοί του από την Ελλάδα ήταν οι επισκέψεις του στη Σοβιετική Ένωση και την Κούβα, και οι δύο πριν από το 1967. 

Mετά την πτώση της δικτατορίας έκανε ένα δεύτερο ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση, το 1977, όταν του απονεμήθηκε το Βραβείο Λένιν, και λίγο αργότερα ταξίδεψε στη Μεγάλη Βρετανία, για την τελετή της αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ. 

Όμως, λίγοι γνωρίζουν πως ο Ρίτσος έκανε εφτά ταξίδια στην Ιταλία. Η αιτία, αυτής της προτίμησης, συνδέεται με τη φιλία του με τον γράφοντα, ο οποίος μετέφρασε στα ιταλικά εξήντα, περίπου, από τις εκατό και πλέον ποιητικές συλλογές του. 

Η πρώτη μας συνάντηση έγινε το 1972 στη Σάμο, υπό συνθήκες που θα ήταν ευφημισμός να τις χαρακτήριζα περιπετειώδεις. Είχα μόλις δημοσιεύσει την πρώτη μετάφραση του ποιητικού έργου του, με τίτλο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ-ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ, από τον εκδοτικό οίκο ΓΚΟΥΑΝΤΑ.

Ο Ρίτσος, βρισκόταν τότε σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Καρλόβασι, στο οποίο ταξίδεψα, με σκοπό να τον γνωρίσω, όχι χωρίς κάποιο κίνδυνο, γιατί τον παρακολουθούσε στενά η χωροφυλακή.

 Το πρώτο, από τα εφτά ταξίδια του Ρίτσου, στην Ιταλία ήταν και η πρώτη έξοδός του από την Ελλάδα, μετά το τέλος της δικτατορίας. 

Ήταν το 1976, και η μετάφρασή μου, του βιβλίου του Η ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ, πήρε το σημαντικό ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΙΤΝΑ-ΤΑΟΡΜΙΝΑ, που η απονομή του γινόταν στη Σικελία, στην Κατάνια. Το ταξίδι αυτό έδωσε στον Ρίτσο την ευκαιρία να γράψει την πρώτη από τις «ιταλικές» συλλογές του, τη ΜΕΤΑΓΓΙΣΗ (δημοσιεύτηκε από τον εκδοτικό οίκο ΕΪΝΑΟΥΝΤΙ), η οποία, μαζί με δύο ακόμη συλλογές που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια δύο άλλων ταξιδιών (Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ, ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΟΧΗ), θα αποτελούσε τη σύνθετη συλλογή ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ. 

Το δεύτερο ταξίδι, στη Σικελία πάντα, έγινε το 1978 για μιαν άλλη απονομή (για τη μετάφραση του ΜΕΤΑΓΓΙΣΗ), εκείνη του βραβείου ΜΟΝΤΕΛΟ, που θα γινόταν στο Παλέρμο. Αυτή τη φορά ο Ρίτσος συνοδευόταν από τη Νανά Καλλιανέση (φωτογραφία στα σχόλια), τη μυθική ιδρύτρια του ΚΕΔΡΟΥ. 

Θυμάμαι τα σχόλια του κόσμου που είχε συρρεύσει για την τελετή της απονομής. Ο Γιάννης, ευθυτενής και αγέρωχος, με το απαραίτητο τσιγάρο στα δάκτυλα· η Νανά ψηλή και ωραιότατη με τον υπέροχο κότσο και με τρόπους που θα τη ζήλευε η Γκρέτα Γκάρμπο. «Πόσο όμορφοι είναι», έλεγε το πλήθος γεμάτο θαυμασμό. «Μοιάζουν με ελληνικούς ολύμπιους θεούς». 

Ο θαυμάσιος τρόπος, με τον οποίο ο, έμπειρος στην απαγγελία στίχων, Ρίτσος διάβασε τα ποιήματά του ξεσήκωσε θύελλα χειροκροτημάτων. Το καθένα από αυτά τα ταξίδια είχε ως αφορμή μια δημόσια αναγνώριση ή την απονομή ενός βραβείου.

Συνήθως, ξεκινούσαμε με το αυτοκίνητο από το Μιλάνο, όπου ζω, και όπου ο Γιάννης έφτανε αεροπορικώς, με προορισμό μας την πόλη όπου θα του απονεμόταν η τιμή (Κατάνια, Παλέρμο, Μπιέλα). Όμως, ο κύριος σκοπός του ταξιδιού μας ήταν η επιθυμία και η ακόρεστη δίψα του Ρίτσου να δει και να γνωρίσει τις ιταλικές πόλεις, τα μουσεία τους, να περπατήσει στους δρόμους και στα μαγαζιά, σαν ένας απλός ταξιδιώτης. 

Κάθε ταξίδι περιείχε, λοιπόν, πολυάριθμα άλλα, μικρότερα ταξίδια, που οδηγούσαν από τη Σικελία στο Μιλάνο, από τη Ρώμη στην Περούτζια, στη Φλωρεντία, στη Σιένα, στη Ραβένα, στη Βενετία. Μου είναι αδύνατον να θυμηθώ όλους τους τόπους, όπου σταματούσαμε, τα πράγματα που ανακάλυπτε ο Ρίτσος, τους περιπάτους, δίχως συγκεκριμένο σκοπό, τα άπειρα περιστατικά. 

Από τον Γιάννη, εκείνων των ταξιδιών, θυμάμαι το αίσθημα της απόλυτης ελευθερίας, που ένιωθε, καθώς περπατούσε, χωρίς να μπορεί κανείς να τον αναγνωρίσει· την αίσθηση της ανωνυμίας, της «αφάνσιας», όπως του άρεσε να λέει, που ερχόταν σε αντίθεση με τη λαοφιλία του, στον τόπο του, η οποία ήταν τότε στο απόγειό της. 

Ωστόσο, δεν ήταν πάντα έτσι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που Έλληνες, οι οποίοι ζούσαν στην Ιταλία, φοιτητές κυρίως, τον αναγνώριζαν. Θυμάμαι, την πρώτη φορά που συνέβη αυτό, στο Μιλάνο. Διασχίζαμε έναν δρόμο, όταν ένα διερχόμενο αυτοκίνητο χαμήλωσε ταχύτητα, ο οδηγός κατέβασε το τζάμι, έβγαλε έξω το κεφάλι και φώναξε: «Γεια σου Ρίτσο, μεγάλε ποιητή». Πριν ο Γιάννης προλάβει να τον κοιτάξει και να συνέλθει από την έκπληξη, το αυτοκίνητο είχε χαθεί. 

Μια άλλη φορά βρισκόμασταν σε βιβλιοπωλείο στη Σιένα, όταν μπήκε ένα Ιταλάκι και ζήτησε «ένα βιβλίο του Ρίτσου». Και σ’ αυτή την περίπτωση η έκπληξη ήταν τέτοια, που, ούτε ο Ρίτσος βρήκε το θάρρος να μιλήσει στο παιδί ούτε κι εγώ να του πω: αυτός είναι ο ποιητής που ψάχνεις, με σάρκα και οστά. Όμως, δεν ήταν λίγες και οι φορές που κάποιος τον αναγνώριζε και πλησίαζε συγκινημένος για να του μιλήσει. 

Κανένα ταξίδι δεν ήταν για τον Ρίτσο απλή αναψυχή ή τουρισμός. Όπως δεν έσβηνε ποτέ το τσιγάρο στο χέρι του (κάπνιζε δύο-τρία πακέτα την ημέρα), έτσι δεν αποχωριζόταν ποτέ το σημειωματάριό του, που κάθε τόσο το έβγαζε από την τσέπη, για να συγκρατήσει κάτι, να γράψει ένα ποίημα, να ζωγραφίσει ένα τοπίο, ή ένα πρόσωπο. Τα πακέτα των τσιγάρων που άδειαζαν δεν τα πετούσε. Κατά τη συνήθεια που είχε αναπτύξει στα διάφορα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και τις εξορίες, (όπου το χαρτί ήταν πράγμα σπάνιο και όπου έγραφε, σχεδίαζε ή χάραζε, ακόμα και σε πέτρες) τα χρησιμοποιούσε, επίσης, για να σχεδιάσει ή να γράψει κάτι. Έχω φυλάξει δεκάδες γραμμένα πακέτα ΑΣΣΟΣ, αλλά και ένα πλήθος παρόμοιων σκόρπιων φύλλων: δρομολόγια τρένων, μενού εστιατορίων, ακόμα και χαρτοπετσέτες. 

Εντούτοις, οι δυνατότερες μνήμες μου είναι οι συζητήσεις μας για την ποίηση, για τη ζωή του και τις αναμνήσεις του. Η παρατηρητικότητά του ήταν εκπληκτική. Θα έλεγα πως, κοιτούσε το κάθε πράγμα, το κάθε πρόσωπο, τον κάθε τόπο, με μάτια απολύτως ασκημένα στο να εξιχνιάζουν το ανεξιχνίαστο. Δεν του ξέφευγε τίποτε. Με εξέπληττε, διαρκώς, κάνοντάς με να παρατηρώ λεπτομέρειες και πράγματα που τα είχα δει αμέτρητες φορές, όμως, με τον Ρίτσο, ήταν σαν να τα έβλεπα για πρώτη φορά. Συχνά,, έδειχνε να είναι εκείνος ο οδηγός και ξεναγός μου και εγώ ο επισκέπτης, στον ίδιο μου τον τόπο. Σε πόλεις, και τοποθεσίες που μου ήταν πέρα για πέρα οικείες. 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την επίσκεψή μας στα βυζαντινά μωσαϊκά της Ραβέννας, που τα γνώριζα πολύ καλά, ενώ εκείνος θα τα έβλεπε για πρώτη φορά. Ήταν σαν να τα έβλεπα για πρώτη φορά εγώ, λοιπόν. Μου μιλούσε γι’ αυτά, λες και ήταν το αντικείμενό του. 

Για να δώσω ένα παράδειγμα της παρατηρητικότητάς του θα αναφέρω ένα περιστατικό από αυτή την επίσκεψη, που την κάναμε, το 1981, την επομένη της δολοφονικής απόπειρας εναντίον του Πάπα. Βλέπαμε τα μωσαϊκά μαζί με μια τάξη ενός λυκείου. Και οι δύο, είχαμε μείνει έκθαμβοι από την ομορφιά μιας μαθήτριας, 15-16 ετών, με την οποία διασταυρωθήκαμε μερικές φορές καθώς μελετούσαμε το εσωτερικό της βασιλικής του Αγίου Βιταλίου. 

Όταν αργότερα καθίσαμε σ’ ένα εστιατόριο, ο Γιάννης, σχεδίασε από μνήμης, το πορτρέτο του κοριτσιού. Η εικόνα, έδειχνε σαν φωτογραφία, τόσο πιστά της έμοιαζε. Δεν ξέρω, πόσοι καλλιτέχνες, ζωγράφοι ή σκιτσογράφοι, θα μπορούσαν να αποτυπώσουν, με τέτοια θαυμαστή ακρίβεια, ένα πρόσωπο που το έχουν δει μόνο φευγαλέα. 

Μου χάρισε το πορτρέτο που το έχω κορνιζάρει. Το φυλάω ευλαβικά, μαζί με διάφορα μπλοκάκια, γεμάτα από σκίτσα προσώπων και εικόνες τοπίων, με εκατοντάδες φωτογραφίες, που τραβήξαμε στα πιο απίθανα μέρη, με τις περίπου τριακόσιες πέτρες, που ζωγράφισε και μου χάρισε, κατά τη διάρκεια της διαμονής μου στην Αθήνα, ή τη Σάμο - ενθύμια εκείνων των ανεκτίμητων ταξιδιών και πολύτιμη κληρονομιά της φιλίας του.

????

Αν σε ενοχλεί το φως

το φταίξιμο δικό σου.

????

Δεν το 'χω σκοπό ν' αγιάσω. Βαριέμαι όσο δεν παίρνει τους αγίους, και προπάντων εκείνους που το ξέρουν πως θα γίνουν Άγιοι και γλαρώνουν ζαχαρολυπημένα τα μάτια τους για ναν τους πάρει έτσι κάπως υπεργήινους ο φακός του φωτογράφου μου. Στη μέση της κάμαρας η μεγάλη πράσινη λεκάνη της εξορίας – τέλειος κύκλος.

????

Άδειο το σπίτι. Τα παράθυρα κλειστά.

Γυμνή, παλλόμενη, απλωμένη στο κρεβάτι

Η απουσία του σώματός σου

Αθήνα, 31.ΙΙΙ.82

????

Γύρισες απ' την αγορά κουβαλώντας γελούμενη

ψωμί, καρπούς και πλήθος λουλούδια. Στα μαλλιά σου, το βλέπω,

έχει περάσει τα δάχτυλα ο άνεμος. Δεν αγαπώ τον άνεμο,

στο ξαναλέω. Και τι τα θέλεις τόσα λουλούδια;

Ποιο απ' όλα σου χάρισε επιπλέον ο ανθοπώλης;

Κι ίσως μες τον καθρέφτη του ανθοπωλείου να 'χει μείνει

η εικόνα σου πλάγια φωτισμένη με μια γαλάζια κηλίδα στο

πηγούνι σου. Δεν αγαπώ τα λουλούδια. Στο

στήθος σου ένα άνθος μεγάλο σαν ολόκληρη μέρα.

????

μ’ ενδιέφεραν πάντοτε τα καταστήματα ειδών υγιεινής

ιδίως τις νύχτες μετά το σινεμά στην οδό Αχαρνών ή 3ης Σεπτεμβρίου

ή εκείνα στον Άγιο Παντελεήμονα πίσω απ’ τα πολυκλαδεμένα

χειμωνιάτικα δέντρα

αντανακλάσεις στην άσφαλτο φώτα ζαχαροπλαστείων μάγκες ταξιτζήδες…

(από) Το Τερατώδες Αριστούργημα

????

To ασύλληπτο ίσως να το αντέχουν δυο μαζί,

αν και ποτέ δεν εμφανίζεται παρά μονάχα σ' έναν.

????

Δεν αντέχω – είπε –  

τόση ομορφιά και τόση αμαρτωλή αγιότητα. Θα βγω στον άσπρο

εξώστη

να καπνίσω συνέχεια δεκαπέντε τσιγάρα, αποθαυμάζοντας από

ψηλά

τη θέα της Ρώμης, βλέποντας κάτω τα μεγάλα λεωφορεία

ν’ αδειάζουνε τσαμπιά τουρίστες στα προπύλαια του Μουσείου,

σπάζοντας με τα δυο μου δάχτυλα μέσα στην τσέπη του παντελονιού μου

ένα σωρό κλεμμένες οδοντογλυφίδες, σαν να σπάζω

όλους τους ξύλινους σταυρούς όπου σταυρώθηκαν οι ανθρώπινες

επιθυμίες.

Ρώμη, 18.ΙΧ.78

????

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ*

Πριν από εσένα ήσουν εσύ; 

Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας.

Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα 

τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι 

μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι

πέταξα το ποτήρι απ΄το παράθυρο.

Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε».

????

Να λες: ουρανός· κι ας μην είναι.

Γιάννης Ρίτσος

Φώτης  Νυχτολέας

Τελευταία άρθρα από τον/την Φώτης Νυχτολέας

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση