Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Πέμπτη, 07 Αυγούστου 2025 19:59

Η τέχνη της ελπίδας: Από τη «Δραπετσώνα» ως το Ισπανικό «47» + ένα σταγονίσιο σχόλιο

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

athinorama7Σ.Δ. Η "Δραπετσώνα" των Μίκη Θεοδωράκη και Τάσου Λειβαδίτη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση μου άρεσε από τα εφηβικά μου χρόνια που την πρωτοάκουσα. Το ωραίο είναι πως όσο περνούσαν τα χρόνια μου άρεσε όλο και πιο πολύ, είτε την άκουγα ανέλπιστα είτε στο πλαίσιο μιας κατάστασης αγωνιστικής. Κάποιες φορές μάλιστα όταν την άκουγα κάτι καινούργιο ανακάλυπτα που την ανέβαζε κι άλλο μέσα μου. Να σημειώσω εδώ, ότι όταν την τραγουδούσα πίσω από τον εξαιρετικό Μπιθικώτση, με ανέβαζε πιο πολύ από ότι όταν απλά την άκουγα. Και να προσθέσω, πως το ότι είμαι Δραπετσωνίτης δεν έπαιξε κανένα ρόλο στο να την φχαριστιέμαι. Το τραγούδι αυτό καθ'εαυτό το θεωρώ ατόφιο χρυσάφι, τόσο, ώστε είμαι σίγουρος, πως αν ας πούμε ήμουν ένα ελληνόπουλο που μεγάλωνε στη Νέα Υόρκη, πάλι θα την θεωρούσα ένα πανέμορφο τραγούδι, ε; 

Την ισπανική ταινία "47" την είδα τον Ιούλιο και παρόλο που πατούσε σε αρκετά τετριμμένα σημεία των πολιτικών ταινιών, που γιατί άραγε τα τελευταία χρόνια σπανίζουν, εν τούτοις ελάχιστα την βαρέθηκα και σε κάποια σημεία μάλιστα συγκινήθηκα κι όλας. Με λίγα λόγια βγήκα από το σινεμά γεμάτος χυμούς με μια διάθεση να τους μοιραστώ και με άλλους και κάπως έτσι φαντάζομαι ότι θα την ένιωσε ένας κόσμος και πάει καλά και από εισιτήρια. Γι'αυτό, αν ήμουν υπεύθυνος επιλογής ταινιών στους δημοτικούς κινηματογράφους του δήμου Κερατσινίου Δραπετσώνας, λέμε τώρα, σίγουρα θα επέλεγα να προβληθεί το "47", μιας και είναι από εκείνες τις πολιτικές ταινίες που εκτιμώ ότι στήνουν γέφυρες με τον κόσμο της περιοχής μας ώστε να περάσει απέναντι και να "συμπαρασταθεί" σε Ισπανούς ανθρώπους που παίρνουν στα χέρια τους τη ζωή τους και προσπαθούν να την αλλάξουν υπέρ τους. Επ'ευκαιρία να προσθέσω ότι  από τις ταινίες που είδα φέτος υπήρξαν κάποιες ακόμα ταινίες που συνδυάζοντας την αισθητική τους και το περιεχόμενό τους κάτι ωραίο και δυνατό προσθέτουν κατ'εμέ στο παιχνίδι του κινηματογράφου και γι'αυτό θα επέλεγα κάποιες να προβληθούν στο Μελίνα ή στο Μάρθα Καραγιάννη. Ταινίες όπως π.χ "Όλα όσα φανταζόμαστε ως φως", "Emilia Perez", "Κιούκα, πριν το τέλος του καλοκαιριού", "Anora" και "Μικρά πράγματα σαν κι αυτά". Μιλάω για βαθιά ριζοσπαστικές ταινίες. Θα μου πείτε ότι τελικά είναι θέμα γούστου και έτσι είναι, όμως ένα κλικ αριστερά πριν τα γούστα και τους οικονομικούς ισολογισμούς του δήμου καθορίσουν τις αποφάσεις δεν θα πρέπει να παίζουν και όσα σου προκαλούν οι ταινίες, το πως τις βίωσες δηλαδή, και τα επιχειρήματα που φτιάχνεις καθ'οδόν, απαραίτητα στοιχεία βεβαίως αν έχεις κάποια θέση να επιλέγεις ταινίες για το κοινό.  Εννοείται πως η λειτουργία των 3 θερινών δημοτικών κινηματογράφων από το δήμο Κερατσινίου Δραπετσώνας 7 χρόνια τώρα, είναι μία αξιόλογη επιλογή και αξίζει να την υποστηρίζουμε. Ακόμα όμως και στα πιο πετυχημένα σχήματα όσον περνούν τα χρόνια είναι απαραίτητες να κατατείθονται δημόσια φρέσκες ιδέες και εφικτές προτάσεις για να ανανεώνονται, γιατί πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να επαναπαύονται στις όποιες δάφνες τους και να πληθαίνουν οι ρυτίδες τους, έτσι δεν είναι; 

Βάσω Μουρελά. «…Καμία καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν λαμβάνει χώρα εν κενώ. Η παραγωγή της τέχνης απαντά σε συγκεκριμένα ερεθίσματα, ενώ η πρόσληψή της έχει πολύ συγκεκριμένους κοινωνικούς και πολιτικούς όρους δυνατότητας. Ακόμη και όταν αυτή η διαλεκτική ανάμεσα στο έργο και τα ευρύτερα διακυβεύματα δεν είναι άμεσα ορατή – συχνά ούτε στον θεατή, αλλά ούτε και στον ίδιο τον καλλιτέχνη – αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται ως τέτοια….», διαβάζουμε στο συλλογικό τόμο που πραγματεύεται ζητήματα τέχνης και πολιτικής, με τίτλο «Το πολιτικό στη σύγχρονη τέχνη».

Το παραπάνω έρχεται να επιβεβαιώσει για ακόμη μία φορά, η ιστορία της περίφημης, χιλιο-τραγουδισμένης «Δραπετσώνας». 

«Ο αδελφός του Μίκη Θεοδωράκη, Γιάννης, είπε μια μέρα στον Μίκη: Γκρεμίζουν με τις μπουλντόζες τις προσφυγικές παράγκες στη Δραπετσώνα οι χωροφύλακες και πετάνε έξω γέρους, άρρωστους και παιδιά. Δε γράφεις ένα τραγούδι, να βοηθήσεις το ρεπορτάζ μου στην Αυγή;».

nafteboriki1Ήτανε Οκτώβριος του 1960… η κυβέρνηση Καραμανλή αποφάσισε να εκδιώξει τους κατοίκους από την περιοχή της Δραπετσώνας, για να περιορίσει την κομμουνιστική επιρροή, προτείνοντας ένα ανεπαρκές στεγαστικό πρόγραμμα. Τότε στη Δραπετσώνα και τις γύρω περιοχές, Κοκκινιά, κλπ, κατοικούσαν χιλιάδες πρόσφυγες από τον Πόντο, τη Σμύρνη και την Καππαδοκία που εγκαταστάθηκαν εκεί, σε μια περιοχή που πριν ήταν σχεδόν άγνωστη. Οι πρόσφυγες, εξαντλημένοι από το ταξίδι και εγκαταλειμμένοι από το ελληνικό κράτος, βρέθηκαν σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, χωρίς πρόσβαση σε βασικές υποδομές. Με ό,τι υλικά είχαν στη διάθεσή τους, όπως τσίγκο και ξύλα, έφτιαξαν περίπου 2.500 παράγκες, όπου συνωστίζονταν πολλές οικογένειες.

Η απόφαση της Κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή (να σημειωθεί ότι στις εκλογές του 1958, οι πρόσφυγες στήριξαν την ΕΔΑ, Ενωμένη Δημοκρατική Αριστερά), να γκρεμίσει με τη βία, τις παράγκες που είχαν χτίσει με τα χέρια τους χιλιάδες πρόσφυγες, οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις, με κορύφωση την εισβολή της αστυνομίας στις 14 Νοεμβρίου, όταν ο Αστυνομικός Διευθυντής Πειραιά, με περισσότερους από 1.000 αστυνομικούς και με μπουλντόζες, εισέβαλαν στη Δραπετσώνα. Μετά την επίθεση των αστυνομικών αρχών, οι γυναίκες της Δραπετσώνας, (καθώς η αστυνομία επιτέθηκε ενώ οι άντρες έλειπαν για μεροκάματο), ντυμένες στα μαύρα, μαζί με τα παιδιά τους, ξεκίνησαν πορεία διαμαρτυρίας προς το Υπουργείο Πρόνοιας στον Πειραιά. Ωστόσο, στο σταθμό του ΗΣΑΠ τους περίμεναν μεγάλες αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες κατέστειλαν βίαια την πορεία. Η αντίσταση των γυναικών, ηλικιωμένων και παιδιών θα μείνει στην Ιστορία, ως η περίφημη «Μάχη της Παράγκας».

Η μάχη, δεν είχε αίσιο τέλος για τους πρόσφυγες της Δραπετσώνας. Όμως, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη με τους στίχους του Τάσου Λειβαδίτη, την κάνουν να μοιάζει ελπιδοφόρα, «…Κράτα το χέρι μου, και πάμε αστέρι μου, εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί», θα τραγουδήσει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, τον Οκτώβριο της άλλης χρονιάς (1961), εξυμνώντας τη δύναμη των ανθρώπων, που η ζωή τους, ήταν μόνο ο σκληρός αγώνας της καθημερινής επιβίωσης, σε μια προσπάθεια να κρατηθεί ζωντανό το νήμα που ενώνει τους ανθρώπους της πάλης για μια ζωή με αξιοπρέπεια.

Και όμως, θα έλεγε κανείς, πως «Η Δραπετσώνα», κράτησε δυνατά το νήμα για να τη συναντήσουμε καλλιτεχνικά εξήντα πέντε (65) χρόνια μετά, αυτή τη φορά, όχι μουσικά, αλλά κινηματογραφικά και ιστορικά νικηφόρα.

Η ταινία «47», που γυρίστηκε το 2024 και απέσπασε πέντε βραβεία Γκόγια και συνεχίζει με μεγάλη επιτυχία στις κινηματογραφικές αίθουσες, Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η νικηφόρα εκδοχή, «Ισπανική Δραπετσώνα». Και αυτό γιατί, το θέμα της ταινίας, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, η ιστορική της αναφορά και τα δρώντα υποκείμενα είναι τα ίδια με αυτά που συναντάμε στη λεγόμενη «Μάχη της παράγκας» στη Δραπετσώνα.

Ισπανία 1960…στην παραγκούπολη του Τόρε Μπαρό στους λόφους της Βαρκελώνης χτίστηκαν ήδη από το ’50 από φτωχούς πρόσφυγες παράγκες, τις οποίες έχτισαν με τα χέρια τους, ενώ η αστυνομία επιχειρούσε να τους εμποδίσει, καθώς είχαν εκδιωχθεί από τον φασίστα Φράνκο, προερχόμενοι από την Ανδαλουσία και την Εξτρεμαδούρα έμειναν για χρόνια ξεχασμένοι σε κοτετσόσπιτα – χωρίς δρόμους, συγκοινωνίες, τρεχούμενο νερό, σχολείο, ασφάλεια. Τη δεκαετία του ’70, ο Μανόλο Βιτάλ, γιος κτηνοτρόφου κομμουνιστή, εκτελεσμένου από τους Φαλαγγίτες του φασίστα Φράνκο, μετοίκησε στην παραγκούπολη, έχτισε με τα χέρια του, συμπεριφέρθηκε με αλληλεγγύη, φρόντισε όχι μόνο την οικογένεια του, αλλά και όποιον είχε ανάγκη. Βίωσε την κρατική βία και καταστολή, τον κοινωνικό ρατσισμό, την περιθωριοποίηση, την περιφρόνηση ωστόσο, δεν λύγησε.

Ως οδηγός λεωφορείου ήταν από τους πρωτεργάτες που έχτισαν το Τόρε Μπαρό, βλέποντας ότι ο Δήμος της Βαρκελώνης συνειδητά παραγνώριζε τα προβλήματα της παραγκούπολης, αποφάσισε να εξεγερθεί προκειμένου να αποκτήσει οδικό δίκτυο και συνεπώς σύνδεση με τον «πολιτισμένες συνοικίες» και η φτωχογειτονιά του Τόρε Μπαρό ώστε να βγει από το περιθώριο που συνειδητά διατηρούσαν οι ισπανικές αρχές. Μέσα από τις βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία, ως και τη σύλληψη του ήρωα, από το ψυχολογικό βάρος των περιθωριοποιημένων έως τη νίκη της μάχης τους, ο σκηνοθέτης, σκιαγραφεί το προφίλ των ανθρώπων που επιμένουν στο δίκαιο αγώνα τους και τα καταφέρνουν. Μέχρι και τις μέρες μας, η κατάληψη του λεωφορείου, της διαδρομής 47, αποτελεί σημείο αναφοράς, για τη δικαίωση των προσφύγων και την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας της εργατικής τάξης.

Με το «47», ο Καταλανός σκηνοθέτης Μαρσέλ Μπαρένα, δημιουργεί μυθοπλασία από πραγματικά γεγονότα της ιστορικής εποχής (1950-70) που αφορά η ταινία. Μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη, τη νικηφόρα αυτή τη φορά, «Μάχη της Παράγκας», θα έλεγε κανείς ότι έρχεται να επικαιροποιήσει και να υπενθυμίσει την αναγκαιότητα της συλλογικής δράσης, σε μια εποχή που είναι μεν απολύτως απαραίτητη, αλλά δε θεωρείται δεδομένη.

Μεταξύ των δυο διαφορετικών καλλιτεχνικών αφηγήσεων, της «Δραπετσώνας» γραμμένης το μακρινό 1960 και του σημερινού κινηματογραφικού «47», συναντάμε την τέχνη να είναι παρούσα, ως μια στιγμή, σαν αναγκαία υπενθύμιση στο χρόνο, ανάμεσα στο παρόν και το μέλλον. «Η Δραπετσώνα», εμψύχωσε και κράτησε δυνατό το αίσθημα της δύναμης του ανθρώπου ως γνώση από το παρελθόν και παρακαταθήκη για το μέλλον. Το «47», με τη σειρά του, αποδεικνύει πως η ελπίδα που γεννά ο αγώνας, μπορεί να οδηγήσει σε μια νικηφόρα συνθήκη, για μια δίκαιη καθημερινότητα, που στις μέρες μας, αποτελεί το κοινωνικό ζητούμενο…

* Η Βάσω Μουρελά είναι Πολιτικός Επιστήμονας

Πηγή: naftemporiki.gr/opinion/

Διαβάστηκε 1083 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 09 Σεπτεμβρίου 2025 01:11
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Τελευταία άρθρα από τον/την Λάκης Ιγνατιάδης

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση