Εκεί, σε σκοτσέζικα αρχεία, ο Παναγόπουλος βρήκε τυχαία ένα κινηματογραφικό υλικό, 45 λεπτά έγχρωμου φιλμ χωρίς ήχο, που απεικονίζει τα άνθη και τα φυτά της παλαιστινιακής γης την περίοδο 1930-40. Η βρετανική αποικιοκρατία «βλέπει» φυσιοδιφικά τη χλωρίδα, καταρτίζει ένα φιλμικό φυτολόγιο, ένα αισθητικό λεύκωμα με τη flora του αποικιοκρατούμενου Λεβάντε, εκεί που κάποτε ήταν το σταυροφορικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Εχουν φύγει οι Οθωμανοί, έχουν εγκατασταθεί οι Αγγλογάλλοι.
Ο Παναγόπουλος παρατηρεί ότι σε 45 λεπτά υλικού, Παλαιστίνιοι άνθρωποι εμφανίζονται μόνο για 2 λεπτά και 40 δεύτερα. Το βλέμμα του άποικου βλέπει τα άνθη, θαυμάζει τη φύση, αλλά δεν βλέπει τόπο, μόνο ένα αισθητικό τοπίο, καθαρμένο από ανθρώπινη παρουσία. Ο Παναγόπουλος εστιάζει και μεγεθύνει βασανιστικά τις ελάχιστες ανθρώπινες μορφές, παιδάκια, γελαστούς αγυιόπαιδες, κοπέλες σταμνοφόρες αρχαϊκού κάλλους, ηλικιωμένους βεδουίνους. Και τότε αποκτά νόημα το τοπίο. Το νόημα της ζωής. (Και του εκτοπισμού – σκέφτομαι πικρά.) Ταυτόχρονα ανασυνθέτει τα άνθη και τα δέντρα όχι μόνο ως ομορφιά, αλλά και ως ονόματα, ως αγαπημένους θρύλους, ως ζωές προορισμένες να μείνουν εκεί και να αναγεννιούνται, σαν ιστορική συνέχεια. (Ισως ακόμα και αφού «φύγουν» οι άνθρωποι; σκέφτομαι πνιχτά.)
Αισθητική;
Πόση βία υπάρχει πίσω από την ομορφιά – σχολιάζει ο σκηνοθέτης. Ναι, σε κάθε μεγεθυσμένο καρέ με άνθη, σε κάθε παγωμένο καρέ με πρόσωπα, σε κάθε ειδυλλιακό τοπίο (τόσο μεσογειακό, τόσο οικείο), σκεφτόμουν τον παρόντα ερειπιώνα, το νεκροταφείο της Γάζας, τους λιμοκτονούντες, τον κατακλυσμό από βόμβες όσες τρεις Χιροσίμες. Και όσο το βλέμμα μου αισθητικά γενεαλογούσε το έργο, ένα σπαρακτικό ποιητικό δοκίμιο (να το ρόδι ξεχειλίζει χυμό-αίμα, του Παρατζάνοφ, να ο ταραγμένος υδάτινος μικρόκοσμος του Ταρκόφσκι, η Αχμάτοβα, ο Τσέλαν), ο νους βούλιαζε στην ιστορία, στη γενοκτονία. Αυτό θα είδαν και στα φεστιβάλ που βραβεύεται, όπως στο Sundance.
Θυμάρι και ασκόλυμπροι
Η άλλη ταινία, ας πούμε, ηθογραφικό ντοκιμαντέρ, οι «Τροφοσυλλέκτες» (Foragers, 2022) της Παλαιστίνιας Jumana Manna, ακολουθεί στα υψίπεδα του Γκολάν και στη Γαλιλαία, χορταράδες και χορταρούδες που τρυγούν άγριο ζα’αταρ (σαν θυμάρι, συριακή ρίγανη) και ακούμπ (σαν τους ασκολύμπρους, σαν αγριοαγκινάρες). Τα αγριόχορτα αυτά, μαζί με πολλά γνωστά μας στην Ελλάδα, συνιστούν τον διατροφικό πολιτισμό των Παλαιστινίων, τη ζώσα μνήμη του τόπου και των ανθρώπων.
Το κράτος του Ισραήλ διώκει τους τροφοσυλλέκτες του θυμαριού και του ακούμπ – με βαριά πρόστιμα και δίκες. Τα έχει κηρύξει «προστατευτέα», τα καλλιεργούν στα ισραηλινά κιμπούτζ, και οι Παλαιστίνιοι είναι υποχρεωμένοι να τα αγοράζουν. Το ζα’αταρ και το ακούμπ μπαίνουν στη ζώνη του αποκλεισμού, της εξαίρεσης, οι Παλαιστίνιοι αποκλείονται από τα δώρα της γης τους – που δεν είναι πια γη τους. Εκτοπισμός, ξεριζωμός. Ο αποκλεισμός είναι πνιγμός, η εξαίρεση μετασχηματίζεται σε εξόντωση, σκέφτομαι. Είναι εκτός νόμου το χαμομήλι, το φασκόμηλο, η ρίγανη.
Οψεις εθνοκάθαρσης
Η εθνοκάθαρση είχε πολλά πρόσωπα πριν από τη μαζική διάφανη γενοκτονία, το streaming του εφιάλτη που θα στοιχειώνει τον 21ο αιώνα. Ξεπάτωσαν τις ελιές, απαλλοτρίωσαν τα πηγάδια, καταπάτησαν ή γκρέμισαν τα σπίτια, έπνιξαν τις λεμονιές, απαγόρευσαν το ψάρεμα, έδιωξαν τις κατσίκες, έστησαν φραγμούς και τσεκ πόιντ. Να μείνει τοπίο χωρίς ανθρώπους. Κατόπιν, βομβάρδισαν νοσοκομεία, σχολεία, ναούς, αντίσκηνα, σνάιπερς διαλύουν κεφάλια παιδιών. Κρανίου τόπος.
Η τέχνη παρηγορεί, λένε, μας κάνει καλύτερους. Δεν ξέρω. Μπορεί απλώς να μας δείχνει πόσο φρικτό πλάσμα είναι ο μισαλλόδοξος, ο αμνήμων, ο εξολοθρευτής που ασελγεί πάνω στη μνήμη των προγόνων του, ο αποικιοκράτης, ο ρατσιστής.
Εφυγα σκουντουφλώντας. Φρύγανα, αγριολούλουδα και δέντρα πλάκωναν το στήθος μου, για μέρες. Δεν θα ξαναδώ τα θυμάρια με ίδιο μάτι.
Τις ώρες που ο ισραηλινός στρατός, με αεροσκάφη, βόμβες, ντρόουν, άρματα και θηριώδεις μπουλντόζες εισέβαλλε στα ερείπια της Γάζας για να απωθήσει μισό εκατομμύριο λιμοκτονούντες σε μια έκταση όσο ένα μικρούτσικο ξερονήσι, εκείνες τις ώρες είχα την τύχη και τη θλίψη να δω δύο ταινίες για την Παλαιστίνη.